Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άνθρωποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άνθρωποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Προσευχή


Damien Hirst,
Study after Delacroix (the Orphan Girl in the Cemetery)
Κύριε, πού είσαι; Απέστρεψες το πρόσωπό σου ή μήπως έχει σκοτεινιάσει; Κι ας μην έχω να σου προσφέρω παρά μόνο μια καρδιά που αμάρτησε, ότι ηγάπησε πολύ, μη με εγκαταλείπεις.

Γιατί είναι φορές που νιώθω αβάστακτη την πλάση σου, Κύριε. Δεν στο λέω από αλαζονεία, μα σαν κάποιος που δεν είναι ούτε θεριό, ούτε ήρωας, ούτε άγιος. Ούτε καν αθώος ή ανυπεράσπιστος. Νικημένος απλώς, με ένα σωρό συνθηκολογήσεις στα τεφτέρια του. Έχοντας συμβιβαστεί και με την απώλεια και με την ανοησία και με την ασχήμια και με το θάνατο. Και με την απουσία δικαιοσύνης, ακόμα και στο θάνατο. Και με την προ και μετά θάνατον ανυπαρξία. Μόνο με το θάνατο των παιδιών δεν συμβιβάστηκα, Κύριε. Με το μέγιστο των παραλόγων στη ζωή που, αλήθεια γιατί, εποίησες;

Είναι στιγμές, ομολογώ, που διακρίνω τη σοφία σου σε κάτι ξεχασμένες ή παρατημένες ρανίδες ομορφιάς. Σαν όταν ανακαλύπτω στη μέση του χειμώνα κάτι τοσοδούλια αγριόχορτα ανθισμένα. Πού βρήκαν το κουράγιο, σκέφτομαι, αθέατα κι ανυστερόβουλα να εκπληρώνουν την ευτυχία του κόσμου ή έστω να μην επιβαρύνουν τη δυστυχία του; Με ταπείνωση κι ευγνωμοσύνη θα τα δεχόμουν για δάσκαλο μου, Κύριε, μα και πάλι δεν θα μπορούσα να εξηγήσω τον πόνο των παιδιών πώς επιτρέπεις.

Για τούτο το ελάχιστο, λοιπόν, σε παρακαλώ και σε ικετεύω και δέομαι σου: Για μια μέρα χωρίς τα δάκρυα των παιδιών, χωρίς τα δάκρυα των μανάδων τους. Μια μέρα χωρίς το απάνθρωπο. Μήπως έτσι γίνουν υποφερτές οι υπόλοιπες ημέρες. Και μπορέσουμε να πεθάνουμε, αν όχι ανώδυνα κι ειρηνικά, τουλάχιστον χωρίς να μισούμε.

Συγχώρεσε με, Κύριε, μα εμένα δεν μπορούν πια να με σώσουν ούτε τα ανθρώπινα ούτε τα θεία. Ούτε η πίστη μου, ούτε η αλήθεια σου, ούτε η ανάσταση, ούτε ο έρωτας, οι ανοιχτοί δρόμοι, οι καινούριες λέξεις στα βιβλία. Κρατιέμαι μόνο απ' αυτά που βρίσκονται στο μεταίχμιο: το παιδί μου, τα παιδιά μας και κάτι αγριολούλουδα που ανθίζουν για μια στιγμή κι έπειτα μαραίνονται. Μην τα ξεχνάς, Κύριε, στην εδώ βασιλεία σου.

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Βρυξέλλες


René Magritte, Le beau monde (Ο όμορφος κόσμος), 1962 
Στο ένα φθινόπωρο κι ένα χειμώνα που έζησα στις Βρυξέλλες, παρατηρούσα συχνά τα δέντρα – τους ψηλούς γυμνούς κορμούς με τα λεπτά κλαδιά στα οποία κάθονταν, θαρρείς σαν κι εμένα σκεφτικά, τα πουλιά της πόλης. 

Επιστρέφοντας, τέσσερα σχεδόν χρόνια μετά, μπόρεσα στον ελάχιστο μου χρόνο να δω τα έργα του διασημότερου Βέλγου ζωγράφου, του René Magritte. Να δω τα δικά του δέντρα, τα ψάρια και τις κουκουβάγιες του, τους αντεστραμμένους καθρέφτες του, τους ανθρώπους με τις καμπαρντίνες, τις γυναικείες φιγούρες του, τους γαλανούς ουρανούς του με τα λευκά συννεφάκια. Να δω εκείνα που κρύβονται, μα και κείνα που είναι, και που, κατά τον ίδιο τον καλλιτέχνη, δεν σημαίνουν κάτι, επειδή και το μυστήριο  δεν σημαίνει κάτι – είναι απλά άγνωστο.

Βγαίνοντας απ’ το μουσείο, κοίταξα το βρυξελλιώτικο ουρανό κι ήταν σαν να αντίκριζα κάποιον απ’ τους πίνακες του Magritte και μια ψηφίδα απ’ τη φυσιογνωμία της πόλης. Που παραμένει, συλλογίστηκα, άγνωστη σ’ εμάς τουλάχιστον τους περαστικούς διαβάτες κι όσους την έχουν ταυτίσει με το απρόσωπο τετράγωνο της Schuman και τους ατσαλάκωτους τεχνοκράτες που το κατακλύζουν. 

Αφού δεν είναι αυτό οι Βρυξέλες ή μάλλον δεν είναι μόνο αυτό. Είναι μια πόλη με γωνιές και γειτονιές, με μεγάλους δρόμους, πλατείες και στενοσόκακα, με μικρά μαγαζιά που επιδιορθώνουν παπούτσια ή πουλούν τσάι, με υπαίθριες αγορές και τέχνη, με χαλάλ κρεοπωλεία και γυναίκες με μαντίλες, με παιδάκια με χαριτωμένα σκουφιά, με λουλούδια στα παρτέρια, με κίνηση, με άθλια τουριστικά μέρη, με διαρρήξεις, με απεργίες, με άλυτα προβλήματα, με ανθρώπους που κυνήγησαν το όνειρό τους, με ανθρώπους απογοητευμένους ή σκυθρωπούς, με ανθρώπους που ερωτεύονται, κουράζονται ή υποφέρουν, με συνηθισμένους, τέλος πάντων, ανθρώπους, εν πολλοίς άγνωστων λοιπών στοιχείων, οπτικών και προοπτικών.

Που κι αυτοί, σαν και ‘μας στην άλλη άκρη της Ευρώπης, ίσως αγνοούν ή αδυνατούν να συλλάβουν σε πόσο μεγάλο βαθμό οι «Βρυξέλλες» – όχι ο τόπος τους, οι άλλες του ευρωπαϊκού ιδεώδους – διαμορφώνουν κι επηρεάζουν, άλλοτε θετικά κι άλλοτε αρνητικά, τις ζωές τους. Κι είναι ίσως κι αυτοί το ίδιο ανυποψίαστοι ή το ίδιο σαστισμένοι μπροστά σε αυτό που φαίνεται, σ’ εκείνο που κρύβεται ή στο άλλο που σημαίνει. Κι ίσως νιώθουν κι αυτοί καμιά φορά το ίδιο ξένοι προς τις ζωές τους, τις τόσο ετερόκλητες, τις τόσο ετεροκαθορισμένες.        

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

Carrousel

Πρόχειρες σκέψεις με αφορμή τον "Αμφιτρύωνα" του Μολιέρου, όπως τον σκηνοθέτησε ο Λευτέρης Βογιατζής



Μαριονέτες ή αλογάκια στο καρουζέλ των «θεών». 
Εκείνοι 
υπερόπτες, ανήθικοι και ανάλγητοι 
- θεοί όντες. 
Όμως οι θνητοί; 
Πώς τόσο 
εύκολα 
τους ξεγελά 
η απάτη; 
Πώς τόσο 
υπάκουα 
περνάνε στη μεριά της; 
Πώς της χαρίζονται 
τόσο βολικά; 
Ως το σημείο που να μην πιστεύουν πια στο όνομά τους. 
«Αν εσύ είσαι εγώ, 
τότε 
εγώ 
ποιος 
είμαι;» 
Ως το σημείο που να μην πιστεύουν πια σε κανένα. 
Που να εγκαταλείπουν 
τ' όνομά τους 
και τον καθένα 
- πλην των «θεών». 
Και το 
καρουζέλ 
να συνεχίζει 
να γυρίζει 
σ' ένα κύκλο 
φαυλότητας. 
«Αχ, αν δεν ήμουν τόσο δειλός», 
επαναλαμβάνει 
ανέμελα 
ο υπηρέτης. 
«Δούλος», διευκρινίζει η νύχτα. 
Που δεν λέει να ξημερώσει...

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Χαλασμένη πρίζα



του Χρόνη Μπότσογλου
Η είδηση της αυτοκτονίας δύο προσώπων από ταράτσα πολυκατοικίας στην πλατεία Βάθη με βρήκε εντελώς απροετοίμαστη. Όχι πως δεν έχω πια συνηθίσει την απόγνωση (κοιτώ στο λεξικό: χωρίς πληθυντικό, συνώνυμο η απελπισία, στη διπλανή σελίδα η λέξη αποβαρβάρωση ακούγεται επίσης οικεία), καθόλου γι αυτό, αντιθέτως. Μα γιατί θα μπορούσε να μιλά για κάτι τόσο κοινότυπο, ας πούμε ανεβαίνω στην ταράτσα για να απλώσω τα ρούχα ή πηγαίνω τις Τετάρτες στη λαϊκή ή πλένω μαρούλι για τη σαλάτα. Μια απόφαση θανάτου σαν κάθε άλλη ενέργεια ζωής, καθημερινή, αυτονόητη κι επαναλαμβανόμενη, θα έγραφα, αν επαναλαμβανόταν ο θάνατος. Χωρίς πολλά πολλά, χωρίς μεγάλη σημασία, χωρίς κάποια ιδιαίτερη αξία. Σαν κάτι που τι να γίνει, έτσι έτυχε, συμβαίνουν αυτά τα πράγματα, όπως την πρίζα του πλυντηρίου που χάλασε, την αλλάξαμε, πήραμε άλλη.

Από πού παίρνουν άλλη ζωή, θα ‘θελα να ρωτήσω, αλλά ποιος μπορεί να πει; Σίγουρα όχι ο κύριος Αντώνης. Αυτός πήρε μόνο τη μάνα του απ’ το χέρι – τελευταία πράξη αφοσίωσης – κι  έτσι, σαν να της σιάζει την πιέτα στο καλό της το φουστάνι, ανέβηκαν μαζί τα σκαλιά ένα ένα.       
  
Από πού παίρνουν άλλη ζωή, ρε μαλάκες, θέλω να ουρλιάξω σαν λυμένο σκυλί με αφρούς στο στόμα!

Αλλά όχι, δεν μου επιτρέπει κάτι τέτοιο η θέση κι η ανατροφή μου. Εμείς αδυνατούμε να δούμε πώς θα μπορούσαμε να παρέμβουμε. Στον καθρέφτη μας παρελαύνει ο Άκης κι υποκλινόμαστε - ξορκίζουμε έναν ανομολόγητο φόβο: μην ξυπνήσουμε κι έχει κι η δική μας η ζωή αξία μικρότερη από μιας χαλασμένης πρίζας. Κι όχι τίποτ’ άλλο, μα δεν θα ‘χουμε καν τη στοιχειώδη αξιοπρέπεια να πηδήξουμε έξω απ’ αυτό το τσίρκο. 


Υ.Γ. Σαν σήμερα, ένα χρόνο πριν, έφυγε ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης. Η τελευταία του ποιητική συλλογή, με τίτλο «Βαθέος γήρατος», μιλά για την υπερήλικη μητέρα του. Χαρισμένοι λίγοι στίχοι στον κύριο Αντώνη κι αν είναι κάπου τώρα, ας είναι κάπου καλύτερα. Τους δικούς του τελευταίους στίχους μπορείτε να τους διαβάσετε εδώ.     


Αυτός ο κόσμος ο μικρός

Τίτλοι πηχυαίοι εφημερίδων
αισθήματα οπερέτας, σήριαλ επικά
ό,τι έμεινε απ' το ρεστοράν να γίνει πακετάκι
πόλεμοι και κινήματα, εκλογές, δικτατορίες
πάντοτε με τους νικητές

δεν ήρθαν στη γιορτή μας
γιατί κι εμείς να πάμε στη δική τους
γάμοι, βαφτίσια, κούλουμα, οβελίες
πάντα εκεί
κηδείες μονάχα κατ' εξαίρεση

τέλος, έτσι μισός αυτός ο Παρθενώνας
κάπως σαν να χαλάει το ηλιόλουστο τοπίο.


Αναδρομικό νήπιο

Καθώς κοιτάζω τώρα
φωτογραφίες μου μες στην κολυμπήθρα
παρατηρώ το βλέμμα μου έντρομο
θα  ‘ξερα φαίνεται το τι με περιμένει.
Κι όμως αμαχητί ηττήθηκε το φίλτρο σου
μόνον εσύ μπορούσες
να πάρεις το παιδί από τα χέρια τους
να βγεις στους δρόμους.


Κλινική

Μου είπε επί λέξει:
- Άμα πεθάνω
πώς θα ζήσω
χωρίς εσένα;

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Πέρα απ' τη χρηστική πραγματικότητα

Claude Monet, Εντύπωση, Ανατολή ηλίου
(Impression, soleil levant) (1872).

Είναι φορές που νιώθω πως δεν μπορώ να γράψω. Σαν να ‘χουν όλα από καιρό ειπωθεί και δεν μένει τίποτα...

Αφού κι η ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνεται. Κάπου στον κόσμο άνθρωποι θα πνιγούν στη λάσπη. Κάποιοι θα διεκδικήσουν ψωμί και λευτεριά και θα πάρουν σφαίρες. Ένας τρελός θα χύσει αδιάκριτα το μίσος του. Μια χώρα θα χτίσει φράκτες στα σύνορά της. Απελπισμένοι για λίγο χώμα θα χαθούν στα κύματα. Ένας λαός θα ζήσει το παραμύθι του «έχουμε πετρέλαια». Κάποιος ηγεμόνας θα δικαστεί για ανηθικότητα. Κανένας δε θα πληρώσει για όσα μαζί δεν φάγαμε. Και το φαΐ που θα φτάνει στα πιάτα μας θα ‘ναι δηλητηριασμένο. Σαν να ‘χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου, καθώς έγραψε ο κυρ Αλέξανδρος των γραμμάτων μας.

Την ίδια στιγμή, καθένας μοναχός πορεύεται. Πόσο όμορφα το είπε ο Ρίτσος, δεν ωφελεί. Χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει και καθένας παλεύει με τους δαίμονες του και των άλλων. Ένα παιδί θα γεννηθεί και μαζί του θα ξημερώσει η ελπίδα, για κάποιον θα νυχτώσει ξαφνικά, κάποιος θα κυνηγήσει το όνειρό του, κάποιος θα το αποχαιρετήσει, οι ερωτευμένοι θα ακούνε κυριακάτικες καμπάνες να χτυπούν, οι ρομαντικοί θα μιλούν στα φεγγάρια, οι μόνοι θα αναζητούν μια αγκαλιά, οι επαναστάτες θα μετρούν τα αστέρια, οι βλάκες θα λατρεύουν την άγνοιά τους, οι φαύλοι θα επιβιώνουν, ο πατριάρχης δεν θα παραδέχεται το φθινόπωρό του, τα τραγούδια θα μιλούν για αγάπες που τέλειωσαν, η τηλεόραση θα προβάλλει τη ζωή που δεν έζησα και το πέρασμα του χρόνου θα χαράζεται με ρυτίδες στα μάτια.

Ναι, αλλά κι ο ουρανός κι η θάλασσα κι η νύχτα στέκουν πάντα ίδια. Και ποτέ μάτια δεν τα ‘χουν δει, χείλη δεν τα ‘χουν τραγουδήσει, δάχτυλα δεν τα ζωγράφισαν δυο φορές με τον ίδιο τρόπο. Κάθε ευαισθησία κι άλλη εκδοχή. Κάθε εκδοχή κι άλλη αλήθεια. Ιδιωτικήν οδό, την είπε ο Ελύτης, για να κινηθείς σ’ ένα επίπεδο υπεράνω της χρηστικής πραγματικότητας. Και να χαρείς μια στάλα ομορφιάς μέσα και στις ασχήμιες ακόμα αυτού του κόσμου. Για να ‘χουν νόημα κι οι νίκες σου κι οι ήττες κι οι απώλειες και οι ρυτίδες σου – το διάβα σου απ’ την πραγματικότητα ετούτη.

Είναι φορές που λέω πως δεν μπορώ να γράψω. Κι ύστερα εύχομαι να φταίει μόνο η συννεφιά…

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Γυμνό και γύμνια

«Σώμα γυμνό
πλαγιασμένο ή όρθιο
άγνωστη γεωγραφία
χίλιες φορές μελετημένη
αποστηθισμένη
άγνωστη»

(Γιάννης Ρίτσος)

Η φωτογραφία της σημερινής ανάρτησης είναι του Παναγιώτη Λάμπρου, έχει τίτλο “Portrait of my British wife” κι έχει επιλεχθεί ως φιναλίστ για το βραβείο Taylor Wessing που διοργανώνει κάθε χρόνο η National Portait Gallery του Λονδίνου. «Αγαπώ το γυμνό περισσότερο από το πρόσωπο. Το πρόσωπο μπορεί να πει ψέματα, το γυμνό ποτέ», έλεγε ο Νίκος Εγγονόπουλος. Ωστόσο, διαφορετική ήταν η άποψη μιας από τις, κατά τ’ άλλα, πιο προοδευτικές εφημερίδες της Μ. Βρεττανίας, της Guardian, η οποία στην κριτική της για τη φωτογραφία τη δημοσιεύει από τη μέση και πάνω και αναρωτιέται πότε η τέχνη γίνεται ηδονοβλεψία.
 
Σε ένα εύστοχο κείμενό του, ο Νίκος Ξυδάκης παρατηρεί ότι η φωτογραφία, «είναι μάλλον μια κομψή, ανεπιτήδευτη ελεγεία για τη θηλυκότητα, μια υπόμνηση για την αυτοπεποίθηση του γυμνού σώματος προ πτώσεως και προ αμαρτήματος, αλλά και υπόμνηση για τον θαυμασμό του άρρενος προς το θήλυ» και σημειώνει ότι, «η συζήτηση που εγείρεται είναι: Πόσο έχει διαβρωθεί η αντίληψη που έχουμε για το γυμνό, για το φυσικό, το αδιαμεσολάβητο; Πόσο έχει ελαττωθεί η ανοχή μας για τα επιτρεπτά όρια απεικόνισης της τέχνης, εξαιτίας του κύματος πολιτικής ορθοφροσύνης και νεοσυντηρητισμού που σαρώνει τα τελευταία χρόνια;»

Η ανάλυση των νομικών και πολιτικών παραμέτρων του θέματος θα είχε σίγουρα ενδιαφέρον. Νομίζω, όμως, πως δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για το γυμνό σώμα αν δεν μιλήσει για τον έρωτα. Γιατί στον έρωτα το σώμα αποθεώνεται και γίνεται το μέσο για να φωτιστεί η ψυχή και να φανερωθεί ανόθευτη, ανυπόκριτη και ακέραια. «Δεν είχα να προσθέσω / άλλο στίχο / άλλη λέξη / στο σώμα σου βίωνα / όλη την ποίηση», γράφει ο Ρίτσος.

Στον αντίποδα, ο ολοκληρωτισμός, «εκεί όπου η οικουμένη δεν είναι παρά ένα γιγαντιαίο στρατόπεδο συγκέντρωσης ίδιων και απαράλλαχτων σωμάτων που η ψυχή τους είναι αθέατη» κι η μόνη αντίσταση του ανθρώπου είναι η προσπάθειά του «να μην είναι ένα κορμί όπως τα άλλα κορμιά», όπως γράφει ο Κούντερα.

Και σκέφτομαι πως ίσως να μην είναι τυχαίο που αυτοί οι βαθιά αντιερωτικοί κι ανερωτικοί καιροί στους οποίους ζούμε στέκουν αμήχανοι και φοβισμένοι μπροστά στο γυμνό σώμα. Αν αυτό που επιδιώκει ο κάθε ολοκληρωτισμός είναι την κατάργηση της ατομικότητας, νιώθω πως ο ολοκληρωτισμός του σήμερα το πετυχαίνει μέσα από την υποκριτική αδιαφορία του απέναντι στη σωματικότητα και τον υποβιβασμό του σώματος από τον καθρέφτη που αποκαλύπτει τη μοναδική ουσία του κάθε ανθρώπου σε ένα αντικαταστατό κι εναλλάξιμο μέγεθος χωρίς αξία. Κι έτσι, η κινητοποίηση όλων των αισθήσεων και των αισθημάτων σου για να πλησιάσεις τον άλλο, να τον καταλάβεις και να τον αισθανθείς καταργείται σιγά σιγά, δίνοντας τη θέση της σε μια πορνογραφική αντίληψη του κόσμου, όπου δεν υπάρχει τίποτε ξεχωριστό και μοναδικό να ανακαλύψεις πια. Κι αυτό καταλήγει να γίνεται πραγματικότητα κι η γύμνια του ανθρώπου – η εσωτερική – να είναι τελικά η μόνη αλήθεια του.

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

Για μια ροδιά

«...είναι πολύ προτιμότερο
το χάζεμα των αυτοκινήτων
από κάθε
θλιβερή βλάστηση
στο αυτάρεσκο τοπίο της γλώσσας (...)
με τα «σαφώς»,
«εντέλει»
και «σαφέστατα»
των πάσης φύσεως δικηγόρων.
Αν δεν πεθαίνει κάτι – είν’ η μοναξιά μας.»


Διαβάζω τους στίχους του Καρούζου κι ύστερα μια φράση του Χένρι Μίλλερ: «οι λέξεις είναι μοναξιά», γράφει. Και συνειρμικά σκέφτομαι όλους εκείνους τους λογής λογής πολιτικάντηδες, που με λέξεις εύηχες κι απολύτως κενές πασχίζουν να αναλύσουν τα τεκτενόμενα και να πείσουν για τις αρχές και τις προθέσεις τους. Μικρά και θλιβερά ανθρωπάκια, τραγικά μόνα, εγκλωβισμένα στα επικοινωνιακά τερτίπια τους, αποκομμένα από την πραγματικότητα κι απ' αυτούς που δήθεν εκφράζουν.

Η ζωή είναι αλλού, βλέπεις. Την ώρα που εκείνοι μιλούν, αυτή τραβά τη ανηφόρα της κι οι άνθρωποι οι καθημερινοί φορτώνονται το αληθινό βάρος των λέξεων και το κουβαλούν με κοφτές ανάσες από τη μια μέρα στην άλλη. Ξέρουν καλά τι θα πει «αγώνας» – είν’ η προσπάθεια να τα βγάλουν πέρα με στριφνούς εργοδότες, απαιτητικούς πελάτες, κακότροπες δημόσιες υπηρεσίες, μπλοκαρισμένους δρόμους και λογαριασμούς που τρέχουν. Τι θα πει «φόβος» – μη χάσουν την δουλειά τους, μη χάσουν τον άντρα τους, μη χάσουν τα παιδιά τους μπλεγμένα σε παλιοσυνήθειες, μη χάσουν την υγειά τους και χρειαστούν γιατρό. Τι θα πει «οικονομία» – να κυνηγούν τις προσφορές στις υπεραγορές για να ‘χουν χρήματα για ένα φτηνό πενθήμερο πακέτο διακοπών το καλοκαίρι . Τι θα πει «αδιέξοδο» – τα βράδια που οικογενειακώς στον καναπέ κοιτάζουν αποχαυνωμένοι ηθοποιούς και παρουσιαστές σε παράκρουση να τσιρίζουν και να χαζογελούν, και χαζογελούν μαζί τους μη έχοντας κάτι άλλο να πουν, κάτι να μοιραστούν, κάτι να ελπίσουν.

Σε μια ραδιοφωνική εκπομπή τις προάλλες, μια γυναίκα ζήτησε να ακούσει τη «Ροδιά τετράκλωνη» του Θεοδωράκη. Είχε επισκεφθεί, λέει, πρώτη φορά το σπίτι της στη Λάπηθο και το μόνο που απέμεινε ίδιο ήταν μια ροδιά φυτεμένη στην άκρη της αυλής. Ένα τραγούδι και μια ιστορία σαν τόσες άλλες – να σπαράζει η ψυχή...

Οι άλλοι στο μεταξύ συνεχίζουν να παρελαύνουν με τις όμορφες λέξεις τους. Επιτέλους, ας βρισκόταν κάποιος να τους πει να μην κουράζονται! Να μη μας κουράζουν. Και πως έτσι κι αλλιώς δεν είναι μικρό πράγμα να αγωνίζεσαι μόνο για μια ροδιά. Φτάνει να το παραδέχονταν. Κι ίσως κάπου εκεί να αντάμωνε η μοναξιά τους τη δική μας. Κι ίσως ο αγώνας τους να άρχιζε τότε να μας αφορά.

(Τα Ανθρωπάκια είναι του Γιάννη Γαΐτη)

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

Ο ψυχογράφος Ντοστογιέβσκη


Οι περιγραφές των χαρακτήρων του Ντοστογιέβσκη μοιάζουν με ρεαλιστικό έργο τέχνης. Όλα είναι εκεί: Κάθε υποδόρια σκέψη, κάθε κρυφή επιθυμία, κάθε υπόκωφο κίνητρο, κάθε διάφανος πόθος, κάθε αμυχή, όλα τα σιωπηρά πάθη. Μόνο που αν ο ρεαλισμός αναπαριστά την πραγματικότητα χωρίς να επιχειρεί να την αξιολογήσει ή να εντοπίσει τα γενεσιουργά αίτιά της, ο Ντοστογιέβσκη κάνει ακριβώς το αντίθετο: Ξεγυμνώνει την ανθρώπινη ψυχή, ξεκλειδώνοντας και φανερώνοντας όλες τις αντιφάσεις, τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις της. Κι είναι σαν να σου αποκαλύπτονται την ίδια στιγμή το φως και το σκοτάδι, τα προφανή και τα αόρατα, η νοσηρότητα και το μεγαλείο. Και τρομάζεις. Συγκλονίζεσαι. Έχεις δεθεί παντοτινά με τους ήρωες και τις υπόγειες διαδρομές της ψυχής τους. Που δεν είναι αληθοφανείς, αλλά είναι αληθινές.

Κι απορώ: Είναι οι άνθρωποι που συναντώ και συναναστρέφομαι στην καθημερινότητά μου τόσο σύνθετοι, τόσο πολύπλοκοι, τόσο στην πραγματικότητα απόμακροι και δυσπρόσιτοι, που μόνο με διεισδυτική και κοπιαστική παρατηρικότητα μπορείς να τους καταλάβεις; Ή οι ψυχοσυνθέσεις τους είναι πια μονότονες; Ή μονοδιάστατες είναι μόνο οι ερμηνείες που τους δίνουμε; Ή μήπως η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση; 'Εχει υποκύψει, δηλαδή, τόσο η ανθρώπινη ψυχή, όσο και το ενδιαφέρον μας γι αυτήν, στην επιδερμικότητα, τη βιασύνη και την ευκολία που χαρακτηρίζει τα περισσότερα γύρω μας;

Και κατ’ επέκταση, πόσους ανθρώπους, απ’ αυτούς με τους οποίους γνωρίζομαι, γνωρίζω; Και πόσοι με ξέρουν, πόσοι μ’ έχουν νιώσει πραγματικά; Κι εγώ μπόρεσα ποτέ να δω τον εαυτό μου, να φτάσω στο βάθος του, να το αντέξω; Κι αν μένουμε όλοι επτασφράγιστα μυστικά για τους άλλους, μα και για εμάς τους ίδιους, σε ποιες επιφανειακές εντυπώσεις έχουμε στηρίξει τις επιλογές μας, σε ποια πλασματικά σχήματα έχουμε περικλείσει τις σχέσεις μας, με ποιες ανώδυνες ψευδαισθήσεις χαραμίζουμε τη ζωή μας;

Ο Νίτσε έλεγε πως ο Ντοστογιέβσκη είναι ο μόνος ψυχολόγος από τον οποίο είχε να μάθει κάτι. Εκτός όμως από την ικανότητα να ξετυλίγει τα νήματα της ανθρώπινης ψυχής, είχε, νομίζω, μια δύναμη ακόμη ισχυρότερη: το να προκαλεί ερωτήματα. Κι έτσι να σε κάνει να αισθάνεσαι ξένος, ακόμη και προς τα πιο δικά σου, τις πιο στέρεες βεβαιότητές σου. Να σε αναγκάζει τα δεις τα πράγματα απ' την αρχή. Να έρθεις πιο κοντά τους. Να τα αμφισβητήσεις. Να τα ανατρέψεις. Να αναζητήσεις νέες αλήθειες. Να βγεις στο δρόμο. Κι αυτό είναι από μόνο του σπουδαίο...



(Η φωτογραφία είναι της Benedicte Emsens)

Δευτέρα 26 Απριλίου 2010

Αρχοντιά

Δευτέρα πρωί, αγουροξυπνημένη, εκνευρισμένη ήδη για την κίνηση που πρόκειται να συναντήσω κι αγχωμένη για το αν θα καταφέρω να ‘μαι στην ώρα μου στο ραντεβού στην άλλη άκρη της πόλης. Παρόλα αυτά, οι κινήσεις μου νωχελικές, δίχως νεύρο, μουδιασμένες και μηχανικές. Βάζω ένα cd να παίζει. Αρχίζουν να ξετυλίγονται οι νότες της Ρεμπούτσικα κι η φωνή της Πασπαλά: «Ήτανε, που λες, κατακαλόκαιρο…».

Στα στενά του παλιού Στροβόλου το αυτοκίνητο κυλά αργά. Παρατηρώ, όπως κάθε πρωί, το μάστορα που φτιάχνει ποδήλατα δίπλα στην εκκλησία, με μια κρυφή αγωνία μήπως κάποια μέρα πάψει να έχει δουλειά. Αυτός, όπως πάντα τέτοια ώρα, διαβάζει απορροφήμενος την εφημερίδα του, ενώ παραδίπλα ο μπακάλης σκουπίζει το πεζοδρόμιο μπροστά απ’ το μαγαζί του, ανταλλάζοντας καλημέρες με όσους απ’ τους οδηγούς γνωρίζει. Μοιάζουν κι οι δυο σαν φιγούρες που ξέμειναν σε σκηνικό άλλης εποχής και με αναζωογονεί αυτή η μυρωδιά γειτονιάς στον αέρα.

Συνεχίζω να προχωρώ αργά κι ένας μελαμψός ποδηλάτης από απέναντι μου γνέφει διστακτικά πως θα στρίψει δεξιά. Τον αφήνω να περάσει κι απαντά μ’ ένα νέο νεύμα, με αυτοπεποίθηση τούτη τη φορά, κι ένα χαμόγελο ανθρώπου που ξέρει να εκτιμά. Μου ‘χουν λείψει, σκέφτομαι, αυτοί οι άνθρωποι και χαμογελώ πίσω, μα έχει ήδη χαθεί. Κρατώ για λίγο τη μορφή του στο μυαλό μου: λιτά ντυμένος, μα συγυρισμένος, με τα μαλλιά του χωρίστρα στο πλάι – σίγουρα θα πήγαινε στη δουλειά του.

Θυμάμαι μια δασκάλα που είχα στο δημοτικό, που κάθε που ανέβαζε ένα συμμαθητή μας στον πίνακα του λέγε: «Μπορεί να κάνεις μερικά λαθάκια, αλλά μ’ αρέσει τόσο που μοσχοβολάς πάντα σαπούνι. Πρέπει να σ’ αγαπά πολύ η μαμά σου.» Δεν έχω δει ποτέ άλλο παιδί να ψηλώνει τόσο από περηφάνια.

Σκέφτομαι και τον πατέρα μου, που κάθε βράδυ πριν ξαπλώσει, χτενίζει τα λιγοστά μαλλιά του φτιάχνοντας τη χωρίστρα στο πλάι. Ίδιος με τη μάνα του, που έλυνε στο κρεβάτι το τσεμπέρι της, ξέμπλεκε τις πλεξούδες της και με ευλάβεια, σαν σε προσευχή, βούρτσιζε τα μαλλιά της. Κι εγώ πίστευα πως έτσι ακριβώς μοιάζει το μετάξι: σαν τα μαλλιά της γιαγιάς μου. Μα κι αν μοιάζει αλλιώς δεν θέλω πια να το ξέρω. Όπως θέλω ακόμη να πιστεύω πως ο Θεός προσέχει τα παιδιά όλου του κόσμου, όπως παρακαλούσε η γιαγιά, και πως παρά μια καλή νύχτα πιο όμορφο να προσμένεις ένα καλό ξημέρωμα.

Με τούτα και με ‘κείνα έφτασα στον προορισμό μου. Οι μουσικές της Ρεμπούτσικα κύλησαν κι η Πασπαλά τραγουδά: «… κι ό,τι περάσαμε πριν στη ζωή να ‘ναι η κρυφή δύναμή μας».

«Κι ας παν τα τραύματα της λύπης σ’ άλλο μούχρωμα», θα ‘λεγε ο Ελύτης.


(Το έργο είναι από τη Νέκυια του Χρόνη Μπότσογλου)

Σάββατο 6 Μαρτίου 2010

"La tristesse durera toujours"

Χαλεποί οι καιροί, ασφυκτικά γκρίζοι. «Νιώθω πως έχουμε πέσει σε συλλογική κατάθλιψη», μου λέει η φίλη απ’ τη Θεσσαλονίκη. «Κι εδώ μια απ’ τα ίδια», απαντώ, «θάβουμε με τα χέρια μας μία μία τις ελπίδες». Κι ο κόσμος παραπέρα σε μια δυστυχία που μοιάζει δίχως τέλος να μετρά τους νεκρούς πολέμων και καταστροφών, που εξοντώνουν σαν με μαθηματική ακρίβεια τους απανταχού φτωχούς. Σαν να «γεράσαμε φρικτά μονομιάς», που λέει κι ο Céline. Πώς να μιλήσω για τέχνη; Κι η ποίηση, «σε τι βοηθά λοιπόν;», ενοχλητικά ρωτά ο Αναγνωστάκης. Δεν έχω στέρεες απαντήσεις κι έτσι στρέφομαι ξανά στον Εγγονόπουλο: «Η τέχνη κι η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε: η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε να πεθάνουμε».

Ο Picasso έγραψε όταν ακόμα ζωγράφιζε την Guernica του: «Μα τι θαρρείτε πως είναι ένας καλλιτέχνης; Ένας ηλίθιος που έχει μόνο μάτια αν είναι ζωγράφος, μόνο αυτιά αν είναι μουσικός ή μόνο μια λύρα σε κάθε γωνιά της καρδιάς του αν είναι ποιητής ή μόνο μπράτσα αν είναι πυγμάχος; Κάθε άλλο! Ο καλλιτέχνης είναι ταυτόχρονα ένα πολιτικό ον, το οποίο ζει έχοντας βαθιά επίγνωση των καταστροφικών, δραματικών ή χαρμόσυνων γεγονότων που συμβαίνουν στον κόσμο και διαμορφώνεται με βάση αυτά ακριβώς τα γεγονότα». Συμφωνώ. Και καταλαβαίνω πως η τέχνη, σε όλες τις μορφές της, μπορεί να γίνει «έκκληση προς το λαό», όπως έλεγε ο Picasso, πως έχει τη δύναμη να ευαισθητοποιήσει, να αφυπνίσει, να κινητοποιήσει τις μάζες, πως είναι ικανή να συμβάλει σε μια αλλαγή. Γι αυτό και σέβομαι τους καλλιτέχνες, που δεν απέστρεψαν το πρόσωπο από τις ιστορικές ανάγκες της εποχής τους, αλλά ανταποκρίθηκαν μέσω της τέχνης τους σ' αυτές.

Μα τι γίνεται με εκείνους, που αποκομμένοι σχεδόν απ' την πραγματικότητα, δεν υπηρέτησαν παρά μόνο την τέχνη; Εκείνους που δεν δημιούργησαν επαναστατική μουσική, δεν ζωγράφισαν δυνατά αλληγορικούς πίνακες, δεν έγραψαν επικούς στίχους ή ποίηση, έστω, της ήττας; Ο Βukowski επαναλάμβανε στις συνεντεύξεις του πως, δεν έγραφε για να σώσει τον κόσμο, αλλά τον εαυτό του. Αυτό, νομίζω, πως ίσχυε και για το Van Gogh, στον οποίο παρότι δεν έλειπε η αγάπη για την ανθρωπότητα, που φανερώνεται κυρίως στις απεικονίσεις του της δύσκολης ζωής των αγροτών, υπερτερούσε η αγάπη για την ίδια την τέχνη. Μια αγάπη σαν πανίσχυρη ανάγκη, που τον ζωοδοτούσε και τον εξουθένωνε κι ήταν το μοναδικό νόημα της ύπαρξής του. Σε τούτη τη βασανιστικά ταγμένη στην τέχνη ζωή και σ’ όλη την ένταση των χρωμάτων, των κυματισμών και των πινελιών του οφείλεται η αδυναμία, στα όρια της λατρείας, που του έχω. Και γι αυτό με συγκινεί καθετί που σχετίζεται μαζί του – όπως η είδηση ότι πριν από μερικές μέρες ένας νέος πίνακας, με τίτλο “Le Blute-Fin Mill”, ταυτοποιήθηκε ως δικός του.

Και το ξέρω καλά πως κάθε που χάνομαι στις εικόνες του ή αφήνομαι στη μουσική του Χατζιδάκι ή συγκλονίζομαι διαβάζοντας το «Μονόγραμμα», δραπετεύω. Λιποτακτώ από ένα κόσμο που σφαδάζει και που ζητά να τον σώσουμε. Ίσως πάλι να 'ναι η μόνη αντίσταση που μπορώ σ' αυτή τη θλίψη που κρατάει αιώνια.


(Ο τίτλος είναι η τελευταία φράση που είπε πριν πεθάνει ο Vincent van Gogh. Σημαίνει «Η θλίψη θα διαρκέσει για πάντα». Ο πίνακας είναι ο “Le Blute-Fin Mill”)

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

Αλήθειες που φέρνουν πανικό

Δεν μου αρέσουν οι επετειακές αναφορές. Η μνήμη που οριοθετείται και συρρικνώνεται σε μια τυπική και τυποποιημένη επανάληψη. Κι έτσι χάνει τη δυναμική της, τη δυνατότητά της να επηρεάζει συνειδήσεις, να τις κινητοποιεί, να τις εμπνέει και να τις προτρέπει κάθε μέρα να αλλάξουν την επόμενη. Γι αυτό και στέκω καχύποπτη απέναντι στις επετείους: Πιο πολύ μου φαίνονται να λειτουργούν ως άλλοθι γι αυτά που δεν μάθαμε, γι αυτά που δεν έχουμε πετύχει και γι αυτά που δεν θα κάνουμε καλύτερα.

Πιστεύω, όμως, στις συμπτώσεις. Στο τυχαίο, που όπως λέει ο Κούντερα, μπορεί να ερμηνευθεί ως μήνυμα. Κι έτσι έχω κολλήσει στο ότι η ημερομηνία της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου συμπίπτει με εκείνη του θανάτου του Παύλου Σιδηρόπουλου. Πως το παιδί σκοτώθηκε την ίδια μέρα που έφυγε ο πρίγκηπας.

Ο απροσάρμοστος πρίγκηπας που έκανε ροκ κι ένα θρασύ πάτημα στη σκηνή, που όμοιό του δεν αντάμωσε άλλο η Ελλάδα απ’ τον καιρό των ρεμπετών, την αλήθεια. Όχι την αλήθεια των σαλονιών, των γραφείων, των κουστουμιών, των συναλλαγών, των εξουσιών, των νόμιμων ερώτων, των ψεύτικων οργασμών, των ανεκτών συναισθημάτων, των ανέφελων διαδρομών, των καθωσπρέπει συνηθειών, των τακτοποιημένων ζωών. Όχι τη βολική, την εύκολη, την ανώδυνη αλήθεια. Την αποστειρωμένη. Την πασπαλισμένη με λουκουμόσκονη, που λέει κι ο Άσιμος. Όχι αυτήν.

Την άλλη αλήθεια. Την αλήθεια του πάντα πιωμένου κι άνεργου, του ωραίου του Μπάμπη του Φλου. Την αλήθεια του Γέρου Μαθιού, που ζει μοναχός σαν άγιος σωστός. Της Κ. με τη φωνή της κλεισμένη στο ψυγείο και τις αλήθειες της να κείτονται στο πάτωμα νεκρές. Της Άννας που βλέπει την Αθήνα τρελή, τη νύχτα ολοφώτιστη, τη μέρα σκοτεινή. Του Αλί που ματώνει για μας και του Λευτέρη που τον εκλείσαν φυλακή. Την αλήθεια του χαρμάνη κι άφραγκου. Που τον λένε αλήτη και, γελώντας, μαλλιά. Την αλήθεια των σοβαρών κλόουν, που μέσα στα δημόσια σκοτεινά ψυχιατρεία συλλαβίζουν την αλφαβήτα της κραυγής. Των ηρώων του τρόμου, που ‘ναι ένοχοι για κάποια αιτία που δεν την έμαθαν ποτέ. Των κορμιών που ξέρουν πως η αλήθεια είν’ εκεί που η μοναξιά τους τον καθρέφτη κοιτά. Των χαμένων που ψάχνουν στα τυφλά για λίγη ηδονή. Με το φόβο πίσω απ’ το κάθε τους φιλί. Την αλήθεια των ξέμπαρκων θεών που χάσανε το πλοίο. Αυτών που κλατάρουν, δεν αντέχουν πια, τα φτύνουν όλα κι όπου γουστάρουν πάνε. Που σαν παλιά καράβια τρίζουν και βάζουν πλώρη για το πουθενά. Που σκοραρίζουν το θάνατο. Σ’ ένα μονόδρομο αγωνίας, μ’ ένα φιξάκι που γίνεται ολόκληρή τους η ζωή. Αυτών, που όταν οι άλλοι μιλάνε, μαθαίνουν πώς να ψηλαφίζουν τη σιωπή. Ρωτάνε: «Δεν το βλέπεις πως φοβάμαι το σκοτάδι στο κενό, για ποια επανάσταση μιλάμε που προσπαθώ όρθιος να σταθώ;» Κι απαντάνε: «Παυλάκη γύρω σου σωπαίνουν, τους φτάνει που ανασαίνουν, τι ζητάς...»

Ίσως οι συνειρμοί μου να είναι αυθαίρετοι, οι συσχετισμοί μου παρακινδυνευμένοι.

Αλλά, 6 του Δεκέμβρη νιώθω σαν να 'δωσαν ραντεβού οι "απροσάρμοστοι" του πρίγκηπα και του παιδιού. Λες κι όπως ο Παύλος ρόκαρε με τη φωνή όσων έμεναν πληγωμένοι, τσαλακωμένοι κι εξευτελισμένοι στο περιθώριο, έτσι κι η δολοφονία του Αλέξη έγινε η κραυγή αυτών των ίδιων, που δεν χώρεσαν στις μονόπλευρες αλήθειες των υποκριτικών καιρών. Και φανέρωσε μιαν άλλη, πιο κοφτερή, πιο σκοτεινή, πιο επικίνδυνη, πιο αληθινή αλήθεια. Που κρύβει θυμό κι ευαισθησία και μοναξιά κι αξιοπρέπεια κι απελπισία. Κι όνειρα. Που δεν τους δίνουν χώμα να ανθίσουν ή θάλασσα να ξεπλυθούν. Και γίνονται οργή κι ορμή. Και γίνονται αντίδραση και βία. Και γίνονται καταστροφή.

Σαν επαλήθευση εξίσωσης: Η αλήθεια του κόσμου όταν δεν χτίζεται στις αλήθειες όλων είναι καταδικασμένη να καταρρεύσει στο βάρος τους.

(Ο τίτλος κι οι στίχοι που φτιάχνουν την τέταρτη παράγραφο είναι δανεισμένοι απ' τον Παύλο. Το installation "The listerning array" είναι των Megan and Murray McMillan)

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Κάθε τελευταίο

Ένα ποτήρι κρασί, όσο ξέμεινε στο μπουκάλι, να τελειώνουμε και μ’ αυτό. Κάθε τελευταίο, τελευταίο τ’ ονομάζω χωρίς επιφύλαξη, θα ‘λεγε κι η Δημουλά. Στο Μελωδία καινούρια Τάνια σ’ ένα νευρώδες ζεϊμπέκικο... αχ, τι ζωή παράλογη!

Παράδοξη ζωή, παράφορη! Που παραμιλά, παραπατά και παρεκτρέπεται. Χάνει το δρόμο, κάνει κύκλους, τρεκλίζει, πέφτει, ματώνει, ξεσπάει σε γέλια. Πιο σπάνια σε λυγμούς, καθότι περήφανη. Και πεισματάρα. Μάλλον ξεροκέφαλη. Που δεν βάζει μυαλό και αναλώνεται. Πιστεύει, χαρίζει κι απελπίζεται. Σκορπίζεται. Κι ύστερα σηκώνεται απ’ το πάτωμα, ενίοτε κι απ’ τον πάτο, και συνεχίζει. Στραπατσαρισμένη, τσαλακωμένη κι αδύναμη. Πιο δυνατή. Ως την επόμενη φορά.

Τι κι αν το κάθε τελευταίο, τελευταίο τ’ ονομάζω; Ποια βεβαιότητα δεν διέψευσε η στιγμή, ποια προσδοκία;

Έξω απόμακροι οι ήχοι ενός κόσμου που προχωρά... Το τείχος του Βερολίνου έπεσε μα η ιστορία ακόμη να τελειώσει, η Ε.Ένωση πιο ενωμένη πορεύεται κι ας μην ξέρει προς τα πού τραβά, το αμερικάνικο όνειρο στο όμορφο πρόσωπο του μαύρου προέδρου σιγά σιγά ξεθωριάζει, οι σταυροί στα σχολεία θίγουν το δικαίωμα στην πίστη και στην απιστία, η Ευρώπη ακόμη βασανίζει κι εξευτελίζει ανθρώπους στις φυλακές της, η Ελλάδα ξεκινά την κάθαρση απ’ τα παιδιά των 700 ευρώ κι η δεξιά ψάχνει τη νέα δημοκρατία της, ο πρόεδρός μας ακροβατεί ανάμεσα σ’ ιδεολογήματα και στην υπαρκτή πραγματικότητα, το κυπριακό μπορεί και να (μη) λυθεί, το νέο λαμπερό αεροδρόμιο μας τάζει νέα λαμπρά ταξίδια, τα σκλαβοπάζαρα της διπλανής πόρτας μας σοκάρουν κι οι Κύπριοι, οι πιο μορφωμένοι ρατσιστές, φοβικοί και καχύποπτοι της ηπείρου, εμπιστεύονται, εκτός απ’ τον καλό τους εαυτούλη, τον καλό σεναριογράφο, τον καλό βουλευτή και τον καλό παπά.

Όλα στροβιλίζονται κι ο Πεσσόα ψιθυρίζει, «Με πονάει το κεφάλι μου και το σύμπαν!»

Και μου λείπουν, κάτι τέτοιες μέρες που όλο κάτι τρέχει κι όλο είναι αλλού κι εμείς εδώ στα ίδια και στα ίδια, ο περυσινός χειμώνας στις Βρυξέλες, οι λίμνες των Ixelles κι η Place Flagey. Οι άνθρωποι στη λαϊκή που έλεγαν Bonjour και Bonne Journée, που μιλούσαν σιγανά, δεν βιάζονταν, αγόραζαν λουλούδια για το σπίτι κι είχαν μαζί τους τα μωρά τους να τους εξηγούν τον κόσμο. Ένας Γερμανός που ήξερε πως «Τα πάντα ρει», ο οδηγός λεωφορείου στη Λισαβόνα που με κυνήγησε για να μου πει πως σε λάθος στάση είχα κατεβεί, κάποιος κύριος στο Λονδίνο που μου χάρισε την ομπρέλα του να μη βραχώ, ένα σαξόφωνο να παίζει στο μετρό κι έξω να βρέχει. Κι εκείνος ο άνθρωπος που ποτίζει κάθε μέρα την κολοκυθιά στο Χαμάμ κι ας μην κράτησε ανθό όλο το χρόνο, μια γιαγιά που σαν έχασε τον άντρα της στα εικοσιοχτώ της φόρεσε μαύρα και δεν τα ‘βγαλε ποτέ κι ένας Τουρκοκύπριος εργάτης που όταν πρωταντίκρισε Ελληνοκύπρια μάνα να θρηνεί πάνω απ’ τα κόκαλα που μόλις είχαν ξεθαφτεί κραύγασε «Κλαίει, κόρη! Κλαίει!».

Με κάτι τέτοια ψιλά διασώζεται η ψυχή μου. Η αντοχή μου να κοιτάζω τους ανθρώπους. Για εκείνη τη φλογίτσα που τους ξεχωρίζει απ’ τα αγρίμια. Φευγαλέα, σπάνια και τρεμοπαίζει. Ας είναι... Όσο για να βγει κι ο φετινός χειμώνας χωρίς να ξεπαγιάσουμε.

(Η γυμνή γυναίκα με τα κρίνα είναι του Diego Rivera)