Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Αρχοντιά

Δευτέρα πρωί, αγουροξυπνημένη, εκνευρισμένη ήδη για την κίνηση που πρόκειται να συναντήσω κι αγχωμένη για το αν θα καταφέρω να ‘μαι στην ώρα μου στο ραντεβού στην άλλη άκρη της πόλης. Παρόλα αυτά, οι κινήσεις μου νωχελικές, δίχως νεύρο, μουδιασμένες και μηχανικές. Βάζω ένα cd να παίζει. Αρχίζουν να ξετυλίγονται οι νότες της Ρεμπούτσικα κι η φωνή της Πασπαλά: «Ήτανε, που λες, κατακαλόκαιρο…».

Στα στενά του παλιού Στροβόλου το αυτοκίνητο κυλά αργά. Παρατηρώ, όπως κάθε πρωί, το μάστορα που φτιάχνει ποδήλατα δίπλα στην εκκλησία, με μια κρυφή αγωνία μήπως κάποια μέρα πάψει να έχει δουλειά. Αυτός, όπως πάντα τέτοια ώρα, διαβάζει απορροφήμενος την εφημερίδα του, ενώ παραδίπλα ο μπακάλης σκουπίζει το πεζοδρόμιο μπροστά απ’ το μαγαζί του, ανταλλάζοντας καλημέρες με όσους απ’ τους οδηγούς γνωρίζει. Μοιάζουν κι οι δυο σαν φιγούρες που ξέμειναν σε σκηνικό άλλης εποχής και με αναζωογονεί αυτή η μυρωδιά γειτονιάς στον αέρα.

Συνεχίζω να προχωρώ αργά κι ένας μελαμψός ποδηλάτης από απέναντι μου γνέφει διστακτικά πως θα στρίψει δεξιά. Τον αφήνω να περάσει κι απαντά μ’ ένα νέο νεύμα, με αυτοπεποίθηση τούτη τη φορά, κι ένα χαμόγελο ανθρώπου που ξέρει να εκτιμά. Μου ‘χουν λείψει, σκέφτομαι, αυτοί οι άνθρωποι και χαμογελώ πίσω, μα έχει ήδη χαθεί. Κρατώ για λίγο τη μορφή του στο μυαλό μου: λιτά ντυμένος, μα συγυρισμένος, με τα μαλλιά του χωρίστρα στο πλάι – σίγουρα θα πήγαινε στη δουλειά του.

Θυμάμαι μια δασκάλα που είχα στο δημοτικό, που κάθε που ανέβαζε ένα συμμαθητή μας στον πίνακα του λέγε: «Μπορεί να κάνεις μερικά λαθάκια, αλλά μ’ αρέσει τόσο που μοσχοβολάς πάντα σαπούνι. Πρέπει να σ’ αγαπά πολύ η μαμά σου.» Δεν έχω δει ποτέ άλλο παιδί να ψηλώνει τόσο από περηφάνια.

Σκέφτομαι και τον πατέρα μου, που κάθε βράδυ πριν ξαπλώσει, χτενίζει τα λιγοστά μαλλιά του φτιάχνοντας τη χωρίστρα στο πλάι. Ίδιος με τη μάνα του, που έλυνε στο κρεβάτι το τσεμπέρι της, ξέμπλεκε τις πλεξούδες της και με ευλάβεια, σαν σε προσευχή, βούρτσιζε τα μαλλιά της. Κι εγώ πίστευα πως έτσι ακριβώς μοιάζει το μετάξι: σαν τα μαλλιά της γιαγιάς μου. Μα κι αν μοιάζει αλλιώς δεν θέλω πια να το ξέρω. Όπως θέλω ακόμη να πιστεύω πως ο Θεός προσέχει τα παιδιά όλου του κόσμου, όπως παρακαλούσε η γιαγιά, και πως παρά μια καλή νύχτα πιο όμορφο να προσμένεις ένα καλό ξημέρωμα.

Με τούτα και με ‘κείνα έφτασα στον προορισμό μου. Οι μουσικές της Ρεμπούτσικα κύλησαν κι η Πασπαλά τραγουδά: «… κι ό,τι περάσαμε πριν στη ζωή να ‘ναι η κρυφή δύναμή μας».

«Κι ας παν τα τραύματα της λύπης σ’ άλλο μούχρωμα», θα ‘λεγε ο Ελύτης.


(Το έργο είναι από τη Νέκυια του Χρόνη Μπότσογλου)

5 σχόλια:

  1. ...einai tis geitonies mou pou perigrafeis, eprepe na rthis esi ston palio to strovolo gia na doseis toso xroma kai noima stis eikones pou evlepa apo mikri.O podilatas, parakato o fournos pou panta leipei o idioktitis apo mesa me tis portes orthanixtes, i sinergatiki se poli kentriko simio, o mpakalis, to periptero, enas pou ftiaxnei akoma karekles psathenes, i eirinia pou ta exase ola alla akoma einai ekei, sto kentro i ekklisia tis xriseleousas pou mazeuomaste oloi oi oikogeneia tis perioxis kathe pasxa kai oles oi giagiades mas pou panta eixan nomo sti zoi tous oti me tin agapi mporis na ta liseis ola.
    kalo sou vradi nasioudin mou...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Όμορφες παλιές γειτονιές που σιγά σιγά χάνονται στον βωμό της λεγόμενης ανάπτυξης. Οι εικόνες που τόσο όμορφα μας περιγράφεις ξυπνούν ωραία συναισθήματα και μας ταξιδεύουν σε παλιές καλές εποχές γεμάτες χρώμα άρωμα και ευγένεια . Καλή σου μέρα φίλη Νάσια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. πανεμορφη διαδικασία-αντιδοτο στη σκληρότητα Νασια

    και η ανθρωπινη αξιοπρεπεια είναι τόσο ηχηρη μέσα στη σιωπή της

    σ ευχαριστω

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αυτή η Κύπρος που επιμένει με αλυσσόδεσε εδώ κι όσο κι αν πότε-πότε με πληγώνει, μετά μου δίνει μια μ' ένα χαμόγελο στο χρόνο ξεχασμένο και μ' αποζημιώνει.

    Νά σαι καλά να ζωγραφίζεις έτσι όμορφα τις μέρες μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Δεν ξέρω αν όμορφες είναι οι γειτονιές ή αν διατηρούμε ακόμα την ικανότητα - την ευαισθησία - να αναζητούμε τις ομορφιές τους. Όπως και την ομορφιά στα μάτια των ανθρώπων - την ευγένεια, την αξιοπρέπεια, την αρχοντιά τους. Αυτοί οι άνθρωποι είναι η Κύπρος που επιμένει, ο κόσμος που αντιστέκεται. Και που τροφοδοτούν τη δική μας αντοχή να βρίσκουμε στους ανθρώπους πράγματα για να θαυμάζουμε και να παραμένουμε άνθρωποι κι εμείς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή