Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

75


Διάβασα κάποτε το σχόλιο ενός αρθρογράφου πως αυτό που μαθαίνουμε είναι πόσοι μετανάστες φτάνουν στις χώρες μας, χωρίς ποτέ να μετρούμε αυτούς που δεν τα κατάφερνουν – αυτούς που πνίγονται σε σαπιοκάραβα, χάνονται σε ναρκοπέδια, πυροβολούνται από συνοριοφύλακες. Κι άρχισα από τότε να μετρώ. Μέσα σε κάθε βλέμμα μετανάστη να κοιτάζω την αγωνία κάποιου που δεν μπόρεσε. Και τη δική του – αν θα συνεχίσει να τα καταφέρνει. Κι έμαθα έτσι να σέβομαι.

Ύστερα έχασα το λογαριασμό. Ίσως και ν’ άρχισα να ξεχνώ, χαμένη στις δικές μου τις σκοτούρες και τις έγνοιες μου. Η είδηση, άλλωστε, γράφεται στις μικρές στήλες των τελευταίων σελίδων και τα υπουργεία, τα ΜΜΕ κι οι πολίτες που κοιτούν τη δουλειά τους ενδιαφέρονται μόνο γι αυτούς που περνούν στην επικράτειά μας και για τη σχέση τους με την ανάπτυξή μας, την ανεργία μας, την εγκληματικότητά μας, την κρίση των θεσμών μας, τις προβληματικές σχέσεις μας κι άλλα τόσα που δεν ξέρουμε πού αλλού να φορτώσουμε.

Διάβασα σήμερα πως σ’ ένα πλοιάριο που είχε ξεκινήσει απ’ τη Λιβύη και διέσχιζε τη Μεσόγειο με προορισμό μια από τις χώρες του κόσμου μας, 75 άνθρωποι από την Αφρική πέθαναν όταν τους τέλειωσαν τα καύσιμα, τα τρόφιμα και το νερό. Γλύτωσαν 5, για να διηγηθούν την ιστορία κι ύστερα να μεταφερθούν σε χώρους συγκέντρωσης, να εξηγήσουν γιατί γύρεψαν μια ευκαιρία, να πείσουν, να στηθούν στις ουρές για μια προσωρινή άδεια παραμονής, να εργαστούν παράνομα, να εργαστούν νόμιμα χωρίς ένσημα κι αργίες, να πρέπει να ‘ναι ευγνώμονες κι ευχαριστημένοι, να συχνάζουν σε πάρκα και να περπατούνε μόνο σε παρέες, να τρέχουν μόλις δουν αστυνομικό και με την πρώτη ευκαιρία να απελαύνονται.

Οι 75, οι πολλοί, δεν μπόρεσαν. Χάθηκαν κάπου στη δική μας Μεσόγειο. Την καλοκαιρινή. Των άσπρων κότερων και των κρουαζιερόπλοιων μας. Των παιχνιδιών μας, των ερώτων και των μελαγχολιών μας. Της ανεμελιάς και του γέλιου μας. Των ανοιχτών μας δρόμων.

Μόνο που η Μεσόγειός μας ξεβράζει κουφάρια και πεθαμένα όνειρα. Κι ο κόσμος μας. Αυτός ο κόσμος που δεν θελήσαμε να μοιραστούμε. Που μας ήρθε βολικός και κάναμε το σταυρό μας. Και τον χωρέσαμε μόνο σε όσα αντέχουμε. Στα μαθηματικά μας που δεν υπολογίζουν όσους δεν μπόρεσαν κι όσους δεν θα μπορέσουν ποτέ.

Σ’ ένα προηγούμενο κείμενο του ιστολογίου, κάποιος αναγνώστης με ρώτησε τι μπορούμε να κάνουμε από δω και πέρα. Πιο παλιά βέβαιη θα του απαντούσα αντιγράφοντας τον Εντουάρντο Γκαλεάνο: «Αν ο κόσμος είναι έτσι όπως είναι σήμερα, τα πάνω κάτω, μήπως θα πρέπει να τον γυρίσουμε ανάποδα ώστε να μπορέσει να σταθεί στα πόδια του;». Έχω πια μεγαλώσει. Και σήμερα νιώθω πιο κοντά σ’ αυτό που έγραψε ο Ζοζέ Σαραμάγκου: «Αν δεν είμαστε ικανοί να ζήσουμε εντελώς σαν άνθρωποι, τουλάχιστον ας κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μη ζήσουμε εντελώς σαν ζώα». Που για μένα σημαίνει να έχουμε «ηθική ευαισθησία», όπως έχει πει ο Χάρολντ Πίντερ, «αυτές τις λέξεις που αναφέρονται σε μια έννοια που σπάνια χρησιμοποιείται σήμερα-τη συνείδηση. Τη συνείδηση που δεν έχει να κάνει μόνο με τις δικές μας πράξεις αλλά και με τη συνυπευθυνότητά μας για τις πράξεις άλλων.»

(Ο Χριστός στη λίμνη της Γεννησαρέτ είναι του Eugène Delacroix)

2 σχόλια:

  1. Μια λεπτομέρεια που γραφτηκε με ακόμη πιο μικρά γράμματα σε αυτή την είδηση,κανει τη βαρβαρότητα μας να φαντάζει ακόμη πιο μεγάλη.Δίπλα απο το πλοιάριο των λοιμοκτονούντων περνούσανε αλλα πλοία και κανένα δεν τους παρείχε βοήθεια!Η απλή ανθρωπιά χάθηκε καπου αναμεσα στο φοβο του νόμου και του μιασματος της φτωχειας που απειλεί την καλαισθητη ευμαρεια μας.Ντροπη και σε αυτους που πουλανε ονειρα κι ελπιδες στοιβαζοντας ανθρωπινες ζωες σε δολοφονικα καραβια.
    Ζ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Στις ναρκεσ του Εβρου στο πατο του Αιγαιου, εκει κρυβετε η ασφαλεια του καθε Ευρωπαιου

    ΑπάντησηΔιαγραφή