Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Βροχή

Μια κρύα ανάσα αέρα περνά απ’ το παράθυρο και διαπερνά το κορμί σου. Ξυπνάς κι αντικρίζεις ένα λευκό ουρανό κι είναι παράξενο το φως που θαμπώνει τα μάτια σου. Θα βρέξει, σκέφτεσαι. Πρώτη του φθινοπώρου. Κάποιες στάλες γεμάτες σε φτάνουν λοξά κι έχουν τη μυρωδιά του τόπου σου – γεύση από δύσθυμες ανάσες και σκόνη.

Όλα πια θα ξεπλυθούν. Τούτη η ταπεινή βροχή, διάφανη και διακριτική, θα κυλήσει ανάμεσα στα φύλλα και στα βότσαλα, θα τρέξει αδιάκριτα στις πλατείες και στους υπονόμους, θα παρασύρει νεκρούς τζίτζικες, σπασμένα κοχύλια και τελειωμένες γόπες, θα σβήσει χνάρια από διαδρομές που έμειναν στη μέση και θα χαράξει νέες στο χώμα.

«Στάξε μου το σάλιο σου να γίνω λάσπη ως πότε θα μαι χώμα ξερό;» Πού τον θυμήθηκες τώρα το Χριστιανόπουλο; Συνήθως τον γυρεύεις νύχτα...

Κοιτάς έξω ξανά. Ο καιρός σχεδόν άνοιξε. Μερικές ηλιαχτίδες ξεπροβάλλουν δειλά. Ένα πουλί πέταξε αποφασιστικά και κάθισε στα σύρματα. Τα χρώματα φωτίζονται αλλιώς, πιο βαθιά, πιο έντονα. Η θάλασσα θα ναι πια σκούρο μπλε κι οι ρώγες των σταφυλιών θα γυαλίζουν.

Ήταν για λίγο μάλλον αυτή η βροχή. Πρόλαβε άραγε να ξεδιψάσει τις στεγνές ρίζες και τα σπουργίτια, τους λύτρωσε απ’ τις μάταιες ελπίδες κι απ’ τις κακοφορμισμένες πληγές; Τα μαραμένα πέταλα έπεσαν και τα γυμνά κοτσάνια σε πληγώνουν. Βιάζεσαι (μονίμως βιάζεσαι) να αναρρωτηθείς πότε θα ξανανθίσουν, μα είναι τόσα αυτά που δεν μάθαμε στο σχολείο.

Η ζωή φαίνεται να μπαίνει ξανά στους ρυθμούς της και σ’ ενοχλεί. Θα προτιμούσες μια στιγμή ακινησίας που να κρατούσε για πάντα. Ένα ξαφνικό ανατρίχιασμα σαν από δάγκωμα σκορπιού κι αποτινάζεις τη σκέψη με αηδία.

Συνεχίζει να σε εκνευρίζει ο θόρυβος του δρόμου, τα αυτοκίνητα που τρέχουν κι οι άνθρωποι που δεν βλέπουν. Οι χαζοχαρούμενες διαφήμισεις που θα πέσουν μετά τη βραχνή φωνή της Μοσχολιού. Οι νέες σειρές στην τηλεόραση κι οι νέοι που δεν έχουν να πουν τίποτε νέο. Οι ανέραστοι δάσκαλοι που δεν μπορούν να μεταδώσουν το δέος της γνώσης. Οι αυτάρκεις ανίδεοι που δεν θαυμάζουν κανένα. Οι καχύποπτοι λόγοι ανυποψίαστων πολιτικών κι η πολιτική που απέλιπεν τους πολίτες. Οι προβληματισμοί που ζέχνουν μούχλα κι η δογματικότητα των προοδευτικών. Τα ευφάνταστα ανακατέματα καλλιτεχνών κι η ατάραχη εσωστρέφεια της τέχνης. Ο φωτισμός που απογυμνώνει χωρίς να αποκαλύπτει. Η γλώσσα χωρίς επιρρήματα. Οι ιστορίες χωρίς εκδοχές. Η επετειακή μνήμη. Τα σικέ ντέρμπι και τα σινιέ χαμόγελα. Τα σκληρά βλέμματα. Η έλλειψη αγωνίας. Η απουσία του έρωτα. Ο φόβος σου για το χρόνο που φεύγει. Όσα δεν καταλαβαίνεις και τ’ άλλα που κατάλαβες. Αυτό το κάτι που ψάχνεις κι είναι πάντα αλλού. Κι οι προτάσεις σου που δεν έχουν τελεία.

Ο ουρανός είναι γαλάζιος και πάλι, χωρίς καμιά απόχρωση. Τόσο σύντομη τελικά η βροχή. Πώς να γαληνέψει τις καταιγίδες της ψυχής σου...

(Η Βροχή στην Auvers είναι του Vincent van Gogh)

4 σχόλια:

  1. Σιγά βρε Νάσια. Θα ξαναβρέξει. Πως κάνεις έτσι;

    Τα πρωτοβρόχια ήταν.

    Δες το πιο θετικά. Έβρεξε πρώτη φορά, θα βρέξει και πιο μετά. Είναι απλό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. μακαρι να χιονίσει - εκει θα σκεπαστούν όλα - για λίγο

    :-)

    εκει να "δεις" σιωπή !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Βροχή... Οταν είδα για πρώτη φορά τα φετινά πρωτοβρόχια, ηταν ψές.. και ένιωσα το γαργαλητό στο στομάχι.. δεν ξέρω να το περιγράψω. αυτό που ξέρω ειναι οτι άρχισα να χαμογελάω αν και μόνος μου και μετά βγήκα έξω στην βροχή να "πλυθώ" και γώ απο του καλοκαιρίου τα απομεινάρια..Γιατι να μην εχω το θάρρος να βγώ στο δρόμο στην βροχή και να περπατήσω ώρες... ώρες.. και γώ ενα με τα υπόλοιπα.Θα το κανα αν δεν είχε αλλα μάτια κοντά.. αυτή είναι η κατάντια μου..
    βρέξε θεε της βροχής
    να εξαγνίσεις τις ψυχές
    την πικρα της ζωης
    να ανθίσει ο μενεξές

    Καλημέρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή