Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Το Τρίτο Στεφάνι

Το κείμενο είναι του Φώτη Α. κι είναι για μένα μεγάλη τιμή που μου το παραχώρησε για να το δημοσιεύσω.


«Δεν έχω άλλη ελπίδα
από την αδελφή μου την Ελπίδα»
(Στίχος του Κώστα Ταχτσή)

Καλοκαίρι. Σαντορίνη. Περιμένουμε στην ουρά για εισιτήρια μιας συναυλίας της Φαραντούρη. Στην είσοδο αρχίζει να εξαπλώνεται ο ψίθυρος: «Σκότωσαν τον Ταχτσή». «Τον βρήκαν στο κρεβάτι του γυμνό στεφανωμένο με λουλούδια».
Πάει και η συναυλία, πάει και η πανσέληνος.

Είκοσι χρόνια μετά καμιά συγκυρία της τύχης δεν μπόρεσε να αποκαλύψει το δολοφόνο του Σαλονικιού. Η εξιχνίαση των αιτιών του θανάτου του δεν ανήκει πια σε καμιά αστυνομία αλλά στις δεκαετίες που θα έρθουν. Κάποτε μπορεί να μάθουμε ότι ο Ταχτσής και ο Παζολίνι - πολλές οι αντιστοιχίες του θανάτου τους - δολοφονήθηκαν γιατί με την ιερόσυλη τόλμη τους ζήτησαν απ΄ τη ζωή τον έρωτα ή γιατί ήθελαν να ρίξουν λίγο φως στο συνδικάτο της γενικευμένης σεμνοτυφίας και υποκρισίας. Ωστόσο, φεύγοντας γνώριζαν και οι δύο πολύ καλά ότι αν κάποιος μεταβάλλεται σε μύθο μέσα στο χρόνο είναι για τους λόγους ακριβώς που τον μέμφονται, ή τον λοιδορούν, την ώρα που τους κάνει πράξη.

Το Τρίτο Στεφάνι επανεκδόθηκε πρόσφατα σ΄ένα κλίμα παραδοξότητας, ανανέωσης της αναγνωσιμότητας του συγγραφέα και της μυθικής αίγλης που απέκτησε. Οικοδομημένο από τα υλικά ενός μικροαστικού περιβάλλοντος της δεκαετίας του 60 έχει χαρακτηριστεί ως έργο αυτοβιογραφικό. Εν πολλοίς συναιρεί το μικροαστικό πρόσωπο της Ελλάδας όπως διαμορφώθηκε απο ετερόκλητους παράγοντες όπως η οικονομική δυσπραγία, η αστικοποίηση και η εξάντληση του λαού απο δεκαετίες πολέμων και βίαιων πολιτικών συγκρούσεων.

Ανεξάρτητα από την αντιστοιχία του με πραγματικά γεγονότα το έργο έχει μια δική του αυτονομία. Η πραγματικότητα που δημιουργούν οι ήρωες του, πρόσωπα μισο-πραγματικά, μισο-επινοημένα όμως οικεία και υπαρκτά, τα σημασιοδοτεί καθοριστικά. Δίχως αμφιβολία το μυθιστόρημα αποτυπώνει και απομαγεύει ταυτόχρονα τη σύγχρονη πολιτισμική και πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Ο ίδιος ο συγγραφέας το αποκαλούσε «έπος του ελληνικού μικροαστισμού». Η Έλλη Αλεξίου είπε ότι επρόκειτο για δύο γυναίκες που συζητούν για την ιστορία πάνω από τα μπουγαδόνερα.

Παρά το ότι με τις αφηγήσεις του προκύπτει η καθημερινότητα μιας εποχής, το έργο αποτελεί στη βάση του μια αδυσώπητη κριτική του κατά τα λοιπά χαρωπά άρρωστου πυρήνα της ελληνικής οικογένειας και της υπόγειας αγριότητας του. Σ΄ένα κλίμα έκδηλου ρεαλισμού και λανθάνοντα λυρισμού το μυθιστόρημα κινείται μόνιμα γύρω απο τον άξονα μιας οιδιπόδειας σχέσης ανάμεσα στις μητέρες και στους γιους. Περιστρέφεται επίσης γύρω απο την προβληματικότητα του θεσμού του γάμου στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας με κυρίαρχο γνώρισμα του τη διαμόρφωση της ατομικής ταυτότητας μέσω ενός δικτύου οικογενειακών σχέσεων που τροφοδοτούν και αναπαράγουν την κουλτούρα της εξουσίας και της εξάρτησης.

Η Εκάβη, κεντρικό πρόσωπο, ενσαρκώνει τη δεσποτική, παντοδύναμη και κτητική μάνα, ενώ η Νίνα ενσαρκώνει την εξαρτημένη, ευαίσθητη και ευάλωτη σύζυγο. Η Εκάβη-χήρα μυθοποιεί τον γάμο μένοντας κοντά στο παιδί της. Η Νίνα παντρεύεται τρείς φορές, δεν αγαπά τους συζύγους της και έχει προβληματική σχέση με την κόρη της. Σε όλο το έργο οι γυναίκες παρουσιάζονται μέσα απο αυτό το δίπολο: τυρρανικές μανάδες και εγκλωβισμένες σύζυγοι. Και οι δύο δεν είναι τόσο προσηλωμένες στους συζύγους όσο στους πατεράδες και τους γιους τους. Βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση με τα παιδιά τους, προσπαθούν να επιβάλουν την εξουσία τους. Συγχρόνως αισθάνονται παντοτινά αιχμάλωτες, καταδικασμένες και στρέφονται στο γάμο ως το μοναδικό μέσο διαφυγής απο τη φτώχεια και τη μοναξιά. Έτσι άλλωστε δεν συντίθεται, σε μεγάλο βαθμό, η εικόνα για πολλές γυναίκες στις μέρες μας;

Ξαναδιάβασα πρόσφατα το Τρίτο Στεφάνι. Χωρίς τη θαμπή ματιά του συνεπαρμένου μαθητευόμενου φοιτητή ανακάλυψα πράγματα που μου είχαν διαφύγει. Χωρίς, ομολογώ, να ταυτιστώ με τους ήρωες του Ταχτσή. Τούτη τη φορά μου έτυχε το αντίστροφο. Οι ήρωες ήρθαν και κόλλησαν πάνω μου, με πολιορκούσαν, ταυτίστηκαν μ΄εμένα, η φωνή τους ήταν η φωνή μου.

Αφέθηκα στην αφήγηση των δύο αρχετυπικών γυναικών «πάνω απο τα άπλυτα της ιστορίας». Παρασύρθηκα στη δίνη της μουσικής γλώσσας του Ταχτσή, που τόσο καθημερινή και οικεία παρωδεί τις καταστάσεις που περιγράφει μεταφέροντας σπαρταριστούς διαλόγους μικροαστών αλλά και γεύσεις, εσωτερικούς κόσμους, πικρά όνειρα, θρήνους και χαρές.

Ενόσω ξετυλίγετο το κουβάρι της αφήγησης και ο χρόνος αναφοράς, αναρωτιόμουν κατά πόσο τα πράγματα συμβαίνουν στο παρόν ή έχουν συμβεί στο παρελθόν. Αισθανόμενος οδυνηρά εξόριστος στον τόπο και το χώρο μου το έργο, τώρα, με ακουμπά παράξενα. Όχι πια σαν κραυγή αλλά σαν ψίθυρος που με παραλύει. Ίσως επειδή ο χρόνος στο έργο δεν είναι αφηγηματικός αλλά χρόνος μιας μόνιμης πραγματικότητας που επιστρέφει. Μιας μόνιμης πραγματικότητας που εκφράζεται στο πρόσωπο της Νίνας που παραμένει ένα εμβληματικό πρόσωπο. Με τη συνέπεια και την αντιφατικότητα αλλά κυρίως με τη σιωπή της ξυπνά το λόγο της Εκάβης, η οποία κρατώντας το χέρι της τραγωδίας μας μαθαίνει «άλλους καημούς και πάθη της ζωής». Όμως η Νίνα, αναδιφώντας παρελθόν, παρόν και μέλλον, κρατώντας από το χέρι το ερωτικό ένστικτο, έρχεται αντιμέτωπη με τα όρια και το πεπρωμένο της. Θέλει να χαρεί τη ζωή της και το διακηρύσσει σε όλους τους τόνους: « Αλλ΄ακόμα και αν μου μένει μιας ώρας ζωή, εννοώ να ζήσω όπως εγώ θέλω»

(Το κεφάλι γυναίκας είναι του Γιάννη Τσαρούχη)

19 σχόλια:

  1. Με συγκίνησε αφάνταστα το κείμενο. Για τις γνώριμες, άμεσες αναφορές. Αλλά και για τη βαθυστόχαστη, εύστοχη, εμβριθή και πάντα οικεία ματιά. Μια ματιά ενός προσώπου/κόσμου που ενώ φαίνεται ότι ξεφεύγει, κρύβεται, λουφάζει ή αδρανεί επιστρέφει πάντα γεμάτο εκπλήξεις, ιδέες και με περισσότερη ενέργεια. Λες και επιστρέφει πάντα από ένα ταξίδι ή μια περιπέτεια. Με μια μόνιμη έγνοια για πρόσωπα, τόπους, στιγμές και για ασήμαντες πτυχές της καθημερινότητας. Μ΄ένα πάθος που γίνεται πνεύμα και διανόημα και ιδέα.

    Μου άρεσε ιδιαίτερα η επένδυση του κειμένου με τον πίνακα του Τσαρούχη. Ξέρω, δεν είναι τυχαίο. Μάλλον επειδή Τσαρούχης και Ταχτσής συγκατοικούσαν για ένα διάστημα στη πολυκατοικία της Σταδίου και Καρ. Σερβίας. Ένα συμβολικό σημείο που οι σπαρταριστοί διάλογοι μας με τη διαχειρίστρια, την κυρά Κατίνα (ίδια η Σπεράντζα Βρανά) ήταν η αιτία να ονομαστεί η πολυκατοικία Κatina Palace.

    Tούτος ο συνδυασμός, η εξισορρόπηση αλλά και οι συγκρούσεις ανάμεσα στους δύο καλλιτέχνες, που κατάργησαν στο μυαλό και τη ζωή τους κάθε στεγανό ήταν μοναδική. Από τη μια ο Τσαρούχης που όταν εκκλησιαζόταν σου έδινε την εντύπωση ενός βαθύτατα πιστού. Με μια συνείδηση όμως βαθιά αναρχική.
    Από την άλλη ο Ταχτσής αυθυπόστατος, ένα ζιζάνιο που διακατεχόταν πάντα από μια μανία ειλικρίνειας και διεκδικούσε πάντα μια ιδιαιτερότητα που δεν συνέπιπτε με κανενός άλλου. Το στοιχείο αυτό διατρέχει όλο το Τρίτο Στεφάνι: σαν ένα συνειρμικό ρεύμα σκέψεων, αναμνήσεων, διαθέσεων που εκφράζονται από τη Νίνα και την Εκάβη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αληθινά πρωτότυπη σκέψη. Κείμενο ευπρεπισμένα κομψό, τονισμένα απλό με χρωματική ποικιλία και προσεγμένο, όπως πάντα, ύφος. Για ένα βιβλίο σύμβολο μιας άχαρης, καθηλωμένης στη στειρότητα, κοινωνίας. Για ένα κόσμο που λειτουργεί σαν φυλακή ονείρων όπου οι εξαιρέσεις δικαιώνουν τους κανόνες. Εύγε

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ρε φώτη εν τον Ταχτσή που είχες υπόψη σου ή τη σημερινή κατάσταση με τες πεθερές, τις νύμφες, τις κόρες ή τις μανάδες?
    Αρεσε μου το άρθρο σου.Πρέπει να είναι ενδιαφέρον βιβλίο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Λοιπόν, ωραίο, γοητευτικό κείμενο. Με πρωτότυπο λεξιλογικό πλούτο και ευφάνταστους συνδυασμούς λέξεων (ιερόσυλη τόλμη χμμμμ) Με λίγα λόγια γλώσσα του συναφιού των κριτικών.
    Το βιβλίο το δανείστηκα απο το συμμαθητή μου το Νίκο στο Λύκειο και το διάβασα κρυφά κρατώντας το σαν ένοχο μυστικό. Όμως το βιβλίο δεν κρατούσε μυστικά. Με εντυπωσίασαν, θυμάμαι, τα απελευθερώμενα του ελληνικά, τα έντονα ζωηρά του χρώματα, τα χαμόσπιτα, οι χωμάτινοι δρόμοι, οι αλάνες. Όλη η σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας σε καμβά κεντημένη με σκληρά βιώματα.
    Η περίοδος της Σαλονίκης σκοτεινή, τραγική ολότελα αληθινή. Διαβάζοντας το βιβλίο, έβλεπα, κάτι σαν παραίσθηση, τον Ταχτσή να πετά πέτρες στη τζαμαρία του μίζερου μικροαστισμού που εγκαταστάθηκε, μέσω αντιπαροχής, στα διώροφα της Κυψέλης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο. Θα το διαβάσω. Θα το διάβαζα έτσι κι αλλιώς, αλλά τώρα μετά το κείμενό σου, Φώτη, νιώθω πιο έντονη την ανάγκη να αντιστοιχίσω τις αναφορές σου με το λόγο του Ταχτσή και με τις πέτρες του (πόσο όμορφα το παραλλήλισε ο Δημήτρης!) στο μικροαστισμό της ελληνικής κοινωνίας του ’60. Κι ίσως έτσι μπορέσω να δώσω όνομα στα καθ’ ημάς, στην Κύπρο μας του σήμερα.

    Ξέρεις, οι κουβέντες μπορεί να μη γίνονται πια πάνω από μπουγαδόνερα, συνεχίζουν, όμως, να βγαίνουν από χείλη που υποτίμησαν, αρνήθηκαν ή ξεπούλησαν τη χαρά τους (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για τον καθένα) και την αντάλλαξαν με θέσεις εξουσίας και μια Μπάρμπι που ταιριάζει με το αυτοκίνητό τους (κλεμμένη η φράση απ’ την κουβέντα μου με μια φίλη). «Ο άνθρωπος που διάλεξες βιτρίνα στη ζωή σου», που έλεγε κι ο Παύλος. Μόνο που μες στη βιτρίνα δεν υπάρχει τίποτε παρά αντανακλάσεις ζωής και μοναξιά. Κι οι μοναξιασμένοι άνθρωποι (όχι οι μοναχικοί, το θυμάμαι) είναι κι οι πιο δυστυχισμένοι. Κι οι δυστυχισμένοι αυτού του είδους είν’ οι πιο επικίνδυνοι – σκορπούν και επιβάλλουν τη μιζέρια τους και τη μονοδιάστατη και στείρα αντίληψη του ανέραστου τους κόσμου.

    Κι αυτό το «κι αν μου μένει μιας ώρας ζωή, εννοώ να ζήσω όπως εγώ θέλω» μοιάζει να λέγεται και (πόσο μάλλον) να βιώνεται μόνο από τρελούς, ερωτευμένους ή επαναστάτες - ιδιότητες σπάνιες στις μέρες μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Είχα διαβάσει το «Τρίτο στεφάνι»
    όταν ήμουν φοιτήτρια. Πριν τριάντα και τόσα χρόνια. Με είχε συγκλονίσει.Το υπέροχο κείμενο του Φώτη με κάνει να θέλω να το διαβάσω ξανά, κι΄αυτό θα κάνω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Δεν ξέρω από πού ν΄αρχίσω ούτε προς τα πού να κατευθυνθώ. Περιπλανιέμαι απλά στις πυκνές γεμάτες νοήματα και ιδέες διακλαδώσεις του γραψίματος σου. Τόσο ευφυείς… .

    Το Τρίτο Στεφάνι είναι πράγματι ένα παρεξηγημένο έργο και θα πρέπει κανείς να το δει κάποιος στο κλίμα της εποχής του. Στην αρχή θεωρήθηκε ως ηθογραφία και υποτιμήθηκε ως λογοτεχνικό κείμενο. Εκείνο που νομίζω ότι αξίζει να μελετήσει κανείς είναι οι αναφορές του σε τρέχοντα ζητήματα όπως η διαπραγμάτευση των ζητημάτων της σεξουαλικής ταυτότητας, του ρόλου των φύλων, του γάμου, του αντισημιτισμού. Νομίζω μια σύγχρονη ερμηνευτική προσέγγιση θα καθιστούσε τον Ταχτσή εξαιρετικά σύγχρονο και λιγότερο παρεξηγημένο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Το μπλογκ σου ξεφέυγει..
    Πάει να γίνει επαναστατικός πυρήνας..θα σε συλλάβουν οι μέλλουσες πεθερές και οι γιοί τους.. Ιερόσυλη τόλμη να επιμένεις με αυτό το στύλ..

    Καημένε Ταχτσή, κάποιος γιός ή κάποια πεθερά σε σκότωσε..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Χρυσάνθη, ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.

    Θα συμφωνήσω για την αναγκαιότητα μιας ανανεωμένης ανάγνωσης του βιβλίου. Κάτι τέτοιο θα φώτιζε τις τεράστιες πολιτισμικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην ελληνική κοινωνία και θα συνέδεε τις υπάρχουσες αναγνώσεις με δυνητικά νέες εφικτές ερμηνείες. Θα (επανα)προσδιόριζε επίσης τα όρια του ελληνικού μοντερνισμού, χωρίς όμως να παραβλέπει τις ιστορικές συγκυρίες της συγγραφής και τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες τις ελληνικής κοινωνίας. Κρίσιμο στοιχείο της διαδικασίας αυτής αποτελεί το ότι σε μυθιστορήματα όπως το Τρίτο Στεφάνι, αλλά και σε πολλά άλλα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας, η ατομική ελευθερία και οι κοινωνικοί περιορισμοί συγκρούονται. Διαστέλλοντας ερμηνευτικά τη σύγκρουση αυτή θα μπορούσε να φωτιστεί κατά πολύ ένα μεγάλο μέρος της εξέλιξης της κοινωνίας και της πεζογραφίας ειδικότερα.

    Όσον αφορά στα ζητήματα που αναφέρεις, συμφωνώ ότι μια νέα ανάγνωση αξίζει να διαπραγματευτεί, ανάμεσα σε άλλα, τα ζητήματα του γάμου, του ρόλου των φύλων, της σεξουαλικής ταυτότητας, του αντισημιτισμού.

    Ο γάμος, λόγου χάρη, στο Τρίτο Στεφάνι αποτελεί ένα είδος ένταξης σε μια νέα συμβολική τάξη πραγμάτων με έντονα τα στοιχεία της κοινωνικής βίας. Σ΄ αυτή τη νέα τάξη μεταμορφώνει τους ανθρώπους, κυρίως τις γυναίκες. Έχω υπόψη μου τα λόγια της Εκάβης προς τη Νίνα «Να ξερες κακομοίρα μου τι σε περιμένει όταν παντρευτείς. Έτσι αθώα ήμουν βρε Νίνα μου. Και τώρα κάθομαι καμιά φορά και συλλογίζομαι πως αλλάζει η ζωή τον άνθρωπο, πως το αθώο εκείνο αρνί έγινε το τέρας που είμαι τώρα.»

    Ο ρόλος των φύλων και η διάκρισή τους αποτελεί επίσης μια σημαντική διάσταση του βιβλίου. Θεωρώ όμως ότι ο συγγραφέας δεν κινείται σε μια λογική αυστηρής στερεοτυπικής αντιμετώπιση τους. Ανατρέπει τις στερεότυπες ταξινομήσεις με διάφορους τρόπος. Π.χ. η Νίνα αμφισβητεί τον ανδρισμό του Φώτη παρουσιάζοντας τον ως θηλυπρεπή. Ο Δημήτρης σπάζει πιάτα και «κλαίει σαν γυναίκα». Η Πολυξένη περιγράφεται ως «ο άνδρας του σπιτιού».

    Ο γάμος του Δημήτρη με τη Βικτώρια (κόρης του εβραίου σπιτονοικοκύρη του γαμπρού ο οποίος δεν εγκρίνει το γάμο) θέτει, όντως, το ζήτημα το αντισημιτισμού. Η Εκάβη περιγράφει τους εβραίους ως τσιγκούνηδες και υπεύθυνους για τη σταύρωση του Χριστού. Νομίζω, όμως, ότι ο συγγραφέας δίδει βήμα στον αντισημιτισμό για να τον υπονομεύσει και να τον αμφισβητήσει. Προς το τέλος μάλιστα παρουσιάζει τις προκαταλήψεις εναντίον των ξένων, προσπαθώντας να ρίξει φως στην πολυπλοκότητα της ελληνικής κοινωνίας στην οποία τα πρόσωπα αυτά καλούνται να ανταπεξέλθουν απέναντι σε μια ήδη πολωμένη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα.

    Τέλος, τούτο κατά την άποψη μου που προσπαθεί να αναδείξει ο Ταχτσής σε όλες τις επιμέρους διαπραγματεύσεις του με τη διαφορετικότητα, είναι ότι ο διχασμός, η διαφορά είναι δύσκολο να συντηρηθεί, αφού η στάση των ανθρώπων και η ζωή τους είναι πολύ πιο σύνθετες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. To κείμενο και τα σχόλια ένα μυρωδάτο γιασεμί καταμεσής τ΄ Ιούλη. Συγχαρητήρια παιδιά. Το πιο αξιόλογο κυπριακό blog.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Ευχαριστούμε Μαρία!
    Ευχαριστώ κι όλους που, με τα κείμενα ή τα σχόλιά τους, κάνουν το blog να μοσχοβολά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Πρωτοδιάβασα το Τρίτο Στεφάνι, γύρω στο 75-76 φοιτητής στη Αθήνα. Άρχισα να το διαβάζω τυχαία. Η εκπληξη μου ήταν μεγάλη και κυριολεκτικά το ρούφηξα. Για καιρό ήταν το αγαπημένο θέμα συζήτησης στις φοιτητικές μεταπολιτευτικές μας παρέες. Εκείνη την αίσθηση και το κλίμα μου έφερε στη σκέψη το άρτιο απο κάθε αποψη κείμενο και η συζήτηση που προκάλεσε στο blog.
    Eυχαριστώ....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Στο κείμενο βρισκω στοιχεία μιας προσωπικής πορείας που ζυμώθηκαν στο χρόνο. Διάβασμα, αλληλεπιδράσεις και ένα παντοτινά άγρυπνο μάτι. Πυκνές, παραστατικές και καίριες οι θέσεις και οι προβληματισμοί για ένα έργο με διαχρονική εμβέλεια. Η μεταφραση του βιβλίου και η κυκλοφορία του στο εξωτερικό έδωσε μια συγκεκριμένη εικόνα της ελληνικής κουλτούρας στο εξωτερικό. Ήταν μια εκδοχή για ένα κόσμο "αυθεντικά ελληνικό". Νομίζω μαζί με τον Αλέξη Ζορμπά έθεσαν το άλυτο ζήτημα της παρεξηγημένης σχέσης μεταξύ της παγκοσμιοποίησς και της εντοπιότητας στην ελληνικη λογοτεχνική παραγωγή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Νάσια,
    Τό blog σου αγγιζει θέματα ταμπού όπως οι αρρωστημένες οικογενειακές σχέσεις της κυπριακής κοινωνίας. Με θάρρος και ειλικρίνεια. Κοντρα στην υποκρισία και τη str8 ευτυχία. Κέρδισε την εμπιστοσύνη μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  15. O ταχτσής έκανε την αυτοβιογραφία του μυθιστόρημα κληρονομώντας μας τα πιο βαθιά σκοτάδια και τα ξόρκια της ελληνική οικογένειας

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  16. Μεγάλη η χαρά της μοιρασιάς της μαγείας των λέξεων της Νίνας και της Εκάβης. Ο πάντα πληθωρικός λόγος με τον οποίο αναλύεις ένα οποιοδήποτε έργο τέχνης και ο πλούτος των συνειρμών σου περιέχουν τέτοια ψυχική ένταση που αναγκάζουν τη γλώσσα να βγει από τα συμβατικά της πλαίσια.

    Τα σχόλια σου με ταξίδεψαν σ εκείνο τον Ιούλη του 2005. Σε μια από τις βραδινές μας βόλτες στα στενά του Κεραμεικού. Σε μια περιοχή που η πόλη βιώνει τόσο έντονα την απώλεια της παλιάς αρχοντιάς της. «Εκπορνευμένη» την αποκαλούσε ο Ταχτσής ο οποίος έκανε πιάτσα τα βράδυα στα στενά της .
    Στο μπαλκόνι του πρώτου ενός παλιού διώροφου κάθονται και πίνουν τον καφέ τους δυο μεσήλικες επαρχιώτισσες. Παρέα με δύο καρυάτιδες του δευτέρου ορόφου που υποβαστάζουν αγέλαστες και με κλειστά πόδια ένα κιτσάτο πολύχρωμο αέτωμα. Σύμβολο της αστικής ευτέλειας και ενός επιθετικού και συνάμα σεμνότυφου κυνισμού.

    --Νάτην- Νάτην την Εκάβη αναφωνείς και με ακουμπάς με το δάκτυλο στον ώμο. Αφηγείται στη Νίνα τη ζωή της. Της λέει για τον καιρό που ήταν δεκαοκτώ χρονών, όταν περνούσε ο Θόδωρος από το στενό της και την κοίταζε.

    Σ αυτές τις βόλτες μας στον Κεραμεικό γνώρισα το Τρίτο Στεφάνι. Έτσι εξοικειωθήκαμε με τα φαντάσματα, την ανατρεπτικότητα, την αντισυμβατικότητα του Ταχτσή.

    ΥΓ: Νάσια, υπέρoχο το blog σου. Το παρακολουθώ επειδή διαφέρει. Δεν μοιάζει με τα πολλά που έχουν θέα τον ακάλυπτο. Το δικό σου έχει θέα ένα κήπο. Και το κυριότερο: δεν τρίζει το πάτωμα του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  17. Σ.Χ, ευχαριστώ για τα σχόλια σου με τα οποία θέτεις πολύ ενδιαφέροντα ζητήματα. Η σχέση εντοπιότητας και παγκοσμιοποίησης(προτιμώ τη λέξη «οικουμενικότητα») δίνει το μέτρο ενός από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Στο πεδίο της λογοτεχνίας υπάρχει, εν πολλοίς η παρεξήγηση ότι από την Ελλάδα οι ξένοι αναγνώστες αναμένουν είτε αρχαίους μύθους σε σημερινές εκδοχές είτε απεικόνιση ενός φολκλορικού τρόπου ζωής από ένα σύγχρονο μουσείο με φόντο ήλιο και θάλασσα.

    Η άποψη μου είναι ότι η οικουμενικότητα δεν ζητά τα πιο πάνω. Ζητά απλά από όλες τις κουλτούρες να είναι ο εαυτός τους. Αλλιώς δεν είναι ενδιαφέρουσα ούτε και αξιοποιήσιμη. Η εντοπιότητα δεν είναι κανένα περιφρουρημένο κάστρο φοβικά οριοθετημένο. Είναι η αδιάκοπη συνάντηση του ντόπιου με το ξένο. Το αποτέλεσμα της συνάντησης είναι ότι προσδίδει σένα εθνικό πολιτισμό παγκόσμια εμβέλεια . Με άλλα λόγια είναι επίπλαστο το αντιθετικό σχήμα παγκοσμιότητα/εντοπιότητα στη λογοτεχνία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  18. φιλολογος-Ηράκλειο21 Οκτωβρίου 2009 - 8:55 μ.μ.

    Παρακολουθώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις τελευταίες μέρες την υψηλής στάθμης συζήτηση για ένα δύσκολο, πολύ δύσκολο βιβλίο. Σε αυτό συνεισέφερε το εξαιρετικό, απο κάθε άποψη κείμενο του Φώτη και ο ποιοτικός διάλογος που αναπτύχθηκε(μπράβο σε όλους παιδιά). Τέτοιες συζητήσεις μας βγάζουν από τη μιζέρια της καθημερινότητας.

    Στέκομαι στις ενδιαφέρουσες επισημάνσεις σου Φώτη για τη σχέση εντοπιότητας- οικουμενικότητας στη λογοτεχνία. Αναρωτιέμαι όμως αν η ένταξη ενός λογοτεχνικού έργου στο ρεύμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας δεν εγκυμονεί πάντα κινδύνους μιας γραφικότητας. Εντέλει, πως μπορεί να λειτουργήσει ένα τέτοιο σχήμα(εντοπιότητα/οικουμενικότητα) σε μια παγκόσμια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από εκτεταμένες πολιτισμικές επιμειξίες?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  19. Ευχαριστώ για τις πολύ εύστοχες παρατηρήσεις του φιλόλογου από Ηράκλειο. Προκλητικά και εξαιρετικά ενδιαφέροντα τα ζητήματα που θίγονται

    Συμφωνώ καταρχάς ότι η ένταξη ενός βιβλίου στο ρεύμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας ενέχει πάντα κινδύνους γραφικότητας. Τούτο συμβαίνει στο βαθμό που αυτή η λογοτεχνία καλείται να επιβεβαιώσει μια αυτάρεσκη εικόνα που έχει ο κυρίαρχος σήμερα δυτικός πολιτισμός για τον εαυτό του. Με την έννοια αυτή στην Ινδία και στο Ιράν οι γυναίκες καταπιέζονται κατά τρόπο αδιανόητο για τη Δύση, η Κίνα γνωρίζει μια κομμουνιστική τυρρανία απο την οποία ευτυχώς η Δύση γλύτωσε. Στα ίδια πλαίσια η Ελλάδα, μέσω της λογοτεχνίας, θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην κλασσική της εικόνα αλλά ταυτόχρονα να επιδεικνύει μια κοινωνική υστέρηση που δίνει και το μέτρο του δυτικού τρόπου ζωής.

    Όσον αφορά στις πολιτισμικές επιμειξίες που επισυμβαίνουν σήμερα δεν διαφωνώ ότι σε μεγάλο βαθμό καταργούν το σχήμα εντοπιότητα/ οικουμενικότητα. Μου έρχεται στο νου η σύγχρονη αγγλική λογοτεχνία που διατηρεί εν πολλοίς τη ζωντάνια της στηριζόμενη σε συγγραφείς χωρίς αγγλική καταγωγή. Ο Ρούστι με την ινδουιστική και μουσουλμανική παράδοση της Ινδίας, ο Ισιγκούρο με τον Ιαπωνικό πολιτισμό ή ακόμα η συνάντηση αγγλικού πολιτισμού με την κουλτούρα των ινδών της καραιβικής στο έργο του Νάιπολ. Έπειτα, η σύγχρονη λατινοαμερικανική λογοτεχνία δεν είναι πλέον μόνο μαγικός ρεαλισμός αλλά και ισπανικός μοντερνισμός και αγγλοσαξωνικές επιρροές. Δηλαδή ο Μπόρχες δεν είναι λιγότερο αυθεντικός εκπρόσωπος της απο το Μάρκες. Στα καθ΄ημάς ο Καβάφης μιλά για την ελληνιστική κληρονομιά αλλά είναι προφανώς επηρεασμένος απο το αγγλικό ύφος, τη φλεγματικότητα και την ειρωνεία του.

    Θέλω τέλος να πω ότι κάθε φορά που τίθεται το ζήτημα της οικουμενικότητας ενός λογοτεχνικού έργου μου έρχεται στο νου το Κιβώτιο, του Άρη Αλεξάνδρου. Το βιβλίο αυτό δεν θα μπορούσε να γραφτεί χωρίς την εμπειρία του ελληνικού εμφύλιου. Δεν αποτελεί όμως ένα έργο αποκλειστικά για τον ελληνικό εμφύλιο.......

    ΑπάντησηΔιαγραφή