Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επικαιρότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επικαιρότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Ρε συ, μη μασάς...

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα μηνύματος που μου έστειλε ένας φίλος ακριβός απ' τη Θεσσαλονίκη. 
Αποφάσισα να το δημοσιεύσω γιατί εμένα μου έδωσε δύναμη... 


«Δε θα σε ρωτήσω καν για την κατάσταση στην Κύπρο, η οποία φαντάζομαι ότι είναι ίδια με εκείνη την κατάσταση που βιώσαμε και εμείς το Μάιο του 2009. Ετοιμασία για πόλεμο.

Το μόνο που θα σου πω είναι ότι μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία θα "φιλτραριστούν", με άσχημο βέβαια τρόπο και εξαναγκαστικό, σχέσεις, φιλίες, συγγένειες και κυρίως αξίες. Μην μπεις στη διαδικασία να αγχωθείς. Ειλικρινά, σκέψου μόνο ότι δεν "κλαίμε τα σπίτια μας αλλά τις επαύλεις μας". Οι μόνοι άνθρωποι που θα "καταθλιβούν" είναι αυτοί που ζούνε μια κενή και μάταιη ύπαρξη. Θα δεις ανθρώπους τους οποίους θαύμαζες και αγαπούσες να χάνουν την αξιοπρέπειά τους (και συ τη γη κάτω από τα πόδια σου) απλά γιατί δεν θα μπορούν να πληρώνουν καθαρίστρια στο σπίτι τους. Θα δεις ανθρώπους -κάποιου επιπέδου- να μελαγχολούν γιατί δεν θα ανταποκρίνεται η καθημερινότητά τους στο "επίπεδο" που είχαν δημιουργήσει και είχαν "εγκλωβιστεί". Θα δεις ανθρώπους να κλαίνε που δεν θα μπορούν να αγοράσουν τριπλάσια τρόφιμα από όσα χρειάζονται - έτσι απλά γιατί είχαν μάθει να καταναλώνουν και ηδονίζονταν να τα πετάνε. Φίλοι σου θα αρνηθούν να βγείτε έξω γιατί δεν θα έχουν καινούρια ρούχα και παπούτσια....... Μην μπεις στην διαδικασία (όπως μπήκα εγώ ) να τους συμβουλεύσεις, να τους σταθείς και να τους αλλάξεις - μάταιος κόπος. Δεν μπορούν να μάθουν όλοι ότι η ομορφιά κρύβεται στο τίποτα και ανθίζει με το κάτι.

Εσένα θα συντηρεί την αισιοδοξία σου ο ήλιος, η άνοιξη, το φθινόπωρο, το χαμόγελο της Μυρτούλας, η υγεία των δικών σου ανθρώπων και θα σε χαλάει, πολύ όμως, όχι η οικονομική ύφεση αλλά μόνο η ηθική πτώση (αυτή θα την βιώσεις στο πετσί σου και θα αναθεωρήσεις όλη σου την ζωή).

Θα καταλάβεις συνάμα ότι η αξιοπρέπεια δεν κρύβεται με τίποτα, η καθαρή ματιά και το μεγαλείο ψυχής την προδίδει. Θα καταλάβεις ότι έφθασε η επόχή «όπου οι έσχατοι θα γίνουν πρώτοι». Θα δεις μη «κατέχοντες» να χαμογελούν, γιατί για αυτούς δεν άλλαξε απολύτως τίποτα. Είναι η ματαιοδοξία μας αυτή που μας κάνει να ασχολούμαστε με κουρέματα και με χρέη. Περνάμε καλά μόνο αν έχουμε ανθρώπους δίπλα μας και όχι αν έχουμε λεφτά. Τετριμμένο αλλά αληθινό, θα το καταλάβεις. Και θα το καταλάβεις μετά από καιρό όταν κάποιος γείτονας σου, που δεν θα έχει ούτε τα απαραίτητα, θα σου χαμογελάσει όταν εσύ θα αγχωθείς με τα οικονομικά και θα σου πει «…ρε συ μη μασάς, εγώ είμαι εδώ». Το άκουσα, και μάλιστα από ανθρώπους που δεν είχαν τίποτα, που η ζωή τους είχε στεγνώσει οικονομικά και ψυχικά.

Πρέπει να νιώθεις τυχερή. Δεν είναι δύσκολο το να ζήσεις χωρίς πολλά, το δύσκολο είναι να ζήσεις στην μιζέρια, που σου φυτεύουν οι άλλοι. Όπου άλλοι όχι οι πολιτικοί, αλλά οι νεόπλουτοι κουφιοκέφαλοι Έλληνες και Κύπριοι.

Αυτά δε σου τα λέω για να σε στηρίξω. Δε χρειάζεσαι στήριξη, αλίμονο. Απλά στο λέω για να μη παιδευτείς όπως παιδεύτηκα εγώ… Τα πέρασα και ξέρω, πανικός, άγχος καταστροφολογία… επίπλαστη και μάταιη μιζέρια… μη μασάς ειλικρινά.»




Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Ανεξαγόραστα δάκρυα

Ένα μικρό πλάσμα,
που δεν ξέρει ακόμα ούτε καν να διανοηθεί τι του συμβαίνει,
χτυπιέται στο βρώμικο μέρος, στο σκοτάδι και στην παγωνιά,
χτυπάει με τη μικρούλα γροθιά του 
το πονεμένο απ’ το κλάμα στήθος του
και κλαίει με τα ματωμένα, άκακα και δειλά του δάκρυα,
παρακαλώντας το «Θεούλη» να το υπερασπιστεί.
Το καταλαβαίνεις άραγε αυτό, φίλε μου κι αδερφέ μου, δόκιμε του Θεού,
το καταλαβαίνεις για ποιο λόγο είναι απαραίτητα όλα αυτά;
Χωρίς αυτά, λένε, 
δε θα μπορούσε να ζήσει ο άνθρωπος σε τούτη τη γη,
γιατί δε θα γνώριζε το καλό και το κακό.
Μα γιατί να το γνωρίσει αυτό το διαολοκαλό και το διαολοκακό
αφού κοστίζει τόσο ακριβά;
Όλη η σοφία του κόσμου δεν αξίζει τα δάκρυα αυτής της μικρούλας που παρακαλεί το «Θεούλη».

Φιόντορ Ντοστογιέβσκη, «Αδελφοί Καραμάζοφ» (απόσπασμα)
μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου, Εκδόσεις Γκοβόστη.



Χιλιάδες παιδιά κάθε μέρα πεθαίνουν ή ζουν μες στην αθλιότητα εξαιτίας της ανθρώπινης ιδιοτέλειας, αναλγησίας ή παραφροσύνης. Κι ίσως ευκολότερα, εμείς της δύσης, ταυτιζόμαστε με τους γονείς που αφήνουν το πρωί τα παιδιά τους στο σχολείο και περιμένουν να τα πάρουν σπίτι το απόγευμα, σε σχέση με εκείνους που τα στέλνουν να μαζέψουν ξύλα και στο χώμα υπάρχουν νάρκες ή εκείνους που τα βλέπουν να σβήνουν άρρωστα ή νηστικά ή εκείνους που τα βάζουν σε μια βάρκα να σωθούν απ’ την ανέχεια ή τη σφαγή, μα η ουσία, είτε την παραδεχόμαστε είτε καμωνόμαστε πως την αγνοούμε, είναι πως στα παιδιά επιφυλάξαμε τη χειρότερη μοίρα και πως σ' αυτή συμπυκνώνεται η μεγαλύτερη διάψευση και του ανθρώπου και του θεού κι όλων των συστημάτων που εφηύραν. Και τούτο είναι το μόνο χριστουγεννιάτικο μήνυμα που έχω να προσφέρω, με όλη τη λύπη της ψυχής μου.

Κι επειδή τα δικά μου λόγια είναι πενιχρά, συνεχίζω όπως ξεκίνησα με Ντοστογιέβσκη:

Άκου: Αν πρέπει όλοι να υποφέρουν για να εξαγοράσουν με τα βάσανά τους την αιώνια αρμονία, τότε τι σχέση έχουν τα παιδιά, σε παρακαλώ; Είναι εντελώς ακατανόητο γιατί πρέπει να υποφέρουν και αυτά και γιατί να εξαγοράζουν με βάσανα την αρμονία; Γιατί τα πήρε κι αυτά το σχέδιο και θυσιάστηκαν για την μελλούμενη αρμονία, που θα τη χαρεί κάποιος άλλος; Το αλληλέγγυο στις αμαρτίες ανάμεσα στους ανθρώπους το καταλαβαίνω, καταλαβαίνω το αλληλέγγυο και στην ανταμοιβή, μα τα παιδάκια δεν έχουν καμιά σχέση με τις αμαρτίες κι αν είναι αλήθεια πως είναι κι αυτά συνυπεύθυνα με τους πατεράδες για τα κρίματα αυτών των τελευταίων, τότε φυσικά η αλήθεια αυτή δεν είναι του κόσμου τούτου και γω δεν μπορώ να την καταλάβω. Μπορεί να πει κάνας χωρατατζής πως το παιδί όπως και να ‘ναι θα μεγαλώσει και θα ‘χει όλο τον καιρό ν’ αμαρτήσει, μα να που δεν μεγάλωσε, το καταξεσκίσανε οχτώ χρονώ τα σκυλιά. Ω Αλιόσα, δε βλασφημώ τούτη τη στιγμή! Γιατί καταλαβαίνω τον κλονισμό του σύμπαντος όταν όλα, όσα βρίσκονται στον ουρανό και κάτω απ’ τη γη, συγχωνευτούν σ’ ένα τραγούδι δόξας κι όλες οι υπάρξεις κι όλα τα όντα που ζήσανε κάποτε θ’ αναφωνήσουν: «Δίκιο έχεις, Κύριε, απεκαλύφθησαν γαρ αι οι οδοί Σου»! Όταν πια η μητέρα θ’ αγκαλιάσει το βασανιστή που καταξέσκισε με τα σκυλιά το γιο της κι αναφωνήσουν κι οι τρεις: «Δίκιο έχεις Κύριε!» μα εγώ δεν θέλω να αναφωνήσω τότε. Όσο είναι καιρός ακόμα, θέλω να προφυλάξω τον εαυτό μου και γι αυτό αρνιέμαι εντελώς την υπέρτατη αρμονία. Δεν αξίζει αυτή ούτε τα δάκρυα εκείνου του μικρού βασανισμένου παιδιού που χτυπούσε το στήθος με τη μικρή γροθιά του και προσευχόταν στη βρωμερή τρύπα του κλαίγοντας με τ’ ανεξαγόραστα δάκρυά του στο «Θεούλη»! Δεν αξίζει, γιατί τα δάκρυά του δεν εξαγοράστηκαν. Πρέπει να εξαγοραστούν, αλλιώς δεν μπορεί να υπάρξει αρμονία. Μα με τι, με τι θα τα εξαγοράσεις; Είναι τάχα μπορετό κάτι τέτοιο; Μήπως τάχα με το ότι κάποιος θα εκδικηθεί γι’ αυτά; Μα τι να την κάνω την εκδίκησή τους, τι να το κάνω αν οι βασανιστές πάνε στην Κόλαση; Τι μπορεί να διορθώσει εδώ πέρα η Κόλαση, όταν το παιδί βασανίστηκε πια; Και τι αρμονία θα ‘ναι αυτή όταν θα υπάρχει και η Κόλαση; Θέλω να συγχωρέσω, θέλω μ’ όλους να συμφιλιωθώ, δε θέλω να υποφέρει κανείς πια. Κι αν τα βάσανα των παιδιών ήταν συμπλήρωμα όλων εκείνων των βασάνων που ήταν απαραίτητα για ν’ αγοραστεί η αλήθεια, τότε υποστηρίζω απ’ τα πριν πως όλη η αλήθεια δεν αξίζει ένα τέτοιο τίμημα. Δεν το θέλω επιτέλους η μητέρα ν’ αγκαλιάσει το βασανιστή που έβαλε τα σκυλιά να καταξεσκίσουν το παιδί της! Δεν πρέπει να τον συγχωρέσει! Αν θέλει, ας τον συγχωρέσει το βασανιστή για τον άμετρο μητρικό της πόνο. Μα το μαρτύριο του καταξεσκισμένου παιδιού δεν έχει το δικαίωμα να το συγχωρέσει, δεν επιτρέπεται να συγχωρέσει το βασανιστή, έστω κι αν το ίδιο το παιδί τον συγχωρούσε! Κι αν είναι έτσι, αν δεν έχουν το δικαίωμα να συγχωρέσουν, τότε που βρίσκεται η αρμονία; Υπάρχει τάχα στον κόσμο έστω κι ένα πλάσμα μονάχα που θα μπορούσε και θα ‘χε το δικαίωμα να συγχωρέσει; Δεν την θέλω την αρμονία, από αγάπη στην ανθρωπότητα δεν τη θέλω. Θέλω να μείνω καλύτερα με τα βάσανα τα ανεκδίκητα. Καλύτερα να μείνω με τα ανεκδίκητα βάσανά μου και με την άσβεστη αγανάχτησή μου, έστω κι αν έχω άδικο. Μα σαν πολύ την εχτιμήσανε την αρμονία, δεν είναι για την τσέπη μας, δεν μπορούμε να πληρώνουμε τόσα για το εισιτήριό της. Γι αυτό κιόλας βιάζομαι να επιστρέψω το δικό μου εισιτήριο. Κι αν είμαι τίμιος άνθρωπος, έχω υποχρέωση να το επιστρέψω όσο γίνεται πιο νωρίς. Αυτό κάνω ίσα ίσα. Δεν είναι που δεν παραδέχομαι το Θεό, Αλιόσα, μονάχα το εισιτήριό του επιστρέφω μ’ όλον τον απαιτούμενο σεβασμό.

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

«και δεν γαγέρνει φως μου…»



Λεπτομέρεια από εγκατάσταση του Γιάννη Κουνέλλη
στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης (2012)

Σε αντίθεση με την ποίηση, σύγχρονη ελληνική πεζογραφία διαβάζω ελάχιστα. Διάβασα, ωστόσο, τον τελευταίο καιρό δύο από τις συλλογές διηγημάτων «της κρίσης»: Το «Κάτι θα γίνει, θα δεις» του Χρήστου Οικονόμου και το «Καιρός σκεπτικός» της Ιωάννας Καρυστιάνη. Πιο σκοτεινά τα κείμενα του Οικονόμου, βαριές οι σιωπές των ηρώων του, βαθιές οι ανάσες τους, σαν ρουφηξιές τελευταίου τσιγάρου σε μια νύχτα αξημέρωτη. Πιο «βατοί» οι χαρακτήρες της Καρυστιάνη, ίσως και πιο αναγνωρίσιμοι, να καταπιάνονται με ανάγκες καθημερινές – μια ανθρώπινη επαφή, λίγη κουβέντα, συμφιλίωση, κάπου να δοθείς – μικροχαρές και μικροήττες, αμελητέες, από εκείνες, όμως, που δίνουν ένα κάποιο νόημα σε ζωές περαστικές κι αναλώσιμες.

Δεν είναι βιβλιοκριτική που αποσκοπώ να γράψω – δεν θα τα κατάφερνα, νομίζω, ακόμη κι αν το ήθελα. Θέλω μόνο να μοιραστώ αυτή την αίσθηση που μου τόνωσαν τα πιο πάνω διηγήματα, αυτή την έγνοια: μην (ξε)χάσουμε, μέσα στην κρίση, τον άνθρωπο. Μην απλώσουμε, δηλαδή, ένα σεντόνι γκρίζο κι αφήσουμε να ξέρουμε απ’ τους ανθρώπους μόνο απροσδιόριστες φιγούρες δίχως πρόσωπα, χωρίς αφή, χωρίς βλέμματα. Μην πιστέψουμε πως τώρα πιάσαμε το χτυποκάρδι τους, πως τώρα αισθανθήκαμε τη δυστυχία τους, πως τώρα είναι σε παρέλαση ομοιόμορφο το βάδισμα κι ο λογισμός τους. Μην καμωθούμε πως έχουν σβήσει τάχα ή πως καταλάβαμε τις αμυχές, τις πληγές, τις ελπίδες, τις αντοχές και τα όρια που συνθέτουν, μεταλλάσσουν κι ανατροφοδοτούν αυτό το ένα που είναι ο καθένας μας.

Δεν λέω πως η κρίση δεν είναι μια παράμετρος αντικειμενική με σημαντικό αντίκτυπο στις ζωές ολονών. Είναι. Και δυστυχώς μπορεί πολλές να τις καθορίσει.

Όμως, αν δεν πεθαίνει κάτι είναι η μοναξιά μας, έγραψε ο Καρούζος.

Και κάτω απ’ το γκρίζο πέπλο της κρίσης – της όποιας συλλογικής συμφοράς ή φρεναπάτης – αυτή η μοναχική πορεία καθενός, αυτή η μοναχική του πάλη με τους δαίμονες που διάλεξε ή που του έλαχαν, παραμένει. Κι ίσως έτσι εξηγείται γιατί μέσα του μπορεί να βαραίνει πιο πολύ ένα ταξίδι που ματαιώθηκε, δυο σκληρές κουβέντες, μια τσακισμένη σελίδα βιβλίου ή μια μαντινάδα που έστειλε ένας φίλος: «Φεύγει η ζωή και χάνεται και δεν γαγέρνει φως μου…» 

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

The truth

Ή μια (άλλη) ανάγνωση του πορίσματος για το Hillsborough




Στις 15 Απριλίου 1989, στο Γήπεδο Hillsborough του Sheffield, 96 οπαδοί της Liverpool έχασαν τη ζωή τους όταν εγκλωβίστηκαν σε κερκίδα, στην οποία οδηγήθηκε μεγάλος αριθμός φιλάθλων, παρότι ήταν ήδη υπερπλήρης. Το μέγεθος της καταστροφής και οι τεράστιες ευθύνες που θα έπρεπε να αναζητηθούν, καθώς και το γεγονός ότι οι οπαδοί της Liverpool προέρχονταν κυρίως από την εργατική τάξη κι ήταν αριστερών φρονημάτων, ήταν αρκετά για να οδηγήσουν στη διασπορά της είδησης: Η αλήθεια είναι ότι τα γεγονότα  προκάλεσαν οι μεθυσμένοι χούλιγκαν οπαδοί. Η επίσημη εκδοχή υιοθετήθηκε ακόμη και από την η ίδια τη Margaret Thatcher, η οποία ακολούθως κήρυξε τον πόλεμο κατά του χουλιγκανισμού και προώθησε τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση που γνώρισε ποτέ το αγγλικό ποδόσφαιρο.

Στις 12 Σεπτεμβρίου 2012, ειδική Ανεξάρτητη Επιτροπή η οποία είχε συσταθεί για να εξετάσει εκ νέου τα γεγονότα του Hillsborough και μελέτησε 450.000 έγγραφα, που για πρώτη φορά δημοσιοποιήθηκαν, εξέδωσε το δικό της πόρισμα. Σύμφωνα με αυτό, την αποκλειστική ευθύνη για την καταστροφή είχε η Αστυνομία, η οποία απέτυχε τόσο να συντονίσει την είσοδο των φιλάθλων στο γήπεδο, όσο και να ενεργήσει άμεσα και αποτελεσματικά στη συνέχεια. Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και όταν κατέστη προφανές ότι κάτι τρομακτικό συνέβαινε στην κερκίδα, η Αστυνομία καθυστέρησε σημαντικά να ανοίξει το μπροστινό κιγκλίδωμα ώστε να απεγκλωβιστεί το συνωστισμένο πλήθος, για να μην επεκταθούν αυτά που αντιλαμβανόταν ως έκτροπα. Αποδείχθηκε, δε, ότι δεν πέθαναν και τα 96 θύματα πριν από το άνοιγμα της κερκίδας, όπως εθεωρείτο για χρόνια, αλλά 41 πρόσωπα πέθαναν αργότερα και θα μπορούσαν να είχαν σωθεί, εάν τους παρέχονταν  έγκαιρα οι πρώτες βοήθειες. Επιπρόσθετα, η έρευνα αποκάλυψε ότι οι τότε αστυνομικές έρευνες επικεντρώθηκαν στο πώς θα συνδέονταν οι θάνατοι με τη χρήση αλκοόλ, και για το σκοπό αυτό διενεργήθηκαν σχετικές αιματολογικές αναλύσεις στο σύνολο των θυμάτων, μεταξύ των οποίων και παιδιά, ενώ 116 καταθέσεις είχαν παραποιηθεί ώστε να απαλείφονται όλες οι αρνητικές πληροφορίες που αφορούσαν στις ενέργειες της Αστυνομίας.

Χρειάστηκαν 23 χρόνια για έρθει στο φως η πραγματική αλήθεια για το Hillsborough. Αναμένεται τώρα η δικαιοσύνη, για την οποία έχουν δεσμευτεί όλοι.

Σε κάθε περίπτωση, γι άλλη μια φορά η Μεγάλη Βρετανία βρίσκεται αντιμέτωπη με τα φαντάσματά της. Φαντάσματα που αναδείχθηκαν μέσα και από άλλα πρόσφατα πορίσματα, όπως π.χ.  σε σχέση με τις δολοφονίες άοπλων διαδηλωτών στη Βόρεια Ιρλανδία τη «Ματωμένη Κυριακή» του 1972 ή το ρατσιστικό φόνο του έφηβου Stephen Lawrence, του οποίου οι αυτουργοί τιμωρήθηκαν 19 χρόνια μετά. Καλείται, συγκεκριμένα, η χώρα να παραδεχθεί και πάλι τις λειτουργικές αποτυχίες της Αστυνομίας της, την ύπαρξη θεσμικών προκαταλήψεων στους μηχανισμούς απονομής δικαιοσύνης και το ενδεχόμενο η επίσημη εκδοχή των πραγμάτων να είναι αποτέλεσμα συγκάλυψης ή συνωμοσίας. Και ο πρωθυπουργός καλείται ξανά να ζητήσει δημόσια συγγνώμη, όπως και αυτή τη φορά έπραξε.

Κι ενώ εκ πρώτης όψεως τα πιο πάνω φαίνεται να μην τιμούν την Αγγλία, ίσως και να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: Φανερώνουν πως τολμά, έστω κι υπό το βάρος έντονων κοινωνικών πιέσεων και την πάροδο μακρού χρόνου που απαμβλύνει την ένταση και το πολιτικό κόστος, να αναζητά και να παραδέχεται την αλήθεια. Να διερευνά, ειδικότερα, με επαγγελματισμό και αντικειμενικότητα την ορθότητα και επάρκεια των κρατικών αποφάσεων και ενεργειών και ταυτόχρονα να αποδέχεται τα πορίσματα που εξάγονται και να τα αξιοποιεί, αφενός, για τη λογοδοσία και την απόδοση ευθυνών, και, αφετέρου, για την ευρύτερη βελτίωση των θεσμών και των λειτουργιών της. Να σέβεται, εν τέλει, τόσο το δικαίωμα του κοινού γενικά, αλλά και ιδίως των συγγενών θυμάτων, να γνωρίζουν την αλήθεια, όσο και την προσδοκία των πολιτών ότι παρόμοια περιστατικά δεν θα ξανασυμβούν.

Σε μια κυπριακή πραγματικότητα με εγκλήματα να βαφτίζονται «τραγωδίες» για να μην έχουν υποκείμενο και τόσους «ανοιχτούς φακέλους» που δεν προορίζονται να κλείσουν, θα είχαμε να διδαχθούμε πολλά...  




Τετάρτη 15 Αυγούστου 2012

Αστυάναξ

Κορίτσια από το Σουδάν πάνω σε δέντρο σε προσφυγικό συνοικισμό,  
Paula Bronstein/Getty 

«Τώρα που θα φύγεις, τώρα που η μέρα της πληρωμής
χαράζει, τώρα που κανείς δεν ξέρει
ποιον θα σκοτώσει και πώς θα τελειώσει
πάρε μαζί σου το παιδί που είδε το φως
κάτω από τα φύλλα εκείνου του πλατάνου
και μάθε του να μελετά τα δέντρα»

(Μυθιστόρημα ΙΖ – Αστυάναξ, Γιώργου Σεφέρη)


Είμαι από ‘κείνα τα παιδιά που μεγάλωσαν μαθαίνοντας να μελετούν τα δέντρα. Κι έτσι δεν ξέρω να μετρώ τη δύναμη παρά μόνο απ’ το βάθος της ρίζας, απ’ τους ρόζους του κορμού κι απ’ τα πουλιά που χώρεσαν στα κλαδιά να τραγουδήσουν την άνοιξη. Τώρα πια κι εγώ μαθαίνω στο παιδί μου να μελετά τα δέντρα. Κι έτσι γνωρίζει πώς να ψηλαφεί το χώμα, πώς να αφουγκράζεται τις εποχές και πώς να κοιτάζει ψηλά.

Γι αυτό και κάθε που κάποιο δάσος το ζώνει η φωτιά, η καρδιά μου πονά. Όχι για το χαμένο ειδυλλιακό τοπίο, για τα σταχτιά καλοκαίρια. Μα για τα δέντρα, για το καθένα χωριστά. Που καταδικασμένο σε μια ακινησία που ήταν άλλοτε η ισχύς του, ανίκανο να υπερασπιστεί τα άγια του, ανήμπορο να τρέξει, καν να γονατίσει να κρύψει το πρόσωπό του, βλέπει βουβό τα άλλα ζωντανά να εγκαταλείπουν και τις φλόγες αχόρταγες και δίχως σεβασμό να σιμώνουν, μέχρι που η ομορφιά του απομείνει ένα νικημένο κουφάρι στην ερημιά.

Γι αυτό και κάθε που καίγεται ένα δέντρο, η καρδιά μου λιγοστεύει. Κι άθελά μου συλλογιέμαι την κοινή μας μοίρα. Και τρομάζω, ιδίως σε τούτους τους καιρούς της φωτιάς – ή μήπως ήταν πάντα έτσι ο κόσμος; Και λέω πως δεν πρέπει να συνεχίσω να μαθαίνω στο παιδί μου να μελετά τα δέντρα. Μα δεν βρίσκω άλλα λόγια να του μιλήσω για την ειρήνη.

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

«Από βλακεία» και μίσος... *

* Σε Ελλάδα και σε Κύπρο...

του Παντελή Μπουκάλα 
(Αναδημοσίευση από την Καθημερινή, εδώ)


Για να περιγραφούν κάποια από τα επεισόδια του πολιτικού μας δράματος αρκεί ίσως ο τίτλος «Από βλακεία» που είχε δώσει ο Γιώργος Σεφέρης σε ένα διάσημο δίστιχό του που βρέθηκε στις αυτόγραφες ημερολογιακές σημειώσεις του, του απαίσιου έτους 1968, και πρωτοδημοσιεύτηκε από τον Γ.Π. Σαββίδη τον Σεπτέμβριο του 1974. Αλλά, και πάλι, δεν φτάνει η ανοησία για να ερμηνεύσει ούτε τα τοτινά, τα χουντικά, ούτε τα τωρινά, τα φιλοχουντικά και συγχρόνως φιλοναζιστικά. Δίκιο είχε βέβαια ο Αϊνστάιν όταν έλεγε: «Δύο τινά δεν έχουν τέλος, το Σύμπαν και η βλακεία, αν και για το Σύμπαν δεν είμαι απολύτως σίγουρος». Μολαταύτα οι τραγωδίες στην Ιστορία, καθώς και οι παρωδίες σαν επανάληψη των τραγωδιών, έχουν κι άλλους γεννήτορες εκτός από την πνευματική υπολειτουργία.

Επειδή λοιπόν στις προεκλογικές μας αγορές ακούγεται και ο λόγος των απροκάλυπτων φιλοτυράννων (όπως σωστά το επιτρέπει η δημοκρατία, γιατί αλλιώς δεν θα εμπέδωνε τη διαφορά της και δεν θα ’χε να καυχηθεί γι’ αυτήν), τα αυτιά μας τα τρυπάει εσχάτως το χάλκινο σύνθημα των δικτατόρων και των επιγόνων τους. Τα τρυπάει η σφαγίδα του τραγελαφικού «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού»: «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». Και θυμόμαστε έτσι, για να πιαστούμε από κάπου, τον Σεφέρη και την αυτόματη απάντησή του: «Ελλάς· πυρ! Ελλήνων· πυρ· Χριστιανών· πυρ! / Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;». Και γιατί, θα συμπληρώναμε υποχρεωτικά, μαζί με τις λέξεις αυτές ή μάλλον εν ονόματι του στρεβλωμένου και συκοφαντημένου περιεχομένου τους, σκοτώσατε κι ανθρώπους; Γιατί σκοτώσατε την περηφάνια του τόπου και το μέλλον του;

Τ’ ακούμε λοιπόν και τώρα το σύνθημα. Το φωνάζουν τα «χρυσαυγίτικα παλικάρια» ανταποκρινόμενα στις παπαδοπουλικού τόνου αγορεύσεις του αρχηγού τους. Οχι, δεν είναι παραληρηματικές, όπως λέγεται, γιατί, έστω και με τη μορφή της εμμονής, έχουν άξονα: το μίσος· και τον εγκωμιασμό της βίας. Αν λοιπόν η «Ελλάς» τους είναι μια χώρα της μισαλλοδοξίας, της ανελευθερίας, αλλά και της κτηνώδους αγραμματοσύνης, που καταντάει λαθροχειρία εις βάρος της αρχαίας κληρονομιάς και παραχάραξή της, τότε, όχι, καμία σχέση δεν έχει με την Ελλάδα που ονειρεύτηκαν οι κάτοικοί της επί αιώνες και για την οποία πολέμησαν.

Αν «χριστιανοί» είναι όσοι ραπίζουν τη μία παρειά όποιου τολμά να τους εναντιωθεί κι ύστερα του καταφέρνουν και δεύτερο χαστούκι στην άλλη παρειά· αν «χριστιανοί» είναι όσοι εισβάλλουν πάνοπλοι νυχτιάτικα σε σπίτια μεταναστών για να τους μάθουν τι εννοούσε ο Χριστός όταν μιλούσε περί αγάπης, τότε ο χριστιανισμός οφείλει να αλλάξει όνομα· για να μη μαγαρίζεται. Και αν «Ελληνες» είναι αυτοί που λερώνουν και ντροπιάζουν οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί ωραίο και ανθρωπιστικό γνώρισμα της ελληνικότητας, τότε και οι Ελληνες οφείλουμε να αλλάξουμε όνομα. Και να πούμε, πάλι μαζί με τον Σεφέρη: «Κύριε, όχι μ’ αυτούς»...



Χαρακτικό της Βάσως Κατράκη


Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Χαλασμένη πρίζα



του Χρόνη Μπότσογλου
Η είδηση της αυτοκτονίας δύο προσώπων από ταράτσα πολυκατοικίας στην πλατεία Βάθη με βρήκε εντελώς απροετοίμαστη. Όχι πως δεν έχω πια συνηθίσει την απόγνωση (κοιτώ στο λεξικό: χωρίς πληθυντικό, συνώνυμο η απελπισία, στη διπλανή σελίδα η λέξη αποβαρβάρωση ακούγεται επίσης οικεία), καθόλου γι αυτό, αντιθέτως. Μα γιατί θα μπορούσε να μιλά για κάτι τόσο κοινότυπο, ας πούμε ανεβαίνω στην ταράτσα για να απλώσω τα ρούχα ή πηγαίνω τις Τετάρτες στη λαϊκή ή πλένω μαρούλι για τη σαλάτα. Μια απόφαση θανάτου σαν κάθε άλλη ενέργεια ζωής, καθημερινή, αυτονόητη κι επαναλαμβανόμενη, θα έγραφα, αν επαναλαμβανόταν ο θάνατος. Χωρίς πολλά πολλά, χωρίς μεγάλη σημασία, χωρίς κάποια ιδιαίτερη αξία. Σαν κάτι που τι να γίνει, έτσι έτυχε, συμβαίνουν αυτά τα πράγματα, όπως την πρίζα του πλυντηρίου που χάλασε, την αλλάξαμε, πήραμε άλλη.

Από πού παίρνουν άλλη ζωή, θα ‘θελα να ρωτήσω, αλλά ποιος μπορεί να πει; Σίγουρα όχι ο κύριος Αντώνης. Αυτός πήρε μόνο τη μάνα του απ’ το χέρι – τελευταία πράξη αφοσίωσης – κι  έτσι, σαν να της σιάζει την πιέτα στο καλό της το φουστάνι, ανέβηκαν μαζί τα σκαλιά ένα ένα.       
  
Από πού παίρνουν άλλη ζωή, ρε μαλάκες, θέλω να ουρλιάξω σαν λυμένο σκυλί με αφρούς στο στόμα!

Αλλά όχι, δεν μου επιτρέπει κάτι τέτοιο η θέση κι η ανατροφή μου. Εμείς αδυνατούμε να δούμε πώς θα μπορούσαμε να παρέμβουμε. Στον καθρέφτη μας παρελαύνει ο Άκης κι υποκλινόμαστε - ξορκίζουμε έναν ανομολόγητο φόβο: μην ξυπνήσουμε κι έχει κι η δική μας η ζωή αξία μικρότερη από μιας χαλασμένης πρίζας. Κι όχι τίποτ’ άλλο, μα δεν θα ‘χουμε καν τη στοιχειώδη αξιοπρέπεια να πηδήξουμε έξω απ’ αυτό το τσίρκο. 


Υ.Γ. Σαν σήμερα, ένα χρόνο πριν, έφυγε ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης. Η τελευταία του ποιητική συλλογή, με τίτλο «Βαθέος γήρατος», μιλά για την υπερήλικη μητέρα του. Χαρισμένοι λίγοι στίχοι στον κύριο Αντώνη κι αν είναι κάπου τώρα, ας είναι κάπου καλύτερα. Τους δικούς του τελευταίους στίχους μπορείτε να τους διαβάσετε εδώ.     


Αυτός ο κόσμος ο μικρός

Τίτλοι πηχυαίοι εφημερίδων
αισθήματα οπερέτας, σήριαλ επικά
ό,τι έμεινε απ' το ρεστοράν να γίνει πακετάκι
πόλεμοι και κινήματα, εκλογές, δικτατορίες
πάντοτε με τους νικητές

δεν ήρθαν στη γιορτή μας
γιατί κι εμείς να πάμε στη δική τους
γάμοι, βαφτίσια, κούλουμα, οβελίες
πάντα εκεί
κηδείες μονάχα κατ' εξαίρεση

τέλος, έτσι μισός αυτός ο Παρθενώνας
κάπως σαν να χαλάει το ηλιόλουστο τοπίο.


Αναδρομικό νήπιο

Καθώς κοιτάζω τώρα
φωτογραφίες μου μες στην κολυμπήθρα
παρατηρώ το βλέμμα μου έντρομο
θα  ‘ξερα φαίνεται το τι με περιμένει.
Κι όμως αμαχητί ηττήθηκε το φίλτρο σου
μόνον εσύ μπορούσες
να πάρεις το παιδί από τα χέρια τους
να βγεις στους δρόμους.


Κλινική

Μου είπε επί λέξει:
- Άμα πεθάνω
πώς θα ζήσω
χωρίς εσένα;

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012


Ο Μάνος Κατράκης στο "Ταξίδι στα Κύθηρα"


Όμως, υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στην «προσαρμοστική πολιτική» και στη δουλοπρέπεια! Αυτό είναι το πιο ευαίσθητο σημείο του ελληνικού λαού, «το τιμιώτατόν του»! Και αυτό του καταπατούν συνεχώς, κατά τον εξοργιστικότερο τρόπο, οι εκπρόσωποί του στην επίσημη διεθνή σκηνή!
(…)
Γιατί αυτός ο λαός, που την έννοια του την έχουν παραμορφώσει σε σημείο να μην την αναγνωρίζουμε, αυτός έχει φτιάξει ό,τι καλό υπάρχει – αν υπάρχει κάτι καλό σ’ αυτόν τον τόπο! Και αυτός, στις ώρες του κινδύνου, και στο πείσμα της συστηματικής ηττοπάθειας των αρχηγών του, αίρεται, χάρη σ’ έναν αόρατο, ευλογημένο μηχανισμό, στα ύψη που απαιτεί το θαύμα!

Όσο, λοιπόν, και αν είναι λυπηρό, πρέπει να το πω: ο Ελληνισμός, για την ώρα τουλάχιστον, επέτυχε ως γένος, αλλ’ απέτυχε ως κράτος! Και παρακαλώ νύχτα μέρα το Θεό, και το μέλλον, να με διαψεύσουν.

(Οδυσσέας Ελύτης,
εφημερίδα Ελευθερία, 15 Ιουνίου 1958
– Συν τοις άλλοις, ύψιλον / βιβλία)



Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Τρομοκρατία και αντι-τρομοκρατία

Η 11η Σεπτεμβρίου και η δεκαετία που ακολούθησε
σε αριθμούς (1) , εκτιμήσεις (2) και μια φράση του Καμύ (3):

  
Kienholz, Drawing for Still Live, 1984
  • 2,977 τα θύματα συνολικά των τρομοκρατικών επιθέσεων
  • 93 εθνικότητες των θυμάτων
  • 700 τουλάχιστον από τα θύματα μουσουλμάνοι
  • 3,000 παιδιά περίπου έχασαν τον ένα γονέα τους
  • 13,065 άτομα τουλάχιστον διαγνώστηκαν με συνδεόμενα αναπνευστικά προβλήματα
  • 10,320 άτομα τουλάχιστον διαγνώστηκαν με συνδεόμενες ψυχικές διαταραχές
  • 6,215 μέλη του αμερικανικού στρατού σκοτώθηκαν στους πολέμους του Ιράκ και του Αφγανιστάν
  • 1,192 μέλη των συμμαχικών δυνάμεων σκοτώθηκαν  
  • 18,768 μέλη του στρατού του Ιράκ και του Αφγανιστάν σκοτώθηκαν
  • 102,399 τουλάχιστον Ιρακινοί πολίτες σκοτώθηκαν
  • 80,680 μέλη του αμερικανικού στρατού έλαβαν θεραπεία για μετατραυματικό στρες
  • 1,316 μέλη του αμερικανικού στρατού ανάπηροι πολέμου
  • 3.3 τρισεκατομμύρια δολάρια το κόστος των πολέμων για τις ΗΠΑ
  • 779 κρατούμενοι στο Γκουαντάναμο
  • Εκατοντάδες συλλήψεις και ανακρίσεις άγνωστου αριθμού προσώπων από τη CIA κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες στα πλαίσια «έκτακτων μεταγωγών». Άγνωστος αριθμός κρατών που συμμετείχαν ή διευκόλυναν 
  • Χιλιάδες έρευνες και απελάσεις μουσουλμάνων ανά τον κόσμο
  • Δεκάδες νέες αντι-τρομοκρατικές πρόνοιες σε Ε.Ε. και εθνικές νομοθεσίες
  • Σοβαρές καταστρατηγήσεις μερικών από τα σημαντικότερα δικαιώματα (απαγόρευση βασανιστηρίων, εξαφανίσεων, αυθαίρετης στέρησης της ελευθερίας και δικαιώματα στην προσωπική ζωή και στην ελεύθερη έκφραση) 
  • «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Πολύ πιθανόν. Ποιος όμως θα αγιάσει το σκοπό; Σε τούτη την ερώτηση, που η ιστορική σκέψη την αφήνει μετέωρη, η εξέγερση απαντά: τα μέσα»

(1) Πηγή: The New York Times
(2) Δικές μου
(3) Οι σκέψεις του για την τρομοκρατία στο ομότιτλο βιβλίο των εκδόσεων Καστανιώτη

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

Της παρακμής*

Έκτακτη είδηση:
Lucian Freud, Leigh on a green sofa, 1993
Οι οίκοι αξιολόγησης
κι οι αγορές
υποτίμησαν
τον άνθρωπο.
Βρέθηκαν
νέες αξίες
να τον αντικαταστήσουν.

Κι εσύ μιλάς για ανθρωπότητα..

Μας έλαχε το βήμα πίσω,
σωστά τα είπε ο συναγωνιστής.
Είμαστε η γενιά της παρακμής.

Έντιμη μοιάζει μόνο η σιωπή
σε καιρούς που πολυλόγησαν.

Κι εσύ μιλάς για ποίηση..

Αγνοείται η πανσέληνος,
δεν το 'μαθες;


*Με αφορμή μια κουβέντα με φίλους

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Αμηχανία


Νίκος Αλεξίου, 2009
Ξημέρωσε. Λέω να μείνω ακόμα στο κρεβάτι. Καλά είμαι, μην ανησυχείς. Μόνο που δε θέλω να χαλάσει πάλι ο καιρός. Με ζέστανε ο ήλιος των τελευταίων ημερών και μου ‘χε λείψει. Και σε παρακαλώ, ας πάμε στη θάλασσα. Να κολυμπήσουμε κι ύστερα ας πνιγούμε απ’ την αρχή. Είναι ένας στίχος, βλέπεις, που 'λεγε ο Κραουνάκης τις προάλλες: «Να σβήσει αυτό το φως που μ’ ενοχλεί, να σβήσει…» Όχι, δεν κλαίω, τραγουδώ… Είναι και το ντοκιμαντέρ που είδαμε ψες. Εκείνο για τα παιδάκια στη Γουατεμάλα που πεθαίνουν απ’ την πείνα. Πρόσεξες πόσο μεγάλα μάτια είχαν οι μανάδες τους; Μου φαίνεται πως με κοιτούσαν όλη τη νύχτα... Ναι, σηκώνομαι σιγά σιγά. Μπα, δε θα κάνω κάτι ιδιαίτερο, θα συγυρίσω λίγο. Θα ψάξω και μια λέξη στον Μπαμπινιώτη. «Αμηχανία». Άραγε ταιριάζει να πει τα όσα ζούμε; Όχι εμείς – εσύ κι εγώ, εμείς – ο κόσμος εννοώ. Για τι; Μα για όλα! Για τις εξεγέρσεις των Αράβων, την απεργία πείνας των μεταναστών, τις διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων, την άνοιξη… «Αμηχανία», λοιπόν, «η αδυναμία να αντιδράσει κανείς με τον κατάλληλο τρόπο, να πράξει ή να πει αυτό που θα έπρεπε». Αυτό που θα έπρεπε… Μα είναι σαν να μας έπιασαν στον ύπνο και δεν προλάβαμε να μελετήσουμε. Αν τουλάχιστον μας το έθεταν απλά: Είστε υπέρ ή κατά; Κι όχι αυτό το «Εμείς είμαστε Κύπριοι. Εσύ, κύριε;». Εσύ; Εσείς; Εμείς… Τι μουρμουρίζω; Να θυμηθώ να ψάξω για την ταυτότητά μου, λέω, πάνε λίγες μέρες που την έχασα… Το βράδυ μην αργήσεις. Κάλεσα κόσμο να μοιραστούμε τη μοναξιά μας. Ναι, τη δική μας μοναξιά. Των Αράβων, των μεταναστών και των Τουρκοκυπρίων κρύβει μια ελπίδα, δεν είν' το ίδιο. Αν μπορείς φέρε και λουλούδια. Γιασεμιά να μην είναι. Κι ένα χαρταετό για τη Δευτέρα. Να γράψουμε τις ευχές μας να τις πετάξουμε στον ουρανό. Άκουσα πως έτσι βγαίνουν. Όχι, τίποτε άλλο. Αυτά μόνο. Καλημέρα.


Υ.Γ.: Μετά από αυτή την ανάρτηση θα κάνω μια παύση. Είναι Άνοιξη κι έχω ανάγκη να βγω απ' την εικονική πραγματικότητα και να πάρω λίγο φρέσκο αέρα. Δεν ξέρω αν θα γυρίσω στα Χνάρια και πότε... Ευχαριστώ όσους προσπάθησαν να με καταλάβουν. Πιο πολύ ευχαριστώ για όσα μπόρεσα να καταλάβω εγώ.

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Πέρα απ' τη χρηστική πραγματικότητα

Claude Monet, Εντύπωση, Ανατολή ηλίου
(Impression, soleil levant) (1872).

Είναι φορές που νιώθω πως δεν μπορώ να γράψω. Σαν να ‘χουν όλα από καιρό ειπωθεί και δεν μένει τίποτα...

Αφού κι η ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνεται. Κάπου στον κόσμο άνθρωποι θα πνιγούν στη λάσπη. Κάποιοι θα διεκδικήσουν ψωμί και λευτεριά και θα πάρουν σφαίρες. Ένας τρελός θα χύσει αδιάκριτα το μίσος του. Μια χώρα θα χτίσει φράκτες στα σύνορά της. Απελπισμένοι για λίγο χώμα θα χαθούν στα κύματα. Ένας λαός θα ζήσει το παραμύθι του «έχουμε πετρέλαια». Κάποιος ηγεμόνας θα δικαστεί για ανηθικότητα. Κανένας δε θα πληρώσει για όσα μαζί δεν φάγαμε. Και το φαΐ που θα φτάνει στα πιάτα μας θα ‘ναι δηλητηριασμένο. Σαν να ‘χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου, καθώς έγραψε ο κυρ Αλέξανδρος των γραμμάτων μας.

Την ίδια στιγμή, καθένας μοναχός πορεύεται. Πόσο όμορφα το είπε ο Ρίτσος, δεν ωφελεί. Χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει και καθένας παλεύει με τους δαίμονες του και των άλλων. Ένα παιδί θα γεννηθεί και μαζί του θα ξημερώσει η ελπίδα, για κάποιον θα νυχτώσει ξαφνικά, κάποιος θα κυνηγήσει το όνειρό του, κάποιος θα το αποχαιρετήσει, οι ερωτευμένοι θα ακούνε κυριακάτικες καμπάνες να χτυπούν, οι ρομαντικοί θα μιλούν στα φεγγάρια, οι μόνοι θα αναζητούν μια αγκαλιά, οι επαναστάτες θα μετρούν τα αστέρια, οι βλάκες θα λατρεύουν την άγνοιά τους, οι φαύλοι θα επιβιώνουν, ο πατριάρχης δεν θα παραδέχεται το φθινόπωρό του, τα τραγούδια θα μιλούν για αγάπες που τέλειωσαν, η τηλεόραση θα προβάλλει τη ζωή που δεν έζησα και το πέρασμα του χρόνου θα χαράζεται με ρυτίδες στα μάτια.

Ναι, αλλά κι ο ουρανός κι η θάλασσα κι η νύχτα στέκουν πάντα ίδια. Και ποτέ μάτια δεν τα ‘χουν δει, χείλη δεν τα ‘χουν τραγουδήσει, δάχτυλα δεν τα ζωγράφισαν δυο φορές με τον ίδιο τρόπο. Κάθε ευαισθησία κι άλλη εκδοχή. Κάθε εκδοχή κι άλλη αλήθεια. Ιδιωτικήν οδό, την είπε ο Ελύτης, για να κινηθείς σ’ ένα επίπεδο υπεράνω της χρηστικής πραγματικότητας. Και να χαρείς μια στάλα ομορφιάς μέσα και στις ασχήμιες ακόμα αυτού του κόσμου. Για να ‘χουν νόημα κι οι νίκες σου κι οι ήττες κι οι απώλειες και οι ρυτίδες σου – το διάβα σου απ’ την πραγματικότητα ετούτη.

Είναι φορές που λέω πως δεν μπορώ να γράψω. Κι ύστερα εύχομαι να φταίει μόνο η συννεφιά…

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

Όλα έχουνε περάσει

The Raising of Lazarus (after Rembrandt), 
Vincent van Gogh

Ένας ένας ανεβαίνουν στην επιφάνεια της γης οι μεταλλωρύχοι. Ένα χέρι ανθρώπινο θα τους τραβήξει από την πένθιμη υγρασία του χώματος και θα αντικρίσουν και πάλι το φως. Ζεστός ήλιος θα διαπεράσει το δέρμα τους και φρέσκος αέρας θα τρυπήσει τα πνευμόνια τους. Θα βήξουν για να διώξουν τη σκόνη. Θα τεντώσουν τα μέλη τους. Θα ανοίξουν διάπλατα τα μάτια τους. Θα τους φανεί απέραντος ο ουρανός. Ατελείωτος ο κόσμος. Φιλεύσπλαχνος ο Θεός. Κι ο άνθρωπος επίσης.

Κι ίσως να ‘ναι έτσι. Αφού έτσι το βίωσαν: Τον άνθρωπο, κατ’ εικόνα και ομοίωση, να νικά το θάνατο. Κι ας έχουμε συνηθίσει στο αντίθετο: Τον άνθρωπο να προκαλεί το θάνατο και να τον διαιωνίζει χωρίς λύπη και χωρίς αιδώ. Ας πλανευθούμε, όμως, για μια στιγμή κι ας δεχτούμε μαζί τους πως ο άνθρωπος μπορεί ακόμη, και θέλει, το καλό. Ας μην αναρωτηθούμε για τα κίνητρα, ας μην ενοχλήσουμε την αφέλειά μας κι ας πιστέψουμε για λίγο στο θαύμα. Σ’ αυτό το νέγρικο τραγούδι που (δεν) πρόλαβε να μας πει ο Μάνος Ξυδούς: « Όλα έχουνε περάσει, Μαίρη, μη λυπάσαι πια...»

Κι ο παλιός ο κόσμος θα έχει γίνει ροκ. Χωρίς πείνα, χωρίς φτώχεια, χωρίς πολέμους, χωρίς διώξεις, χωρίς γενοκτονίες, χωρίς μίση, χωρίς φανατισμούς, χωρίς συμφέροντα, χωρίς αδικία, χωρίς βία, χωρίς εκμετάλλευση, χωρίς οικολογικές καταστροφές, χωρίς οικονομικές κρίσεις, χωρίς παράπλευρες απώλειες, χωρίς εργατικά ατυχήματα, χωρίς πνιγμούς στα σύνορα, χωρίς πρόωρους θανάτους, χωρίς ωραίους όρους και στατιστικούς αριθμούς να περιγράφουν την απώλεια του μέτρου και της ανθρωπιάς. Ας φανταστούμε να γίνεται πραγματικότητα ο κόσμος του Λένον. Και το όνειρο του Μάρτιν Λούθερ Κιγκ. Και πως κορίτσια αγόρια στη σειρά στήνανε χορό κι ο κύκλος τους αγκάλιαζε ολόκληρη τη γη...

Αύριο έτσι κι αλλιώς θα ξυπνήσουμε. Το ίδιο κι οι μεταλλωρύχοι. Μακριά από τους προβολείς και τις ζητωκραυγές, έχοντας επιβιώσει από το θάνατο να παλεύουν να επιβιώσουν από τη ζωή.

Σάββατο 14 Αυγούστου 2010

Τέλεια ανύποπτοι


Αύγουστος μήνας των θλιβερών επετείων. Των μνημοσύνων. Των απωλειών. Ταξιδεύω στην Τυλληρία και σε μικρογραφία απεικονίζεται ο παραλογισμός της πατρίδας μου. Κάθε βουνοκορφή κι άλλη σημαία. Κυανά βαρέλια χαράζουν νοητές γραμμές. Μπερδεύονται τα χρώματα. Ίδια η ερημιά. Ποιο το νόημα; Στο ραδιόφωνο οι στίχοι του Μάνου Ελευθερίου: «Πώς το φεραν η μοίρα και τα χρόνια να μην ακούσεις ένα ποιητή;»

Στην άλλη άκρη του κόσμου, πολύ κοντά στο «Σημείο Μηδέν» της Νέας Υόρκης, εκεί όπου βρίσκονταν οι δίδυμοι πύργοι, πρόκειται να ανεγερθεί μουσουλμανικό τζαμί. Μνημείο της νίκης των δολοφόνων, το χαρακτηρίζουν όσοι τάσσονται εναντίον. Απόδειξη του σεβασμού στη θρησκευτική ελευθερία, όσοι τάσσονται υπέρ. Μεταξύ τους και ο Πρόεδρος Ομπάμα. Δύσκολα ερωτήματα: Πώς διαχειρίζεται κανείς τη μνήμη; Πώς την συμψηφίζει στο μέλλον; Μνήμη ή μέλλον; Επίπλαστα διλήμματα, μάλλον, για όσους τα φοβούνται και τα δυο.

Το μέλλον, έτσι κι αλλιώς, ξέρει πάντα να εκδικείται. Η μισή Ασία πνίγεται κι η μισή Ευρώπη καίγεται. Μαζί τους βουλιάζουν οικονομίες και πολιτικοί σχεδιασμοί. Ίσως στιγμίαια κλονίζεται κι εκείνο το αλαζονικό βλέμμα του ηγεμόνα. Κοντόφθαλμη και μυωπική παραμένει πάντα η διεθνής αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών. Παράπλευρες απώλειες: οι απανταχού φτωχοί. Αύριο θα τους λέμε λαθρομετανάστες και θα κλείνουμε τα σύνορα.

Πίσω σ’ εμάς, σαν τίτλος βραδινού δελτίου ειδήσεων: «οι άνθρωποι συνωστίζονται στις παραλίες αναζητώντας λίγη δροσιά». Απορώ αν τη βρίσκουν επιδεικνύοντας τα καινούρια μαγιό και τους φετινούς κοιλιακούς τους σ’ ακριβούς καναπέδες παραλιακών καφετεριών. Η θάλασσα είναι ένα βάλσαμο της ψυχής κι ένα ξόρκι της μικροψυχίας, μα δεν το μάθαμε ποτέ σ’ αυτό τον τόπο. Προτιμούμε να την κοιτάζουμε σαν τουριστική αφίσα του ΚΟΤ. Να την θαυμάζουμε απ’ έξω. Χωρίς κίνδυνο να πνιγούμε, χωρίς ελπίδα να σωθούμε απ’ όσα μας πνίγουν.

Όπως ακριβώς και τον έρωτα. Αφού «η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις», καθώς γράφει ο Χριστιανόπουλος. Πριν από μερικές μέρες ένας άντρας και μια γυναίκα στην Ινδία κόντεψαν να πληρώσουν με τη ζωή τους το ότι αγαπήθηκαν παρότι κατάγονταν από διαφορετικές κάστες. Άλλοι δεν γλιτώνουν και γίνονται θυσία στο «Θεό των μικρών πραγμάτων». Οι πιο πολλοί προτιμούμε να μένουμε στα ρηχά, «τέλεια ανύποπτοι στην ομορφιά» μας, όπως λέει κάπου αλλού ο ποιητής. Χωρίς βυθούς, χωρίς ναυάγια.

(Η φωτογραφία είναι του Benjamin Arthur και δημοσιεύθηκε στον Guardian)

Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010

Ανοιχτοί λογαριασμοί με το ρατσισμό

«Ο Τόμι δεν ήθελε να μου μιλήσει. Στην αρχή δε με κοιτούσε καν. Πουθενά δεν κοιτούσε. Η φωνή του ήταν σιγανή, σχεδόν παιδική. Μόνο όταν φτάσαμε στη νύχτα – στη νύχτα που τον πυροβόλησαν – η φωνή του δυνάμωσε. Μιλούσε γρήγορα και θυμωμένα. Συνέχισε όμως να μην κοιτάει πουθενά. Το ένα του χέρι χάιδευε συνεχώς το άλλο. Μόνο κάποιες στιγμές το δεξί του χέρι έφευγε, υψωνόταν και γινόταν «ομπρέλα» στο σημείο όπου είναι ακόμη φυτεμένη η σφαίρα. Οι γιατροί δε διακινδυνεύουν να του βγάλουν τη σφαίρα από το κεφάλι κι αυτός δεν μπορεί να το πάρει απόφαση. Τον ενοχλεί. Δεν μπορεί να καταλάβει γιατί βρέθηκε εκείνο το βράδυ στο δρόμο του Καζάκου. Γιατί δεν έτρεξε όταν είδε το όπλο να τον σημαδεύει στο κεφάλι. Και ο Θεός τι έκανε; Γιατί τον άφησε απροστάτευτο; Γιατί τον άφησε να έρθει στην Αθήνα; Γιατί δεν τον έσπρωξε να φύγει μια ώρα αρχύτερα για το Λονδίνο, αφού εκεί ήθελε από την αρχή να πάει; Τώρα όλα μπερδεύτηκαν. Όλα σταμάτησαν. Και τα όνειρα και τα σχέδια. Ακόμη κι η ηλικία του σταμάτησε τη νύχτα που τον πυροβόλησαν. Πόσων χρονών είσαι, Τόμι;, τον ρώτησα. Ήμουν τριάντα όταν ο άνθρωπος αυτός με πυροβόλησε. Από τότε έχουν περάσει έξι χρόνια.»

Το πιο πάνω απόσπασμα είναι από τον πρόλογο στη συνέντευξη του Τόμι Κόφι Μάρκους στο Σταύρο Θεοδωράκη, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Ο δρόμος για την Ομόνοια». Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου γράφει: «Το φθινόπωρο του 1999 ο Τόμι, ο Τίμοθι και άλλοι επτά άνθρωποι έπεσαν πυροβολημένοι στους δρόμους γύρω από την Ομόνια. Ήταν «ξένοι» και το θέμα έφυγε γρήγορα από τα πρωτοσέλιδα και τα δελτία. Η Αθήνα όμως, η Ελλάδα ολόκληρη, συνεχίζει να έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με το ρατσισμό...»

Στις 20 Ιουλίου 2010, στο κέντρο της Λευκωσίας, δύο «ξένοι» βρέθηκαν στο δρόμο πορείας και προπηλακίστηκαν. Λίγο αργότερα, ένας άλλος «ξένος» δέχτηκε επίθεση από ομάδα προσώπων. Για να γλυτώσει έπεσε σε διερχόμενο αυτοκίνητο. Οι φασίστες συνέχισαν να τον χτυπούν. Το θέμα πέρασε από μερικές εφημερίδες και δελτία ειδήσεων. Θα προσπεραστεί γρήγορα. Η Λευκωσία, όμως, η Κύπρος ολόκληρη, έχει πια ανοιχτούς λογαριασμούς με το ρατσισμό. Πρέπει να τους κλείσουμε, όσο είναι καιρός.

Σάββατο 8 Μαΐου 2010

Την Ελλάδα θέλομεν

Εμείς αλλιώς τη μάθαμε την Ελλάδα. Στα σχολικά μας βιβλία ήταν πάντα γεμάτη φως, ήρωες και ποιητές και πρώτη τη δική της ιστορία διδαχθήκαμε. Η δική μας, όλη κι όλη, ένα σύνθημα στον τοίχο: «Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν πέτρες». «Όμως αντισταθμίζει που γράφουμε ελληνικά» έγραφε ο Μόντης κι μας συγκινεί ακόμη ο στίχος του Βαγορή «Την Ελλάδα αγαπώ, αλλά κι εσένα». Τα πρώτα μας ταξίδια είχαν το γαλάζιο του Αιγαίου κι εκεί πρωτοανταμώσαμε την ομορφιά. Εκεί μοιραστήκαμε τα πιο ανέμελα καλοκαίρια μας με φίλους που ήξεραν τι θα πει φιλοξενία. Εκεί μας δίδαξαν το μέτρο, το λόγο και την υποψία σπουδαίοι δασκάλοι. Κι οι άνθρωποι στους δρόμους πώς να διεκδικούμε τα δίκια μας. Πιστέψαμε σ’ αυτούς, στη σπιρτάδα, στη ζωντάνια και στην προκλητική όρεξή τους να χαίρονται. Με τις δικές τους μουσικές ντύσαμε τους έρωτες και τους χωρισμούς μας, τα δικά τους λόγια έδωσαν μορφή στις αναζητήσεις μας, με τα δικά τους κατορθώματα ξεδιψάσαμε την ανυδρία μας. Και στην ανάγκη εκεί στρεφόμασταν, εκεί κι όταν τολμούσαμε να παραδεχτούμε πως η οικονομική μας ευμάρεια απλώς δεν αρκούσε.

Ύστερα κάποιος ρώτησε τι θα πει «λαμόγιο». Η αποκαθήλωση πολιτικών και ολυμπιονικών. Η χώρα μια απέραντη συναλλαγή. Δημοσιογράφοι, γιατροί, μοναχοί, δικαστές, ψηφοφόροι... Όλα πωλούνται κι όλα χτίζονται. Λίμνες, δάση, αρχαία... Κι άνθρωποι ακόμη στη φωτιά. Εγκαταλελειμμένα πανεπιστήμια και μυαλά κλειστά. Ο πολιτισμός της Γιουροβίζιον και της Τζούλιας. Η γενιά των 700 ευρώ δίχως ύπνο. Δίχως όνειρα. Ξενιτιά. Καθένας για την πάρτη του. Δε βαριέσαι... Ζαρντινιέρες να χτυπούν φοιτητές, εξοστρακισμένες σφαίρες να πετυχαίνουν παιδιά, προφυλακίσεις για το λάθος χρώμα παπούτσια και τα θλιμμένα μπλε μάτια της Κούνεβα καμένα. Τιμωρία καμιά. Μόνο κάτι αυτόκλητα φασιστοειδή που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τις βιτρίνες απ’ τους ανθρώπους. Η χώρα στο χείλος της αβύσσου, κι ίσως στο βάθος της. Χωρίς ντροπή, χωρίς κάθαρση, χωρίς ελπίδα.

Όχι, εμείς μιαν άλλη Ελλάδα αγαπήσαμε. Κι αν τώρα είμαστε οργισμένοι δεν είναι από υπεροψία, ούτε γιατί σκλήρυνε η καρδιά μας. Είναι γιατί πονούμε. Και γιατί δεν θα ‘χουμε πού να κοιτάζουμε κάθε που θα θέλουμε να ψηλώνουμε λίγο.

(Το Αφιέρωμα στους τοίχους της Αθήνας είναι του Βλάση Κανιάρη)

Υ.Γ. Η σημείωση αυτή προστίθεται εκ των υστέρων για να παραπέμψει στην πιο συγκινητική αναφορά που έγινε από άλλο μπλόγκερ σε κείμενό μου.

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Μεγάλη Παρασκευή

Άνοιξη, 33 μ.Χ., Ιερουσαλήμ - Η Παναγία κατά την ταφή του Χριστού:
«Ω γλυκύ μου έαρ,
γλυκύτατόν μου τέκνον,
πού έδυ σου το κάλλος;
Ω φως των οφθαλμών μου,
γλυκύτατόν μου τέκνον,
πώς τάφω νυν καλύπτη;»
(Από τον Επιτάφιο Θρήνο)

Μάης του 1936, Θεσσαλονίκη - Μια μάνα, καταμεσίς του δρόμου, μοιρολογάει το σκοτωμένο, σε διαδήλωση καπνεργατών, παιδί της:
«Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,
πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;»
(Από τον Επιτάφιο, του Γιάννη Ρίτσου)

Μάρτης 2010, Αθήνα: Η μάνα του δεκαπεντάχρονου Αφγανού, Χαμίντ Ναζαφί, που σκοτώθηκε από έκρηξη βόμβας στα Πατήσια:
«Αμιντούλα ζωή μου
Θεέ μου τι θα κάνω;
Πώς θα ζήσω χωρίς εσένα;
Μακάρι να πέθαινα εγώ»
(Από το Αστυνομικό Δελτίο της Ελευθεροτυπίας)


Μεγάλη Παρασκευή - Ας θυμηθούμε τις μανάδες των αθώων νεκρών του κόσμου.

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

Σαρωτές σώματος: «Ο αέρας άλλαξε;»

Την ημέρα των Χριστουγέννων, ένας Νιγηριανός υπήκοος αποπειράθηκε να ανατινάξει το αμερικάνικης εταιρίας αεροπλάνο στο οποίο επέβαινε κατά την πτήση του από την Ολλανδία στις ΗΠΑ. Η απόπειρα ευτυχώς απέτυχε. Ο πρόεδρος Ομπάμα επέρριψε τις ευθύνες για το περιστατικό στις αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες είχαν παραλείψει να αξιολογήσουν και να συνδυάσουν διάφορα στοιχεία που είχαν στη διάθεσή τους, ώστε να αποτρέψουν την απόπειρα.

Εντούτοις, αυτό στο οποίο δόθηκε η μεγαλύτερη έμφαση ήταν τα τρωτά σημεία στην ασφάλεια των αεροπορικών πτήσεων, με αποτέλεσμα να επανέλθει στη συζήτηση το θέμα της εγκατάστασης στους χώρους των αεροδρομίων σαρωτών σώματος (body scanners), μηχανημάτων, δηλαδή, που αποκαλύπτουν τη γυμνή εικόνα του προσώπου, για τους σκοπούς της ανίχνευσης εκρηκτικών υλικών που δεν μπορούν να εντοπιστούν από ανιχνευτές μετάλλων.

Εξαιτίας της γυμνής απεικόνισης του προσώπου έχουν προκληθεί έντονες ανησυχίες σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο οι υπεύθυνοι ασφαλείας θα βλέπουν, θα επεξεργάζονται, θα αποθηκεύουν και θα χρησιμοποιούν την εικόνα και τα στοιχεία που θα παράγονται. Το ίδιο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Οκτώβριο του 2008 είχε απορρίψει πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για συμπερίληψη των σαρωτών σώματος ανάμεσα στις επιτρεπόμενες μεθόδους ελέγχου των επιβατών στα αεροδρόμια της Ε.Ε., θεωρώντας ότι δεν είχαν συνεκτιμηθεί επαρκώς οι επιπτώσεις ενός τέτοιου μέτρου στα ανθρώπινα δικαιώματα και στην υγεία των πολιτών και ζήτησε από την Επιτροπή τη διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας.

Σε άρθρο του στην εφημερίδα Guardian στις 20 Ιανουαρίου 2010, ο Ειδικός Εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, Martin Scheinin, χαρακτηρίζει τους σαρωτές σώματος ως μία μη αναγκαία, και άρα δυσανάλογη, επέμβαση στην προσωπικότητα, υποστηρίζει ότι η χρήση τους μπορεί να καταλήξει σε δυσμενή διακριτική μεταχείριση προσώπων στη βάση της ιθαγένειας, της εθνικής καταγωγής ή της θρησκείας τους και επισημαίνει ότι τα μηχανήματα αυτά ενδέχεται να μην είναι καν αποτελεσματικά. Ασκεί, μάλιστα, κριτική στο γεγονός ότι παρά τις αρχικές αντιδράσεις των κρατών στην υιόθετηση αυτού του μέτρου, μετά την απόπειρα των Χριστουγέννων «ο αέρας άλλαξε».

Πράγματι, η Ολλανδία και η Μεγάλη Βρεττανία προχώρησαν σε εγκατάσταση σαρωτών στα αεροδρόμιά τους, κάτι που κατέκρινε ο προταθείς Επίτροπος Μεταφορών της Ε.Ε., Siim Kallas, δεδομένης της απουσίας οποιωνδήποτε κοινών προτύπων σε επίπεδο Ε.Ε. Παράλληλα, οι ΗΠΑ υπέβαλαν αίτημα στην Ε.Ε. για εγκατάσταση σαρωτών σε όλα τα αεροδρόμιά της που εκτελούν πτήσεις προς την Αμερική, αλλά η έγκριση του αιτήματος από τους Ευρωπαίους Υπουργούς Δικαιοσύνης αναβλήθηκε μέχρι την επιβεβαίωση της ασφάλειας των μηχανημάτων και της συμβατότητάς τους με το δικαίωμα στην προσωπική ζωή. Η προταθείσα Επίτροπος Δικαιοσύνης, Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ιθαγένειας, Viviane Reding, διαβεβαίωσε από πλευράς της ότι δεν θα επιβληθεί η υποχρεωτική εισαγωγή των σαρωτών στα αεροδρόμια πριν απαντηθούν τα σχετικά με την υγεία, την προσωπική ζωή και τα προσωπικά δεδομένα ερωτήματα. Υπογράμμισε, μάλιστα, ότι: «Η ανάγκη της Ευρώπης για ασφάλεια δεν μπορεί να δικαιολογήσει οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικής ζωής. Οι πολίτες μας δεν είναι αντικείμενα, είναι άνθρωποι».

Παρά τις πιο πάνω διαβεβαιώσεις, τίποτε δεν μπορεί να αποκλείσει ότι στο τέλος θα επιτραπεί η χρησιμοποίηση των σαρωτών χωρίς ικανοποιητικές εγγυήσεις για τη διασφάλιση της αρχής της ισότητας και για την προστασία της προσωπικότητας και των προσωπικών δεδομένων των ατόμων. Ας μην ξεχνούμε ότι από την 11η Σεπτεμβρίου 2001 μέχρι και σήμερα τα μέτρα που έχουν ληφθεί στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας έχουν περιορίσει ριζικά και ουσιαστικά το περιεχόμενο και τις εγγυήσεις των πιο πάνω δικαιωμάτων και τείνουν να θέσουν την ίδια την κοινωνία υπό γενική επιτήρηση (βλ. μελέτη του Επιτρόπου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, με τίτλο: “Protecting the right to privacy in the fight against terrorism”).

Βασικό χαρακτηριστικό του ευρωπαϊκού δικαιικού πολιτισμού, όμως, αποτελούσε ανέκαθεν η κατοχύρωση και προστασία ενός χώρου ελεύθερης δράσης και ύπαρξης του προσώπου και των διάφορων κοινωνικών ομάδων. Για να μην χαθεί αυτή η θεμελιακή αξία κάτω απ’ το βάρος του φόβου και των εύκολων ή προσχηματικών λύσεων, οι Ευρωπαίοι πολίτες οφείλουν να έχουν ενεργοποιημένα τα δημοκρατικά αντανακλαστικά τους, επιμένοντας στη διεκδίκηση πολιτικών που δεν θα θυσιάζουν τα δικαιώματά τους προς όφελος της ασφάλειας, αλλά θα συμφιλιώνουν και θα εξισορροπούν τις ανάγκες της ασφάλειας με αυτές της προστασίας των δικαιωμάτων.

(Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής, 7/2/2010)