Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Ναστάσια Φιλίπποβνα

«Ένα περήφανο πρόσωπο, τρομερά περήφανο – να 'ναι άραγε καλή; Αχ αν είχε καλή καρδιά! Όλα θα ‘χαν σωθεί!».
Στον «Ηλίθιο» ο Ντοστογιέβσκη απεικονίζει στο πρόσωπο του πρίγκηπα Μίσκιν τον εξωκοσμικό, τον πραγματικά υπέροχο, τον απόλυτα καλό, σαν Χριστό, άνθρωπο. «Βεβαιώθηκα απόλυτα», του λέει ο γιατρός του, «πως είστε ένα παιδί, δηλαδή ολότελα παιδί». Που «πάει στους ανθρώπους κι ίσως – ίσως να μην ξέρει τίποτα, μα θα ‘ναι με όλους ευγενικός κι ειλικρινής, κι ας τον θεωρήσουν μικρό παιδί, ας τον θεωρήσουν ηλίθιο», έναν ηλίθιο που πιστεύει πως «η συμπόνια είναι ο κυριότερος και ίσως ο μοναδικός νόμος της ζωής της ανθρωπότητας» και πως «τον κόσμο θα τον σώσει η ομορφιά». Πλάι του, η αντιθετική μορφή του Ραγκόζιν – άξεστος, σκοτεινός, με χαμόγελο βάναυσο και βλέμμα σκληρό, παραδομένος στα δυνατά άρρωστα πάθη του. Δεν θα μιλήσω γι αυτούς. Ούτε για την απέχθεια του συγγραφέα για τη θανατική ποινή, για την πίστη του στην Ορθοδοξία και στη ρωσική ψυχή, για την παρουσίαση της διαφθοράς και της υποκρισίας της «υψηλής κοινωνίας», για την εντύπωση που του έκανε η «Αποκαθήλωση» του Χανς Χολμπάιν που «μπορεί να κάνει ένα άνθρωπο να χάσει την πίστη του», για τις φοβερές κρίσεις της επιληψίας του και για το κρίσιμο λεπτό πριν απ’ αυτες, όπου «ουκ έσται χρόνος».

Θα μιλήσω για τη Ναστάσια Φιλίπποβνα. Το κορίτσι που στα δώδεκα του χρόνια χάνει την οικογένειά του, μεγαλώνει απομονωμένο διαβάζοντας σ’ ένα χωριάτικο σπίτι με μουσικά όργανα και πινέλα και μεταμορφώνεται σε μια πανέμορφη γυναίκα, με μόρφωση, ευφυία κι αγάπη για τη μουσική και το μπαλέτο, που της αρέσει η πολυτέλεια χωρίς να υποτάσσεται σ’ αυτήν, που θα ζωγράφιζε το Χριστό μονάχο του με πρόσωπο μελαγχολικό και την οποία ο άνθρωπος που είχε αναλάβει την ανατροφή της μεταχειρίζεται σαν παλλακίδα του. Μια γυναίκα «ασυνήθιστης ομορφιάς» – μια ομορφιά «εκτυφλωτική, ανυπόφορη, μια ομορφιά χλωμού προσώπου, με σχεδόν βουλιαγμένα μάγουλα και φλογισμένα μάτια, παράξενη ομορφιά!» Μια γυναίκα συνάμα υπεροπτική, «προσβλημένη κι ιδιόρρυθμη, που η περηφάνεια της φτάνει σε τέτοιο βαθμό μανίας, που προτιμάει να δείξει μια φορά την περιφρόνησή της με την άρνηση, παρά να κατακτήσει άφταστα μεγαλεία». Μια βαθιά διχασμένη γυναίκα. «Λες κι υπήρχαν σ’ αυτό το πρόσωπο μια απέραντη περηφάνεια και περιφρόνηση, σχεδόν μίσος, και ταυτόχρονα κάτι το εύπιστο, κάτι το καταπληκτικά απλόκαρδο».

Σ’ αυτό το πρόσωπο συναντιούνται κι ενώνονται παντοτινά οι μοίρες του Ραγκόζιν και του πρίγκηπα Μίσκιν.

Ο πρώτος την ποθεί, την διεκδικεί και την ακολουθεί σαν καταραμένος. Μπροστά της στέκεται «δειλά και σαστισμένα, χλωμιάζει κι η καρδιά του χτυπά δαιμονισμένα, λες κι έχει χάσει ολότελα τα λογικά του». Είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα για να είναι μαζί της, για να φωνάξει μια στιγμή: «Είναι δικιά μου! Όλα δικά μου! Ρήγισσα! Πάει, τέλειωσε!», την ικετεύει να τον παντρευτεί, της τάζει πως θα τ’ αλλάξει όλα, υπομένει κάθε ταπείνωση με μια αγάπη παθιασμένη κι απύθμενη που «δεν ξεχωρίζει απ’ το μίσος».

Για τον πρίγκηπα Μίσκιν, το πρόσωπο της Ναστάσιας Φιλίπποβνα αποκάλυπτε πόσο αυτή είχε υποφέρει, «είχε κάτι το βασανιστικό». Δεν του γεννούσε πόθο. «Αυτό το πρόσωπο γεννάει πόνο, σου αρπάζει και σου σφίγγει όλη την ψυχή σου». Γι αυτό και «δεν την αγαπούσε με έρωτα αλλά με οίκτο». Ήθελε να την προσέχει, να τη σώσει, να την αναστήσει. Στα όνειρά του την έβλεπε να τον κοιτάζει «με δάκρυα που λάμπανε στα μεγάλα ματόκλαδα» κι οι μέρες που πέρασε μαζί της προσπαθώντας «να διαλύσει το σκόταδι της» ήταν «φριχτές». Γιατί εκτός από οίκτο, αναγνωρίζοντας τα συμπτώματα της τρέλας της, ο πρίγκηπας Μίσκιν ένιωθε γι αυτήν φρίκη. «Αν αγαπούσε μια γυναίκα περισσότερο από καθετί στον κόσμο και την έβλεπε ξαφνικά αυτή τη γυναίκα αλυσοδεμένη, πίσω απ’ σιδερένια κάγκελα, κάτω απ’ το μαστίγιο του φύλακα – τότε, μια τέτοια εντύπωση θα μοιαζε αρκετά με κείνο που ένιωθε».

Η ίδια μοιρασμένη ανάμεσα στους δύο, ανάμεσα στα δύο εγώ της. Παραδίδεται σαν από πυρετό στο Ραγκόζιν, στα πιο ακατέργαστα ένστικτά της και στον εαυτό της που πιο πολύ σιχαίνεται. Κι αποζητεί τον πρίγκηπα Μίσκιν για να νιώσει και να γαληνέψει τους κραδασμούς και τα θραύσματα της ψυχής της, σαν κάποιον που ονειρευόταν μικρή, «καλόν, τίμιο, πονετικό και το ίδιο χαζούλη που θα ρχοταν ξάφνου να της πει: Δεν φταίτε σεις, Ναστάσια Φιλίπποβνα, και γω σας αγαπώ». Εγκαταλείπει διαρκώς τον ένα για τον άλλο και ξαναγυρίζει κοντά τους. Στο Ραγκόζιν την έλκει η ταπείνωση, η τιμωρία, ο θάνατος. «Γι αυτό ακριβώς με παντρεύεται», θα πει ο ίδιος, «Με παντρεύεται επειδή περιμένει να την σφάξω». Από τον πρίγκηπα Μίσκιν φεύγει για να μην τον καταστρέψει. Την παραμονή του γάμου τους, την βρίσκει κλειδωμένη στην κρεβατοκάμαρα να κλαίει απελπισμένα και υστερικά. «Τι κάνω! Τι κάνω! Τι πάω να σου κάνω!», ξεφώνισε αγκαλιάζοντας του σπασμωδικά τα πόδια.

Κι οι τρεις, απόλυτα συνεπείς στις αντιφάσεις τους, πορεύονται συνειδητά, σαν να μην έχουν άλλη επιλογή, στο πιο σκληρό, στο πιο αληθινό, στο πιο δικό τους πεπρωμένο. Ο πρίγκηπας Μίσκιν αφήνει την Αγλαΐα Ιβάνοβνα, με την οποία είναι ερωτευμένος, όταν αντικρίζει «εκείνο το πρόσωπο που το σφράγιζε η απόγνωση και η τρέλα και το οποίο είχε διαπεράσει για πάντα την καρδιά του». «Είναι ποτέ δυνατό! Μα αυτή... είναι τόσο δυστυχισμένη!» θα ψιθυρίσει και θα μείνει «να χαϊδεύει το μικρό της κεφαλάκι και να σέρνει απαλά τα χέρια στα μάγουλά της, παρηγορώντας την και λέγοντας της να ησυχάσει σαν να ‘ταν μωρό». Κι αυτή, που πέρασε νύχτες παραφροσύνης τρέμοντας πως ο Ραγκόζιν θα τη σκοτώσει, «χλωμή σαν πεθαμένη» του Ραγκόζιν το βλέμμα θα ξεχωρίσει μες στο πλήθος και θα τρέξει σαν τρελή κοντά του φωνάζοντας του «Σώσε με!». Κι αυτός θα βυθίσει ένα μικρό μαχαίρι ίσα κάτω απ’ τ’ αριστερό της στήθος, ίσα στην καρδιά.

«- Ραγκόζιν! Πού είναι η Ναστάσια Φιλίπποβνα;» ψιθύρισε ξάφνου ο πρίγκηπας. «- Να μην τους αφήσουμε να μας την πάρουν.» «-Όχι, όχι, για τίποτα στον κόσμο! Όχι, όχι, όχι!». Τους βρήκαν μαζί, το Ραγκόζιν «πού και πού να μουρμουρίζει δυνατά, απότομα, ασυνάρτητα, να ξεφωνίζει και να γελάει», και τον πρίγκηπα Μίσκιν «να απλώνει το χέρι του τρεμάμενο και να αγγίζει και να χαϊδεύει απαλά το κεφάλι του», ο ένας να τραβά για τα κάτεργα της Σιβηρίας κι ο άλλος να χάνεται οριστικά στην απέραντη θλίψη.

Εκείνη κείτεται «πίσω απ’ την κουρτίνα που δεν ακούγεται το παραμικρό θρόισμα, η παραμικρή ανάσα, κάτω από το άσπρο σεντόνι». Πανέμορφη και περήφανη, ζητιάνα της αγάπης κι ακατάδεκτη, δειλή κι ανήμπορη να αγαπήσει, πεισματικά αναποφάσιστη κι αμετάκλητα διχασμένη, ολότελα μόνη, έχοντας προδώσει μια για πάντα την ψυχή της.

Ίσως, λέω, αν συναντούσε στο ίδιο πρόσωπο το φως και το σκοτάδι, αν μπορούσε να το αναγνωρίσει, αν το άντεχε... Ίσως όλα να ‘χαν σωθεί. Ίσως κι όχι.

(Τα αποσπάσματα στο κείμενο είναι σε μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου από τις εκδόσεις Γκοβόστη – Η μπαλαρίνα είναι του Edgar Degas.)

7 σχόλια:

  1. Εξαίσο κείμενο...

    Η αίσθησή μου είναι πως ο Ντοστογιέβσι "χώρισε" την ανθρώπινη αλήθεια στους δυο χαρακτήρες του για να την ενσωματώσει στην ψυχή της γυναίκας και να αναπαραστήσει με απαράμιλη τέχνη τη μάχη που λαμβάνει μέρος σε όλες τις ανθρώπινες ψυχές μεταξύ του φωτός και του σκότους, με έναν τραγικό επίλογο: στη μάχη αυτή κανείς δεν βγαίνει νικητής...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. «Αν αγαπούσε μια γυναίκα περισσότερο από καθετί στον κόσμο και την έβλεπε ξαφνικά αυτή τη γυναίκα αλυσοδεμένη, πίσω απ’ σιδερένια κάγκελα, κάτω απ’ το μαστίγιο του φύλακα – τότε, μια τέτοια εντύπωση θα μοιαζε αρκετά με κείνο που ένιωθε».


    δεν ειναι απίστευτα τρομακτικό;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Έχεις απόλυτο δίκαιο ΔemΩΝ. Κανένας δεν βγαίνει νικητής. Ίδιος κι ο επίλογος και για το Δαιμονισμένο Χριστό του Ντοστογιέβσκη, το Νικολάι Σταυρόγκιν: "Κανέναν μην κατηγορήσετε. Μόνος μου."

    Απίστευτα τρομακτική, Rose, η αλήθεια και τα πάθη της ανθρώπινης ψυχής. Και αξεπέραστα μοναδικός ο Ντοστογιέβσκη στο να την ξετυλίγει και να την αποτυπώνει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Με όλο το σεβασμό ο Ντοστογιέφσκι είναι σοβαρή υπόθεση για μια επίπεδη ερμηνεία κομμένη στα δικά σου μέτρα. Απαιτείται λίγος σεβασμός.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Me olo to sevasmo sto proigoumeno sxolio, to na sxoliazeis artho to opio graftike me polli meleti kai prosopiki skepsi kai analysi opos to pio pano, apaitei sevasmo kai kirios anoikto mialo. Ean den ta katexeis isos na ine kalitera na min diavaseis kan ton Ntostogiefski.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Οlga δεν με βρίσκουν σύμφωνο τα όσο αναφέρεις στο σχόλιο σου.
    Ένα βιβλίο υπόκειται σε πολλές αναγνώσεις, από πολλές σκοπιές, με ποικίλες εστιάσεις και ερμηνείες. Αν μάλιστα ένα βιβλίο προσφέρει δυνατότητες για επάλληλες προσεγγίσεις τότε τα νοήματα του καθίστανται πλουσιότερα και βαθύτερα. Τα βιβλία του Ντοστογιέφσκη δίνουν πολλές τέτοιες διεξόδους και ευκαιρίες. Με αυτά τα δεδομένα θεωρώ ότι το κείμενο της Νασιας είναι αληθινό και πηγαίο , χωρίς φτιασίδια. Δεν κάνει καμιά επίπεδη διαχείριση του λόγου ή της σκέψης της. Δεν χρειάζεται τέτοια διαχείριση, αφού η σκέψη της αναβλύζει μέσα από την ύπαρξή της. Η ίδια αναζητά με πολύ σεβασμό τη λύτρωση μέσω των αναγωγών σ΄ένα μεγάλο συγγραφέα. Με την έννοια αυτή το κείμενο αναδεικνύει το καίριο σε μια λογοτεχνική ανάγνωση που συνίσταται στη γνωριμία και όχι στην απαλλαγή από τον εαυτό μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή