Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

«Η νεραϊδοφωνή»

Βρέθηκα να παιδεύομαι αυτές τις μέρες. Με παίδεψε η σκόνη που σκέπασε τον τόπο κι όλα τα καμώματα, οι υπολογισμοί κι οι επαναλήψεις που χρόνια του στερούν τον αέρα. Με παίδεψαν οι φρικτές εικόνες απ' τον κόσμο του Σελίν, οι τόσες εκδοχές του Έρωτα στο Συμπόσιο, οι δύσκολοι στίχοι του Ντύλαν Τόμας κι εκείνοι οι θλιμμένοι του αυτόχειρα της Πρέβεζας, κι ας τους τραγούδησε η Γιαννάτου τόσο γλυκά. Με παίδεψαν οι λέξεις του άλφα του στερητικού – ανυπεράσπιστη, ανώφελη, αδιέξοδη – που κάνουν την αγάπη την ίδια να μοιάζει φτιαγμένη από τούτο το άλφα το άχαρο. Μέχρι κι η άνοιξη που έρχεται με παίδεψε, οι σπαλαθκιές, οι λαλέδες και τα κυκλάμινά της που βρήκαν χρώμα κι άνθισαν σε χώμα που οι ανθρώποι του δεν θωρούσιν και δεν λαλούσιν πια την ομορφιά.

Κι εκεί που βούλιαζα στην ατάραχη ανησυχία μου, η ματιά μου σταμάτησε σ’ ένα βιβλίο αφημένο εδώ και μερικές βδομάδες στη βιβλιοθήκη. «Νασουλίνα μου, σου στέλνω το βιβλιαράκι που σου έλεγα. Ελπίζω το παραμύθι του Δημήτρη να σε ταξιδέψει. Σ’ αγαπώ πολύ». Είχε τίτλο «Η Νεραϊδοφωνή» και στο εξώφυλλο ένα παιδί μ’ ένα σκυλί στη μέση μιας λίμνης στα χρώματα του δειλινού. Το άνοιξα διστακτικά. Τι άραγε να ‘χει ένα παραμύθι να μου πει, Κυριακή ημέρα μ’ όλες τις κυριακάτικες εφημερίδες να περιμένουν στη σειρά να με πληροφορήσουν τις ασταμάτητες εξελίξεις ενός κόσμου σταματημένου από καιρό;

«Ήταν κάποτε στα χρόνια τα παλιά ένα παιδί που το έλεγαν Τι;.
- Τι Τι;;
- Ναι, Τι;.»

Κι ο Τι; είχε ένα σκυλάκι που το ονόμασε Ε;. Και που μαζί του ξεκίνησε να βρει ένα αίνιγμα που δε θα το λύσει κανένας για να το πει στο βασιλιά κι αυτός να του δώσει το χέρι της βασιλοπούλας, που ήταν όμορφη σαν τα λουλούδια της Άνοιξης. Κι ας μην ήξερε τι να το κάνει το χέρι της ο Τι;. Πιθανόν να της το έδινε πίσω. Το δάσος γέμισε, λοιπόν, με τα παιχνίδια του Τι; και του Ε; κι έμοιαζε με ένα μικρό μικρό όνειρο. Κι έτσι μαζί διέσχισαν όλο το δρόμο προς το παλάτι κι αντάμωσαν κακούς – κυνηγούς που είχαν αλυσοδέσει ένα ξωτικό, το Σκιάχτρο που έκλεβε τα όνειρα των παιδιών και το μάγο πολεμιστή με τις ξερές του λέξεις – και καλούς – το Ξωτικό με το ολάνθιστο χαμόγελο, το Σταρένιο δράκο, τη Λίμνη της Ερημιάς κι ένα ευγενικό πεφτάστερο – που έγιναν φίλοι του. Γιατί ο Τι; έλεγε πάντα την αλήθεια και δεν ζητούσε τίποτε απ’ τους καλούς παρά μόνο να ‘ναι φίλοι του και να περπατούν παρέα. Και μαζί τους έμαθε ποιος είναι ο Ονειροποιός, ποιο είναι το μαύρο κέντημα που επάνω του στέκουν χίλιες φωτιές και πώς φτιάχνεται ένα αίνιγμα που τη λύση του γνωρίζει μόνο ένας. Κι άκουσε μαζί τους τη νεραϊδοφωνή:

«Ήταν ένα όνειρο μανιταρένιο
Μαγεμένο μαραμένο
Μαράζι μαύρο μαζεμένο
Μαγοσκόρπισέ το
Μαγονεραϊδοσκόρπισέ το
Δρακονεραϊδολίμνησέ το
Σαν αγαπόνειρο να γίνει
Σαν ονειροφιλί να γίνει
Και σαν χαμόγελο
Ναι, σαν χαμόγελο»

Χαμογέλασα! Μάλλον ήταν ένα ξεχασμένο παιδί μέσα μου που χαμογελούσε. Εκείνο το παιδί που καβάλα στην κούνια του έκλεινε τα μάτια και πετούσε στον ουρανό. Κι ήταν ο ουρανός ακόμα γαλάζιος κι άκουγε τις ευχές και τις προσευχές κι έριχνε τ’ άστρα τη νύχτα για να τις πραγματοποιήσουν. Και στα συννεφάκια του έκαναν τραμπάλα τα παιδιά κι ύστερα κυλούσαν απ’ την τσουλήθρα του ουράνιου τόξου. Που κάθε που έβγαινε υποσχόταν πως όλα τα κακά τελειώνουν γιατί κάποιος καλός Θεός προσέχει τους ανθρώπους. Και πως είναι κι οι άνθρωποι καλοί, πλασμένοι από όνειρο και φωτιά σαν τους καλούς τους δράκους, απο φως κι αγάπη σαν τα καλά τα ξωτικά...

Κι ήταν ένα μικρό παιδί μέσα μου που μου ζητούσε να μην το λησμονήσω ολότελα. Και να το αφήνω να ξορκίζει καμιά φορά, με τις λεξούλες και το χαμόγελό του, τη λύπη...

Υ.Γ. Μαρθούλα μου, σ’ ευχαριστώ που μ’ έμαθες να αγαπώ τα παραμύθια. Δημήτρη, σ’ ευχαριστώ για το ταξίδεμα.

(«Η νεραϊδοφωνή» του Δημήτρη Φιλοκώστα και σε εικογράφηση της Σόφι Σενόγλου εκδόθηκε το 2009 στη Θεσσαλονίκη.)

7 σχόλια:

  1. Νάσια, υπέροχο.. Απόλυτα συγκινητικό. Να είσαι καλά, καλό ξημέρωμα και όμορφη εβδομάδα εύχομαι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Και σε σένα, thalassaki.
    Μας λείπεις, ξέρεις...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Mε μαγεψε αυτη σου η εγγραφη.!

    Ανυπεράσπιστα κι ωραία να διαβαίνει η ψυχή την κάθε ζωσα στιγμή.

    Εκει ο χρόνος νίπτει τας χείρας του
    και είσαι ήδη μέσα στο ξέφωτο του δάσους της αληθειας σου.

    Να εισαι καλα Νασια μου.Καλο βράδυ και όμορφη εβδομάδα.! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Χαμόγελα βλέπω...
    Λύθηκαν τα μάγια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Μόνο που θυμήθηκα το στίχο του Αλκίνοου: "Τι να την κάνω τη ζωή μου στο παραμύθι θα την ρίξω να πνιγεί".
    Να 'σαι καλά Νάσια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Μα αν δεν παραμυθιαστεί η ψυχή μου, πώς να πιστέψω πάλι από την αρχή;

    ΑπάντησηΔιαγραφή