Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Μαρωνίτης & Γκίνσμπεργκ - Πρώτες σκέψεις διαβάζοντας τη Δεύτερη Ανάγνωση



του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη

(αναδημοσίευση από τη LIFO)


1. Παράπονο: Εδώ και μερικά τέρμινα χορεύουν οι αριθμοί, γλεντάνε οι λογιστικές και ωθούνται σε περιθώρια και σιωπές οι ποιήσεις, οι λογισμοί. Κι ακόμα, με παράπονο το λέω, άνθρωποι εκλεκτοί έχουν επιδοθεί σε μιαν αγωνιώδη (σύμφωνοι) και έντιμη (ακόμα πιο σύμφωνοι) προσπάθεια να σωθούμε από γκρεμούς και βάραθρα, από λιμούς και λοιμούς, από συλλογικές παρακρούσεις και μαζικές αυτοκαταστροφές, αλλά λες και είναι πρώτιστη συνθήκη και αναγκαία να αναθεματίσουν αυτό που ήσαν παλαιότερα, να βάλλουν με περισσή κακία κατά ήδη νεκρών ειδώλων και ιδανικών.
Πολλές φωνές που ξεκινάνε ψύχραιμες εκτρέπονται σε έναν οξύηχο συναγερμό. Άλλες μπουκώνουν και βραχνιάζουν. Κάποιες χάνουν πολλάαπό τα δίκια τους γιατί μαλλιάζει η γλώσσα τους στ’ αλήθεια. Κάποιες ενοχές γίνονται εκπόνηση και διευθέτηση επιχειρημάτων που θέλουν να ξορκίσουν το παρελθόν, έστω τις αφροσύνες του παρελθόντος. Ορισμένοι φανατισμοί αλλάζουν πρόσημο. Πάλι, οι διχασμοί. Πάλι, οι συναισθηματικοί εκβιασμοί. Πάλι το από εδώ ή από εκεί, και το σβήσ’ τα όλα και πάμε απ’ την αρχή.

2. Αθωότητα: Διαβάζω Μαρωνίτη. Λέει ο Δάσκαλος: «Προέρχομαι από μια οικογένεια καπνεργατική […] που είχε την κομμουνιστική αθωότητα του 1930 και, εν μέρει, του 1940. Επομένως, υπάρχουν καταβολές ανεξίτηλες στην πρώιμη εφηβική ηλικία από τον καπνεργατικό κομμουνισμό, όπως τον ονομάζω εγώ. Πιστεύω πως όλη αυτή η παράδοση ενστάλαξε μέσα μου μια δωρεά ανεκτίμητη που προσπαθώ να κρατήσω με τα δόντια. Η παράδοση αυτή μου έμαθε να εκτιμώ περισσότερο απ’ όλα εκείνο που ονομάζω ζωτικές ψευδαισθήσεις […] Πιστεύω ότι τουλάχιστον οι άνθρωποι που θυσίασαν τη ζωή τους, ή την εξέθεσαν στον έσχατο κίνδυνο, από κει και πέρα είτε γίνονται κυνικοί είτε κρατούν πάση θυσία τα στοιχεία της αθωότητάς τους. Απροσδιόριστης μεν, αλλά σίγουρα βιωματικής. Αυτό που πάει να λείψει γύρω μας σήμερα είναι ακριβώς μια τέτοια αίσθηση. Προτιμώ να είμαι αθώος και ελαφρώς ανόητος, παρά να είμαι άφιλος και κυνικός […]» (Δημήτρης Δουλγερίδης, Δεύτερη Ανάγνωση. Οι συνεντεύξεις, εκτός από το έργο τους, εκδ. Πόλις, σσ. 150-1).

3. Συσχετισμοί: Διαβάζοντας τον Μαρωνίτη, στέκομαι ξανά και ξανά στη λέξη «αθωότητα». Ο Μαρωνίτης την επαναλαμβάνει. Γενναία. Δεν φοβάται, κι άφοβα θα πει τη φοβερή φράση: «Προτιμώ να είμαι αθώος και ελαφρώς ανόητος, παρά να είμαι άφιλος και κυνικός». Ο πρίγκιπας Λεφ Νικολάγεβιτς Μίσκιν χαμογελάει από κει πάνω. Ο Μισέλ Κατσαρός τραγουδάει, «Παραμένω εν πλήρει συγχύσει αθώος». Ξεβιδώνω το βούλωμα από ένα στρατιωτικό μεταλλικό παγούρι γεμάτο πηλιορείτικο τσίπουρο και το μοιράζομαι με φίλους (τροτσκιστές, αναρχικούς, ρηγάδες, πανελλαδικάριους, σιτουασιονιστές, ραϊχικούς, φροϋδομαρξιστές, παλαβωμένους με τον Μπένγιαμιν, ομνύοντες στον Φουκώ, ξεφτέρια στον Αξελό). Ένα ταξίμι για τον Άρη Αλεξάνδρου. Ξόδι για τον Αγιονικοκαρούζο. Μαρωνίτης: «Μπορεί να μη γίνει ο κόσμος ποτέ όπως τον υποσχέθηκαν μερικά υπεραισιόδοξα συστήματα, αλλά, εν πάση περιπτώσει, το να διατηρεί κανείς τις ζωτικές του ψευδαισθήσεις είναι ήδη πολύτιμο». Θυμάμαι τον Γκόρπα: «Μαίριλυν, μαζί μ’ εσέ θυμάμαι και τον Μπελογιάννη». Ο Μαρωνίτης με πάει στον Γκίνσμπεργκ: «Αμερική, σαν ήμουνα εφτά χρονώ, η μαμά μ’ έπαιρνε μαζί της / στις συνεδριάσεις των κομμουνιστικών αχτίδων / μας πουλάγανε στραγάλια μια χούφτα το κουπόνι, μια πεντάρα το κουπόνι / οι λόγοι ήτανε τζάμπα, όλοι τους ήτανε χάρμα, ‘τρέφαν αισθήματα για την εργατιά, υπήρχε τόση ειλικρίνεια/ ιδέα δεν είχες τι κομμάτι πράμα ήταν το κόμμα το 1935».

4. Νερά/Μωρό: Μες στη φούρια των καιρών και τους απανωτούς κατακερματισμούς, ας φροντίζουμε να μην καίμε και τα χλωρά μαζί με τα ξερά, κι ας μην πετάμε το μωρό μαζί με τα νερά. Ναι, πιέζουν τα πάντα, αλλά μη γινόμαστε κακιασμένοι με παλιότερα πιστεύω και, κυρίως, μην πετάμε τα τιμαλφή που τα βλέπουμε τώρα σκουριασμένα. Είμαστε οι ιστορίες μας. Και η Ιστορία είναι οι ιστορίες μας.
Παντού θα βρεις κάτι που να μένει. Ένα τραγούδι. Ένα στιχάκι. Ένα βλέμμα. Ένα άφιλτρο τσιγάρο, διαβάζοντας την Ιλιάδα. Μια γουλιά, μια μποτίλια, μια νταμιτζάνα κρασί, ακούγοντας την «Οδό Ονείρων». Ο Μαρωνίτης κρατάει το πολύτιμο. Ο Γκίνσμπεργκ κρατάει το πολύτιμο. Καπνεργατικός κομμουνισμός και αθωότητα και ζωτικές ψευδαισθήσεις. Στραγάλια μια πεντάρα το κουπόνι και οι λόγοι τζάμπα και τόση ειλικρίνεια.

4 σχόλια:

  1. Σε μια δύσκολη συγκυρία η συζήτηση περί αθωότητας δίνει το μέτρο της κρίσης και δείχνει τον τρόπο υπέρβασης της. Σισύφεια η πρόκληση. Αναγκαία όμως για να κρατηθούν, έστω ως παρακαταθήκες, οι πολύτιμες ” ζωτικές ψευδαισθήσεις” που με τόση σοφία καταθέτει ο Μαρωνίτης. Αλλιώς κινδυνεύουμε να συμβεί ότι και στο Κιβώτιο του Αλεξάνδρου: Στην πρυτανεύουσα καταθλιπτική συνθήκη της κρίσης κάποιοι άλλοι, ανώνυμοι πλαστογράφοι ή δικολάβοι, θα διαπραγματεύονται, εκ μέρους μας την αθωότητα μας επιζητώντας τη δικαίωση τους.
    Η Δημουλά σ’ένα της στίχο εκφράζει αυτή την αγωνιώδη, σισύφεια, προσπάθεια “ Για να μην πάει χαμένο, το χαμένο ” καλώντας μας να υπερβούμε το εφήμερο , να σκύψουμε στο ελάχιστο για να διαχειριστούμε λυτρωτικά τον χειροπιαστό παραλογισμό των ημερών.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ' ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία περπατάνε παράλληλα αυτοί που, από τη μια, έχουν ταχθεί με το μέρος της αθωότητας, κι οι άλλοι που την καπηλεύονται. Δεν πιστεύω πως σήμερα θα συμβεί κάτι διαφορετικό. Στο μόνο ίσως που διαφέρει η σημερινή συγκυρία είναι πως η αθωότητα πια σπανίζει. Ίσως πάλι σήμερα να 'ναι πιο ουσιαστική, πιο αποφασισμένη, πιο συνειδητή - καρπός των "ζωτικών ψευδαισθήσεων" που μπορούν να μας διασώσουν από τον κυνισμό, την παραίτηση και την ύβρη.

      "Σκύβοντας ουρανό ατένιζα. Που έφτιαξα από πτώσεις (...) Έζησα συνταιριάζοντας τις πτώσεις. Για να μην πάει χαμένο, το χαμένο (...) Αυτό δεν θα το αγγίξετε". Συμπληρώνω λίγη Δημουλά ακόμα...

      Γιατί όπως λέει κι ο Ελύτης, "ο ποιητής είναι ο μόνος που σώζει από τη χλεύη "τα τιμιώτατα" των ανθρώπων."

      Τα πολύτιμά του...

      Διαγραφή
  2. αχ αυτή η αθωότητα..
    στο άκουσμα της λέξης..αθωότητα αιμορραγεί η τρομακτική μας πλέον ανθρωπότητα!!
    πφφφ.....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Το σχόλιό σου, φίλη μου, μου θύμισε αυτούς τους στίχους της Κατερίνας Γώγου:

      "Ένα πρωί (...)
      Θ' ανοίξω την πόρτα
      και είναι -όχι πως φοβάμαι-
      μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα
      και πως εσύ πρέπει να μάθεις
      να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
      χωρίς όπλα όπως εγώ
      - γιατί εγώ δεν πρόλαβα-
      γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ
      "έτσι" "αόριστα"
      σπασμένη σε κομματάκια
      από θάλασσα, χρόνια παιδικά
      και κόκκινα λάβαρα."

      Μια μεγάλη επανάσταση η αθωότητα! Μια μεγάλη απειλή!
      Γι αυτό και την δολοφονούν. Παντού και πάντα. Σε όλες τις μορφές και τις εκφάνσεις της.
      Όπως "είθισται να δολοφονούν τους ποιητές".

      Διαγραφή