Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δικαιώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δικαιώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

The truth

Ή μια (άλλη) ανάγνωση του πορίσματος για το Hillsborough




Στις 15 Απριλίου 1989, στο Γήπεδο Hillsborough του Sheffield, 96 οπαδοί της Liverpool έχασαν τη ζωή τους όταν εγκλωβίστηκαν σε κερκίδα, στην οποία οδηγήθηκε μεγάλος αριθμός φιλάθλων, παρότι ήταν ήδη υπερπλήρης. Το μέγεθος της καταστροφής και οι τεράστιες ευθύνες που θα έπρεπε να αναζητηθούν, καθώς και το γεγονός ότι οι οπαδοί της Liverpool προέρχονταν κυρίως από την εργατική τάξη κι ήταν αριστερών φρονημάτων, ήταν αρκετά για να οδηγήσουν στη διασπορά της είδησης: Η αλήθεια είναι ότι τα γεγονότα  προκάλεσαν οι μεθυσμένοι χούλιγκαν οπαδοί. Η επίσημη εκδοχή υιοθετήθηκε ακόμη και από την η ίδια τη Margaret Thatcher, η οποία ακολούθως κήρυξε τον πόλεμο κατά του χουλιγκανισμού και προώθησε τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση που γνώρισε ποτέ το αγγλικό ποδόσφαιρο.

Στις 12 Σεπτεμβρίου 2012, ειδική Ανεξάρτητη Επιτροπή η οποία είχε συσταθεί για να εξετάσει εκ νέου τα γεγονότα του Hillsborough και μελέτησε 450.000 έγγραφα, που για πρώτη φορά δημοσιοποιήθηκαν, εξέδωσε το δικό της πόρισμα. Σύμφωνα με αυτό, την αποκλειστική ευθύνη για την καταστροφή είχε η Αστυνομία, η οποία απέτυχε τόσο να συντονίσει την είσοδο των φιλάθλων στο γήπεδο, όσο και να ενεργήσει άμεσα και αποτελεσματικά στη συνέχεια. Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και όταν κατέστη προφανές ότι κάτι τρομακτικό συνέβαινε στην κερκίδα, η Αστυνομία καθυστέρησε σημαντικά να ανοίξει το μπροστινό κιγκλίδωμα ώστε να απεγκλωβιστεί το συνωστισμένο πλήθος, για να μην επεκταθούν αυτά που αντιλαμβανόταν ως έκτροπα. Αποδείχθηκε, δε, ότι δεν πέθαναν και τα 96 θύματα πριν από το άνοιγμα της κερκίδας, όπως εθεωρείτο για χρόνια, αλλά 41 πρόσωπα πέθαναν αργότερα και θα μπορούσαν να είχαν σωθεί, εάν τους παρέχονταν  έγκαιρα οι πρώτες βοήθειες. Επιπρόσθετα, η έρευνα αποκάλυψε ότι οι τότε αστυνομικές έρευνες επικεντρώθηκαν στο πώς θα συνδέονταν οι θάνατοι με τη χρήση αλκοόλ, και για το σκοπό αυτό διενεργήθηκαν σχετικές αιματολογικές αναλύσεις στο σύνολο των θυμάτων, μεταξύ των οποίων και παιδιά, ενώ 116 καταθέσεις είχαν παραποιηθεί ώστε να απαλείφονται όλες οι αρνητικές πληροφορίες που αφορούσαν στις ενέργειες της Αστυνομίας.

Χρειάστηκαν 23 χρόνια για έρθει στο φως η πραγματική αλήθεια για το Hillsborough. Αναμένεται τώρα η δικαιοσύνη, για την οποία έχουν δεσμευτεί όλοι.

Σε κάθε περίπτωση, γι άλλη μια φορά η Μεγάλη Βρετανία βρίσκεται αντιμέτωπη με τα φαντάσματά της. Φαντάσματα που αναδείχθηκαν μέσα και από άλλα πρόσφατα πορίσματα, όπως π.χ.  σε σχέση με τις δολοφονίες άοπλων διαδηλωτών στη Βόρεια Ιρλανδία τη «Ματωμένη Κυριακή» του 1972 ή το ρατσιστικό φόνο του έφηβου Stephen Lawrence, του οποίου οι αυτουργοί τιμωρήθηκαν 19 χρόνια μετά. Καλείται, συγκεκριμένα, η χώρα να παραδεχθεί και πάλι τις λειτουργικές αποτυχίες της Αστυνομίας της, την ύπαρξη θεσμικών προκαταλήψεων στους μηχανισμούς απονομής δικαιοσύνης και το ενδεχόμενο η επίσημη εκδοχή των πραγμάτων να είναι αποτέλεσμα συγκάλυψης ή συνωμοσίας. Και ο πρωθυπουργός καλείται ξανά να ζητήσει δημόσια συγγνώμη, όπως και αυτή τη φορά έπραξε.

Κι ενώ εκ πρώτης όψεως τα πιο πάνω φαίνεται να μην τιμούν την Αγγλία, ίσως και να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: Φανερώνουν πως τολμά, έστω κι υπό το βάρος έντονων κοινωνικών πιέσεων και την πάροδο μακρού χρόνου που απαμβλύνει την ένταση και το πολιτικό κόστος, να αναζητά και να παραδέχεται την αλήθεια. Να διερευνά, ειδικότερα, με επαγγελματισμό και αντικειμενικότητα την ορθότητα και επάρκεια των κρατικών αποφάσεων και ενεργειών και ταυτόχρονα να αποδέχεται τα πορίσματα που εξάγονται και να τα αξιοποιεί, αφενός, για τη λογοδοσία και την απόδοση ευθυνών, και, αφετέρου, για την ευρύτερη βελτίωση των θεσμών και των λειτουργιών της. Να σέβεται, εν τέλει, τόσο το δικαίωμα του κοινού γενικά, αλλά και ιδίως των συγγενών θυμάτων, να γνωρίζουν την αλήθεια, όσο και την προσδοκία των πολιτών ότι παρόμοια περιστατικά δεν θα ξανασυμβούν.

Σε μια κυπριακή πραγματικότητα με εγκλήματα να βαφτίζονται «τραγωδίες» για να μην έχουν υποκείμενο και τόσους «ανοιχτούς φακέλους» που δεν προορίζονται να κλείσουν, θα είχαμε να διδαχθούμε πολλά...  




Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Ιστορία αίματος και πόνου

Του Δασκάλου Ιωάννη Μανωλεδάκη
(Πρόλογος στο βιβλίο «Εικόνες Φυλακής»)

Vincent van Gogh, Η αυλή της φυλακής, 1890

Η ποινή είναι μια ιστορία αίματος και πόνου. Αρνητική ενέργεια, που εκλύεται στο αρνητικό πεδίο του κοινωνικού χώρου, εκεί όπου η εχθρότητα (το «νείκος») υπερνικά τη «φιλότητα» στον αέναο διαλεκτικό ανταγωνισμό τους.

Και η φυλακή, ως η σύγχρονη κύρια έκφραση της ποινής (όπως διαμορφώθηκε ιστορικά από τον δέκατο έβδομο αιώνα), αποτελεί, κι αυτή, μια ιστορία αίματος και πόνου. Η νομική ιδεολογία προσπάθησε να την «ντύσει» με τον μανδύα της αναγκαιότητας, της ρυθμισμένης, έλλογης απάντησης της πολιτείας στο έγκλημα, του «φύλακα» της ασφάλειας των πολιτών και της νομιμότητας των ισχυρών: Όσο υπάρχουν έγκλημα και «κακοί», θα υπάρχει και η φυλακή ως το αναγκαίο κακό που θα τους αντιμετωπίζει και θα τους εξουδετερώνει. Εκεί θα ζουν αναγκαστικά, όσο χρειάζεται, οι «κακοί», οι «άλλοι», για να μπορούν να ζουν ήσυχα οι «καλοί», «εμείς». Οι ρόλοι είναι ξεκάθαροι στη νομική ιδεολογία. Από κει και πέρα, ανάλογα με τη στάθμη του νομικού πολιτισμού, υπάρχει χώρος για να απαλύνουμε το κακό και να ωραιοποιήσουμε την ασχήμια της εχθρότητας.

Οι υπουργοί δικαιοσύνης, με την ευγενική σύμπραξη κάποιων ευαίσθητων (όχι ευαισθητοποιημένων) ανθρώπων της τέχνης, θα εξαγγείλουν πολιτιστικά προγράμματα για τον εκπολιτισμό των φυλακών και την ψυχική ανάπλαση των τροφίμων τους. Η επίσημη εκκλησία θα στείλει τους μειλίχιους εκπροσώπους της να λειτουργήσουν Κυριακές και εορτές, να κηρύξουν τη μετάνοια και να υπενθυμίσουν στους «κακούς» τη σύμπραξη θείας και ανθρώπινης δικαιοσύνης. Εξάλλου, πριν από τον εγκλεισμό τους, οι τελευταίοι αυτοί είχαν βιώσει την κρίση και την καταδίκη τους «υπό το βλέμμα» του Χριστού στην αίθουσα του δικαστηρίου. Τι δουλειά έχει τώρα, ο κήρυκας της Αγάπης με τις διαδικασίες του μίσους, αυτό αποτελεί μια άλλη ιστορία στο ίδιο, ωστόσο, πλαίσιο της ιδεολογίας της συγκάλυψης και της ωραιοποίησης.

Οι καλές και φιλάνθρωπες κυρίες θα φέρουν τα δέματα με τα δώρα τους τα Χριστούγεννα, αφού προηγουμένως στηθεί καλά το σκηνικό, όπως στους θαλάμους των νεοσυλλέκτων πριν από την επιθεώρηση. Και οι πολίτες της καθημερινότητας, πιο ειλικρινείς μέσα στις αντιφάσεις τους, επιδοκιμάζουν τα μέσα ανακούφισης των δυστυχισμένων, αλλά εύλογα αντιδρούν στο κτίσιμο νέας φυλακής στη γειτονιά τους, που θα φέρει μια ρεαλιστική ανακούφιση στους στοιβαγμένους στις υπάρχουσες φυλακές.

Όχι πως οι «οι μέσα» είναι καλύτεροι. Εκεί βρίσκονται, βέβαια, κάποιοι άδικα – αποτέλεσμα δικαστικής πλάνης. Οι περισσότεροι, ωστόσο, είναι εκεί κατά «δίκαιη» (σύμφωνα με την υπάρχουσα νομιμότητα) κρίση. Όμως είναι κι αυτοί εκφραστές του μίσους, όπως και οι συνάνθρωποί τους που τους έστειλαν στη φυλακή παίζοντας (ασυναίσθητα ή εξαναγκασμένα) το νόμιμο ρόλο τους.

Όσο η εχθρότητα θα νικά τη «φιλότητα» στο αέναο διαλεκτικό παιγνίδι της Ιστορίας, η φυλακή ή τα όποια υποκατάστατά της θα είναι εδώ. Η ασχήμια και ο πόνος θα είναι κι αυτά εδώ. Όταν δεν μπορείς να τα εξαλείψεις, τουλάχιστον μπορείς να τα ιστορήσεις ελπίζοντας… 

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Τρομοκρατία και αντι-τρομοκρατία

Η 11η Σεπτεμβρίου και η δεκαετία που ακολούθησε
σε αριθμούς (1) , εκτιμήσεις (2) και μια φράση του Καμύ (3):

  
Kienholz, Drawing for Still Live, 1984
  • 2,977 τα θύματα συνολικά των τρομοκρατικών επιθέσεων
  • 93 εθνικότητες των θυμάτων
  • 700 τουλάχιστον από τα θύματα μουσουλμάνοι
  • 3,000 παιδιά περίπου έχασαν τον ένα γονέα τους
  • 13,065 άτομα τουλάχιστον διαγνώστηκαν με συνδεόμενα αναπνευστικά προβλήματα
  • 10,320 άτομα τουλάχιστον διαγνώστηκαν με συνδεόμενες ψυχικές διαταραχές
  • 6,215 μέλη του αμερικανικού στρατού σκοτώθηκαν στους πολέμους του Ιράκ και του Αφγανιστάν
  • 1,192 μέλη των συμμαχικών δυνάμεων σκοτώθηκαν  
  • 18,768 μέλη του στρατού του Ιράκ και του Αφγανιστάν σκοτώθηκαν
  • 102,399 τουλάχιστον Ιρακινοί πολίτες σκοτώθηκαν
  • 80,680 μέλη του αμερικανικού στρατού έλαβαν θεραπεία για μετατραυματικό στρες
  • 1,316 μέλη του αμερικανικού στρατού ανάπηροι πολέμου
  • 3.3 τρισεκατομμύρια δολάρια το κόστος των πολέμων για τις ΗΠΑ
  • 779 κρατούμενοι στο Γκουαντάναμο
  • Εκατοντάδες συλλήψεις και ανακρίσεις άγνωστου αριθμού προσώπων από τη CIA κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες στα πλαίσια «έκτακτων μεταγωγών». Άγνωστος αριθμός κρατών που συμμετείχαν ή διευκόλυναν 
  • Χιλιάδες έρευνες και απελάσεις μουσουλμάνων ανά τον κόσμο
  • Δεκάδες νέες αντι-τρομοκρατικές πρόνοιες σε Ε.Ε. και εθνικές νομοθεσίες
  • Σοβαρές καταστρατηγήσεις μερικών από τα σημαντικότερα δικαιώματα (απαγόρευση βασανιστηρίων, εξαφανίσεων, αυθαίρετης στέρησης της ελευθερίας και δικαιώματα στην προσωπική ζωή και στην ελεύθερη έκφραση) 
  • «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Πολύ πιθανόν. Ποιος όμως θα αγιάσει το σκοπό; Σε τούτη την ερώτηση, που η ιστορική σκέψη την αφήνει μετέωρη, η εξέγερση απαντά: τα μέσα»

(1) Πηγή: The New York Times
(2) Δικές μου
(3) Οι σκέψεις του για την τρομοκρατία στο ομότιτλο βιβλίο των εκδόσεων Καστανιώτη

Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

Φτωχή ανθρωπότητα...


«Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα»
Τάσος Λειβαδίτης

Δευτέρα πρωί κι ένα μήνυμα από ένα φίλο στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο: «Εδιάβασα το πιο κάτω στον Πολίτη. Ξέρω ότι υπάρχουν και άλλες τέτοιες ιστορίες και στις δύο πλευρές. Σπάζει η καρδιά σου. Πώς μπορείς να σκοτώσεις κάποιον έτσι και να μην σκεφτείς αν μη τι άλλο τους δικούς του ανθρώπους; Μισή σταλιά τόπος. Φοβερά πράγματα.»

Ήταν ένα κείμενο γραμμένο σε πρώτο ενικού: «Ονομάζομαι Sami Huseyin Arap και είμαι 28 χρονών... Αν μετρήσεις τα χρόνια από τότε που είμαι «αγνοούμενος», θα έπρεπε τώρα να είμαι 75 χρονών αλλά ο χρόνος σταματά εκεί για τους πεθαμένους (...) Η οικογένειά μου είναι από την Αγία Ειρήνη (Akdeniz) που ήταν μεικτό χωριό... Μου άρεσε να ταξιδεύω και έπαιρνα τη γυναίκα μου Hursiye σε διάφορα μέρη με τη μοτοσυκλέτα μου... Είχαμε δύο παιδιά (...) Αγαπούσα τα παιδιά μου - ο γιος μου ήταν μόλις τριών χρονών και η κόρη μου τεσσάρων (...) Στις 31 Δεκεμβρίου 1963 (...) πήγα για να αγοράσω τα τσιγάρα και να δω αν οι γονείς μου ήταν καλά και ακριβώς μετά τα Καζιβερά, ενώ περνούσα από το Πραστειό, με πυροβόλησαν και σκοτώθηκα πέφτοντας από τη μοτοσυκλέτα μου (...) Η γυναίκα μου με περίμενε να επιστρέψω (...) Η μικρή μου κόρη, την οποία φώναζα Djurdjunadjik διαισθάνθηκε ότι συνέβη κάτι πολύ κακό. Συνήθιζα να τραγουδώ στην κόρη μου και χόρευε και μου άρεσε πολύ να τη βλέπω να χορεύει. Τώρα έκλαιγε για μένα (...) Καλώ τους ανθρώπους του Πραστειού, από την περιοχή Μόρφου, να πούνε την αληθινή ιστορία για το τι πραγματικά μου συνέβη και πού είμαι θαμμένος. Για το καλό της ανθρωπότητας (...) Η ψυχή μου θα ησυχάσει μόνο τότε, καθώς τα εγγόνια μου θα επισκέπτονται τον τάφο μου για να βάλουν λουλούδια, τουλάχιστον μια φορά το χρόνο και μπορώ να αναπαυτώ ειρηνικά στο όμορφο χωριό που λέγεται Αγία Ειρήνη (...) Όλοι μας αξίζουμε λίγη γαλήνη στην ψυχή μας στο νησί αυτό, δεν είναι; Εμείς έχουμε χάσει αλλά ας αφήσουμε τα παιδιά και τα εγγόνια μας να βρουν αυτή τη γαλήνη...»

Την ίδια μέρα, σ’ ένα άρθρο στην Ελευθεροτυπία, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών έγραφε για την «εποχή της λογοδοσίας», με αφορμή τα δέκα χρόνια από όταν τέθηκε σε ισχύ η Συνθήκη της Ρώμης, με την οποία ιδρύθηκε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Το Δικαστήριο αποβλέπει στην ανάδειξη της ατομικής ευθύνης για τη διάπραξη μερικών από τα σοβαρότερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Σκοπός του, δηλαδή, είναι η τιμωρία των φυσικών και ηθικών αυτουργών κι, η μέσω αυτής, αποτροπή της επανάληψης τέτοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Μέχρι σήμερα το Δικαστήριο έχει ξεκινήσει πέντε έρευνες που αφορούν στην Ουγκάντα, στο Κόγκο, στο Νταρφούρ, στην Κεντρική Αφρική και στην Κένυα. Καμία δεν έχει ολοκληρωθεί, ενώ τέσσερα άτομα έχουν προφυλακιστεί. Πολλοί περισσότεροι καταζητούνται.

Το διεθνές ποινικό δίκαιο ήρθε να συμπληρώσει την υποχρέωση των κρατών για προστασία και σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Πλέον κράτη και άτομα είναι υπόλογα, σε διεθνές και εσωτερικό επίπεδο, για τις προσβολές δικαιωμάτων για τις οποίες ευθύνονται. Στη θεωρία. Στην πράξη οι επιθέσεις σε αμάχους, οι σφαγές, οι εξαφανίσεις, τα βασανιστήρια, οι αυθαίρετες συλλήψεις, οι άδικες δίκες, οι διακρίσεις, η λογοκρισία και τόσες άλλες παραβιάσεις δικαιωμάτων συνεχίζονται με άλλες αφορμές και άλλες μορφές. Κι ίσως η ανάπτυξη μιας «κουλτούρας δικαιωμάτων» να έχει βοηθήσει στη μείωση των παραβιάσεων (ή στην καλύτερη συγκάλυψή τους), αλλά μόνο μια «κουλτούρα ανθρώπων» θα βοηθήσει στην πραγματική, στην ουσιαστική εξάλειψή τους.

'Οταν ο καθένας θα πονεί με το «κακό» που συμβαίνει στον άλλο. Και θα συναισθάνεται τη σημασία του. Και δεν θα μπορεί να το πράττει. Ούτε να το δικαιολογεί. Ούτε να το προσπερνά. Τότε μόνο, ίσως, η Ανθρωπότητα να μπορέσει να γραφτεί με κεφαλαίο.

(Η «3η Μαΐου 1808» είναι έργο του Goya)

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

Σαρωτές σώματος: «Ο αέρας άλλαξε;»

Την ημέρα των Χριστουγέννων, ένας Νιγηριανός υπήκοος αποπειράθηκε να ανατινάξει το αμερικάνικης εταιρίας αεροπλάνο στο οποίο επέβαινε κατά την πτήση του από την Ολλανδία στις ΗΠΑ. Η απόπειρα ευτυχώς απέτυχε. Ο πρόεδρος Ομπάμα επέρριψε τις ευθύνες για το περιστατικό στις αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες είχαν παραλείψει να αξιολογήσουν και να συνδυάσουν διάφορα στοιχεία που είχαν στη διάθεσή τους, ώστε να αποτρέψουν την απόπειρα.

Εντούτοις, αυτό στο οποίο δόθηκε η μεγαλύτερη έμφαση ήταν τα τρωτά σημεία στην ασφάλεια των αεροπορικών πτήσεων, με αποτέλεσμα να επανέλθει στη συζήτηση το θέμα της εγκατάστασης στους χώρους των αεροδρομίων σαρωτών σώματος (body scanners), μηχανημάτων, δηλαδή, που αποκαλύπτουν τη γυμνή εικόνα του προσώπου, για τους σκοπούς της ανίχνευσης εκρηκτικών υλικών που δεν μπορούν να εντοπιστούν από ανιχνευτές μετάλλων.

Εξαιτίας της γυμνής απεικόνισης του προσώπου έχουν προκληθεί έντονες ανησυχίες σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο οι υπεύθυνοι ασφαλείας θα βλέπουν, θα επεξεργάζονται, θα αποθηκεύουν και θα χρησιμοποιούν την εικόνα και τα στοιχεία που θα παράγονται. Το ίδιο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Οκτώβριο του 2008 είχε απορρίψει πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για συμπερίληψη των σαρωτών σώματος ανάμεσα στις επιτρεπόμενες μεθόδους ελέγχου των επιβατών στα αεροδρόμια της Ε.Ε., θεωρώντας ότι δεν είχαν συνεκτιμηθεί επαρκώς οι επιπτώσεις ενός τέτοιου μέτρου στα ανθρώπινα δικαιώματα και στην υγεία των πολιτών και ζήτησε από την Επιτροπή τη διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας.

Σε άρθρο του στην εφημερίδα Guardian στις 20 Ιανουαρίου 2010, ο Ειδικός Εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, Martin Scheinin, χαρακτηρίζει τους σαρωτές σώματος ως μία μη αναγκαία, και άρα δυσανάλογη, επέμβαση στην προσωπικότητα, υποστηρίζει ότι η χρήση τους μπορεί να καταλήξει σε δυσμενή διακριτική μεταχείριση προσώπων στη βάση της ιθαγένειας, της εθνικής καταγωγής ή της θρησκείας τους και επισημαίνει ότι τα μηχανήματα αυτά ενδέχεται να μην είναι καν αποτελεσματικά. Ασκεί, μάλιστα, κριτική στο γεγονός ότι παρά τις αρχικές αντιδράσεις των κρατών στην υιόθετηση αυτού του μέτρου, μετά την απόπειρα των Χριστουγέννων «ο αέρας άλλαξε».

Πράγματι, η Ολλανδία και η Μεγάλη Βρεττανία προχώρησαν σε εγκατάσταση σαρωτών στα αεροδρόμιά τους, κάτι που κατέκρινε ο προταθείς Επίτροπος Μεταφορών της Ε.Ε., Siim Kallas, δεδομένης της απουσίας οποιωνδήποτε κοινών προτύπων σε επίπεδο Ε.Ε. Παράλληλα, οι ΗΠΑ υπέβαλαν αίτημα στην Ε.Ε. για εγκατάσταση σαρωτών σε όλα τα αεροδρόμιά της που εκτελούν πτήσεις προς την Αμερική, αλλά η έγκριση του αιτήματος από τους Ευρωπαίους Υπουργούς Δικαιοσύνης αναβλήθηκε μέχρι την επιβεβαίωση της ασφάλειας των μηχανημάτων και της συμβατότητάς τους με το δικαίωμα στην προσωπική ζωή. Η προταθείσα Επίτροπος Δικαιοσύνης, Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ιθαγένειας, Viviane Reding, διαβεβαίωσε από πλευράς της ότι δεν θα επιβληθεί η υποχρεωτική εισαγωγή των σαρωτών στα αεροδρόμια πριν απαντηθούν τα σχετικά με την υγεία, την προσωπική ζωή και τα προσωπικά δεδομένα ερωτήματα. Υπογράμμισε, μάλιστα, ότι: «Η ανάγκη της Ευρώπης για ασφάλεια δεν μπορεί να δικαιολογήσει οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικής ζωής. Οι πολίτες μας δεν είναι αντικείμενα, είναι άνθρωποι».

Παρά τις πιο πάνω διαβεβαιώσεις, τίποτε δεν μπορεί να αποκλείσει ότι στο τέλος θα επιτραπεί η χρησιμοποίηση των σαρωτών χωρίς ικανοποιητικές εγγυήσεις για τη διασφάλιση της αρχής της ισότητας και για την προστασία της προσωπικότητας και των προσωπικών δεδομένων των ατόμων. Ας μην ξεχνούμε ότι από την 11η Σεπτεμβρίου 2001 μέχρι και σήμερα τα μέτρα που έχουν ληφθεί στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας έχουν περιορίσει ριζικά και ουσιαστικά το περιεχόμενο και τις εγγυήσεις των πιο πάνω δικαιωμάτων και τείνουν να θέσουν την ίδια την κοινωνία υπό γενική επιτήρηση (βλ. μελέτη του Επιτρόπου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, με τίτλο: “Protecting the right to privacy in the fight against terrorism”).

Βασικό χαρακτηριστικό του ευρωπαϊκού δικαιικού πολιτισμού, όμως, αποτελούσε ανέκαθεν η κατοχύρωση και προστασία ενός χώρου ελεύθερης δράσης και ύπαρξης του προσώπου και των διάφορων κοινωνικών ομάδων. Για να μην χαθεί αυτή η θεμελιακή αξία κάτω απ’ το βάρος του φόβου και των εύκολων ή προσχηματικών λύσεων, οι Ευρωπαίοι πολίτες οφείλουν να έχουν ενεργοποιημένα τα δημοκρατικά αντανακλαστικά τους, επιμένοντας στη διεκδίκηση πολιτικών που δεν θα θυσιάζουν τα δικαιώματά τους προς όφελος της ασφάλειας, αλλά θα συμφιλιώνουν και θα εξισορροπούν τις ανάγκες της ασφάλειας με αυτές της προστασίας των δικαιωμάτων.

(Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής, 7/2/2010)

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Σύγχρονες μορφές δουλείας

Εκατόν πενήντα και πλέον χρόνια από την επίσημη κατάργηση της δουλείας, η απαγόρευση της δουλείας, της υποτέλειας και της αναγκαστικής εργασίας, η οποία συμπεριλαμβάνεται σε σωρεία διεθνών συμβάσεων, μεταξύ των οποίων και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ –άρθρο 4), μοιάζει περιττή.

Ωστόσο, την τελευταία πενταετία, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) διαπίστωσε, σε δύο ξεχωριστές υποθέσεις, παραβίαση της απαγόρευσης αυτής. Συγκεκριμένα, το ΕΔΑΔ, τονίζοντας ότι η Σύμβαση αποτελεί ένα ζωντανό μέσο που πρέπει να ερμηνεύεται δυναμικά υπό το φως των νέων δεδομένων, έχει αποφασίσει ότι η «οικιακή δουλεία» (“domestic slavery”) και η εμπορία προσώπων (“trafficking”) με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση αποτελούν δύο σύγχρονες μορφές δουλείας, οι οποίες προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τις ατομικές ελευθερίες και δεν έχουν θέση στις δημοκρατικές κοινωνίες.

Η πρώτη υπόθεση στρεφόταν εναντίον της Γαλλίας και αφορούσε στην περίπτωση της δεκαπεντάχρονης Siwa-Akofa Siliadin, η οποία είχε φτάσει στη χώρα από το Τόγκο, μετά από συμφωνία του πατέρα της και ενός Γάλλου ότι, θα εργαζόταν σ’ αυτόν ως οικιακή βοηθός μέχρι την εξόφληση του αεροπορικού της εισιτηρίου, θα αποκτούσε άδεια νόμιμης παραμονής και θα πήγαινε στο σχολείο. Η Siliadin κατέληξε στο σπίτι μιας οικογένειας, όπου, για τέσσερα περίπου χρόνια, χωρίς διευθέτηση του καθεστώτος παραμονής της και με τα ταξιδιωτικά της έγγραφα να παρακρατούνται, εξαναγκαζόταν να εργάζεται για δεκαπέντε ώρες την ημέρα καθημερινά, χωρίς μισθό και χωρίς να μπορεί να εξέλθει του σπιτιού, παρά μόνο για να μεταφέρει τα παιδιά της οικογένειας στο σχολείο. Όταν η υπόθεση έφτασε ενώπιον της γαλλικής δικαιοσύνης, επιδικάστηκαν αποζημιώσεις στη Siliadin, χωρίς, όμως, οι «εργοδότες» της να καταδικαστούν και ποινικά. Το ΕΔΑΔ έκρινε ότι η Siliadin είχε τελέσει υπό συνθήκες υποτέλειας και ότι η Γαλλία είχε αποτύχει να της παρέχει πρακτική και αποτελεσματική προστασία, κατά παράβαση των υποχρεώσεων της που πηγάζουν από το άρθρο 4 της ΕΣΔΑ.

Η δεύτερη υπόθεση αφορούσε στις συνθήκες θανάτου της εικοσάχρονης Oxana Rantseva από τη Ρωσία, η οποία ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί ως «καλλιτέχνιδα». Τρεις ημέρες αργότερα εγκατέλειψε την εργασία της δηλώνοντας πως «δεν αντέχει άλλο». Όταν εντοπίστηκε από τον εργοδότη της, αυτός την παρέδωσε στην Αστυνομία ζητώντας την απέλασή της, αλλά λόγω του ότι δεν υπήρχε νόμιμος λόγος απέλασης, η Αστυνομία «του την επέστρεψε». Μετά από δύο ώρες, η Rantseva βρέθηκε νεκρή στο πεζοδρόμιο μπροστά από το διαμέρισμα στο οποίο είχε οδηγηθεί. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, αποφάσισε ότι ο θάνατός της οφειλόταν σε ατύχημα που προκλήθηκε από πτώση στην προσπάθειά της να δραπετεύσει. Το ΕΔΑΔ, ωστόσο, έκρινε πως η Κυπριακή Δημοκρατία όχι μόνο είχε παραλείψει να διερευνήσει κατά τρόπο ικανοποιητικό και αποτελεσματικό το θάνατό της, όπως επιβάλλει το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ που προστατεύει το δικαίωμα στη ζωή, αλλά είχε, επίσης, παραβιάσει το άρθρο 4. Θεώρησε, συγκεκριμένα, πως δεδομένων των σοβαρών ενδείξεων ότι στην Κύπρο υπήρχε γενικό πρόβλημα trafficking, η Αστυνομία θα έπρεπε να είχε οδηγηθεί σε βάσιμη υποψία ότι η Rantseva ήταν θύμα trafficking και να λάβει κατάλληλα μέτρα για να την προστατεύσει. Το Δικαστήριο έκρινε, επιπρόσθετα, πως το γενικό νομικό και διοικητικό πλαίσιο και η μεταναστευτική πολιτική της χώρας παρουσίαζαν σημαντικές αδυναμίες και δεν ανταποκρίνονταν στην υποχρέωσή της για πρόληψη και αποτροπή τέτοιων φαινομένων.

Σχετική νομοθεσία που θεσπίστηκε στην Κύπρο το 2007, καθιστά ποινικό αδίκημα την εμπορία και την εκμετάλλευση προσώπων για σκοπούς εργασίας ή εκπόρνευσης και ρυθμίζει την υποχρέωση του κράτους να προστατεύει τα θύματα αυτών των αδικημάτων. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, τα αδικήματα αυτά συμβαίνουν καθημερινά δίπλα μας, συχνά με την ανοχή ή και τη συμμετοχή μας. Έχουν να κάνουν με τις συνθήκες εργασίας των οικιακών βοηθών, με τις υπηρεσίες που παρέχονται από γυναίκες στους διάφορους «χώρους αναψυχής», με τους μισθούς των αλλοδαπών εργατών, τους χώρους φιλοξενίας τους, τα μέτρα προστασίας της υγείας και της ζωής τους...

Η διαφορά μεταξύ νόμιμης σχέσης εργασίας και εκμετάλλευσης σπάνια είναι δυσδιάκριτη. Εστιάζεται πάντα στο σεβασμό της αξιοπρέπειας, της προσωπικότητας και των δικαιωμάτων. Όπου αυτός καταπατείται, οι πολίτες οφείλουν να αντιδρούν και το κράτος οφείλει να παρεμβαίνει. Στην περίπτωση, μάλιστα, των σύγχρονων δουλεμπορίων μόνο με αυτή τη συλλογική κινητοποίηση μπορεί να αποδειχθεί στην πράξη ότι ο δημοκρατικός και ο ατομικός πολιτισμός μας έχει εξελιχθεί και εδραιωθεί χωρίς πισωγυρίσματα.

(Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής, 17/1/2010)

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009

Η νομιμότητα της αστυνομικής παρέμβασης στη Φανερωμένη

Επίκαιρη αφορμή για το κείμενο αυτό αποτέλεσε η συμπλοκή αστυνομικών και νέων οι οποίοι διασκέδαζαν στην πλατεία της Φανερωμένης το βράδυ του προηγούμενου Σαββάτου. Η παρέμβαση της Αστυνομίας και η χρήση βίας εγείρει μια έντονη προβληματική για τη συμβατότητα της με αρχές δικαίου. Κυρίαρχο ερώτημα το κατά πόσο είναι νομικά θεμιτή η ενεργοποίηση των κρατικών κατασταλτικών μηχανισμών σε μορφές κοινωνικών δραστηριοτήτων, οι οποίες, άνκαι ενδεχομένως ήπια παραβατικές, αποτελούν άσκηση δικαιωμάτων των φορέων τους.

Ας ξεκινήσουμε από τη θεμελιώδη αρχή ότι Κράτος Δικαίου δεν είναι το κράτος οποιουδήποτε δικαίου, αλλά είναι το κράτος των δικαιωμάτων του ανθρώπου (Μορίς Ντιβερζέ). Είναι, δηλαδή, το κράτος εκείνο που ανέχεται και αποδέχεται τους κινδύνους που ενδέχεται να περιέχει η άσκηση διάφορων ατομικών δικαιωμάτων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η προστασία των δικαιωμάτων είναι απόλυτη. Σημαίνει, όμως, ότι η κρατική παρέμβαση όταν καλείται να ρυθμίσει συγκρουόμενα δικαιώματα πρέπει να είναι θεσπισμένη και έλλογη, να επιδιώκει, δηλαδή, την αρμονία του μέσου προς το σκοπό ώστε να εξισορροπείται με το λιγότερο επαχθή τρόπο η ελευθερία όλων.

Η ποινική καταστολή θεωρείται ως ο πλέον επώδυνος μηχανισμός ελέγχου που διαθέτουν οι έννομες τάξεις και συνεπώς η καταφυγή σε αυτήν θα πρέπει να γίνεται μόνο όταν είναι πραγματικά αναπόφευκτη και εφόσον έχει την απολύτως αναγκαία ένταση. Παράλληλα, πρέπει να τονιστεί ότι αντικείμενο της ποινικής καταστολής είναι η άδικη πράξη και όχι το φρόνημα ή η απόκλιση. Όταν η καταστολή επεκτείνεται από την πραγματική αντιμετώπιση του εγκλήματος στην ιδεολογική χειραγώγηση και τον αποφασιστικό έλεγχο των μαζών, τη δημιουργία «αποδιοπομπαίων τράγων» του κοινωνικού χώρου για την περιθωριοποίηση και τελική εξόντωση των στοιχείων που την απειλούν «εκ των έσω» και τον εκφοβισμό των δυσαρεστημένων ή των μη φρόνιμων πολιτών, γίνεται λόγος πια για «κατάχρηση της ποινικής καταστολής». (Ι. Μανωλεδάκης, «Ασφάλεια κράτους ή ελευθερία;», στο Α. Μανιτάκη, Α. Τάκη, «Τρομοκρατία και Δικαιώματα, Από την ασφάλεια του κρατους στην ανασφάλεια δικαίου», Εκδόσεις Σαββάλας).

Όσον αφορά στα συγκεκριμένα επεισόδια, οι νέοι της Φανερωμένης δηλώνουν ότι αυτό που διεκδικούν είναι την πλατεία, ως ένα δημόσιο χώρο δημιουργικής συναναστροφής, επικοινωνίας και έκφρασης, έξω από τα στεγανά των σπιτιών και των προκαθορισμένων χώρων και τρόπων διασκέδασης. Η θέση αυτή φαίνεται να εκπήγαζει από πραγματικές ανάγκες που δημιουργεί ένας τρόπος ζωής, που τον χαρακτηρίζει η κοινωνική απομόνωση και ο ψυχαγωγικός μανιχαϊσμός, και να ανταποκρίνεται στο βασικό χαρακτηριστικό της εφηβείας και της πρώτης νεότητας: αυτό της αμφισβήτησης κατεστημένων κοινωνικών αξιών και μορφών και της αναζήτησης καινούριων. Αν παραγνωριστούν (απαξιωθούν) αυτές οι ανάγκες και αγωνίες των νέων ανθρώπων υπάρχει ο κίνδυνος οξύνσεων σε μια κοινωνία και σε μια πόλη που δεν τις έχουν καθόλου ανάγκη.

Η Αστυνομία, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι η παρουσία και η επέμβασή της δικαιολογούνταν από το γεγονός ότι στο χώρο επροκαλείτο ανησυχία. Η απόλαυση ενός περιβάλλοντος ελεύθερου από οχληρία αποτελεί, ομολογουμένως, δικαίωμα των κατοίκων της περιοχής και προστατεύεται εξίσου. Εντούτοις, από τα όσα έχουν δημοσιευθεί σε σχέση με τα γεγονότα, δεν προκύπτει ότι η Αστυνομία αναζήτησε ηπιότερα μέσα αντίδρασης, καταβάλλοντας, ας πούμε, κάποια προσπάθεια συνεννόησης για μείωση της έντασης της μουσικής ή για διευθέτηση του θέματος με άλλο τρόπο. Παράλληλα, ο εκπρόσωπος της Αστυνομίας σε δηλώσεις του στο ΚΥΠΕ ανέφερε, ότι κάποιοι από αυτούς που βρίσκονταν στην πλατεία «παρουσιάζονται ως αντιεξουσιαστές ή και συμμετέχουν σε κάποιες κινήσεις. Δεν ξέρω αν αυτή η συγκέντρωση ήταν υποκινούμενη, καθοδηγούμενη ή προγραμματισμένη ή εξελίχθηκε στην πορεία. Αυτά τα πράγματα πρέπει να μας ανησυχήσουν ως Αστυνομία και παρακαλουθούμε την κατάσταση συνεχώς.»

Από τα πιο πάνω, δημιουργείται η εντύπωση ότι η Αστυνομία επιτελούσε κυρίως ρόλο επιτηρητή της συγκέντρωσης, εξαιτίας των χαρακτηριστικών ή της ιδεολογίας των προσώπων που συμμετείχαν, περιμένοντας κάποια – ενδεχομένως νόμιμη – αφορμή για να την διαλύσει. Η κατά πρόφαση, ωστόσο, χρησιμοποίηση της ποινικής καταστολής για την εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων, όπως του ελέγχου της κοινωνικής δράσης ή του φρονήματος των πολιτών, δεν συμβιβάζεται με τη λογική του Κράτους Δικαίου. Αντίθετα, σε μια δικαιοκρατούμενη πολιτεία αυτό που επιδιώκεται είναι η επίτευξη ισορροπίας μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας, όχι η επικράτηση της μιας επί της άλλης, καθώς και η δημιουργία συνθηκών όπου η ασφάλεια και ελευθερία των πολιτών θα κατοχυρώνεται και έναντι εκείνων που έχουν ταχθεί να την προστατεύουν.

(Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής, 18/10/2009)

Σάββατο 22 Αυγούστου 2009

75


Διάβασα κάποτε το σχόλιο ενός αρθρογράφου πως αυτό που μαθαίνουμε είναι πόσοι μετανάστες φτάνουν στις χώρες μας, χωρίς ποτέ να μετρούμε αυτούς που δεν τα κατάφερνουν – αυτούς που πνίγονται σε σαπιοκάραβα, χάνονται σε ναρκοπέδια, πυροβολούνται από συνοριοφύλακες. Κι άρχισα από τότε να μετρώ. Μέσα σε κάθε βλέμμα μετανάστη να κοιτάζω την αγωνία κάποιου που δεν μπόρεσε. Και τη δική του – αν θα συνεχίσει να τα καταφέρνει. Κι έμαθα έτσι να σέβομαι.

Ύστερα έχασα το λογαριασμό. Ίσως και ν’ άρχισα να ξεχνώ, χαμένη στις δικές μου τις σκοτούρες και τις έγνοιες μου. Η είδηση, άλλωστε, γράφεται στις μικρές στήλες των τελευταίων σελίδων και τα υπουργεία, τα ΜΜΕ κι οι πολίτες που κοιτούν τη δουλειά τους ενδιαφέρονται μόνο γι αυτούς που περνούν στην επικράτειά μας και για τη σχέση τους με την ανάπτυξή μας, την ανεργία μας, την εγκληματικότητά μας, την κρίση των θεσμών μας, τις προβληματικές σχέσεις μας κι άλλα τόσα που δεν ξέρουμε πού αλλού να φορτώσουμε.

Διάβασα σήμερα πως σ’ ένα πλοιάριο που είχε ξεκινήσει απ’ τη Λιβύη και διέσχιζε τη Μεσόγειο με προορισμό μια από τις χώρες του κόσμου μας, 75 άνθρωποι από την Αφρική πέθαναν όταν τους τέλειωσαν τα καύσιμα, τα τρόφιμα και το νερό. Γλύτωσαν 5, για να διηγηθούν την ιστορία κι ύστερα να μεταφερθούν σε χώρους συγκέντρωσης, να εξηγήσουν γιατί γύρεψαν μια ευκαιρία, να πείσουν, να στηθούν στις ουρές για μια προσωρινή άδεια παραμονής, να εργαστούν παράνομα, να εργαστούν νόμιμα χωρίς ένσημα κι αργίες, να πρέπει να ‘ναι ευγνώμονες κι ευχαριστημένοι, να συχνάζουν σε πάρκα και να περπατούνε μόνο σε παρέες, να τρέχουν μόλις δουν αστυνομικό και με την πρώτη ευκαιρία να απελαύνονται.

Οι 75, οι πολλοί, δεν μπόρεσαν. Χάθηκαν κάπου στη δική μας Μεσόγειο. Την καλοκαιρινή. Των άσπρων κότερων και των κρουαζιερόπλοιων μας. Των παιχνιδιών μας, των ερώτων και των μελαγχολιών μας. Της ανεμελιάς και του γέλιου μας. Των ανοιχτών μας δρόμων.

Μόνο που η Μεσόγειός μας ξεβράζει κουφάρια και πεθαμένα όνειρα. Κι ο κόσμος μας. Αυτός ο κόσμος που δεν θελήσαμε να μοιραστούμε. Που μας ήρθε βολικός και κάναμε το σταυρό μας. Και τον χωρέσαμε μόνο σε όσα αντέχουμε. Στα μαθηματικά μας που δεν υπολογίζουν όσους δεν μπόρεσαν κι όσους δεν θα μπορέσουν ποτέ.

Σ’ ένα προηγούμενο κείμενο του ιστολογίου, κάποιος αναγνώστης με ρώτησε τι μπορούμε να κάνουμε από δω και πέρα. Πιο παλιά βέβαιη θα του απαντούσα αντιγράφοντας τον Εντουάρντο Γκαλεάνο: «Αν ο κόσμος είναι έτσι όπως είναι σήμερα, τα πάνω κάτω, μήπως θα πρέπει να τον γυρίσουμε ανάποδα ώστε να μπορέσει να σταθεί στα πόδια του;». Έχω πια μεγαλώσει. Και σήμερα νιώθω πιο κοντά σ’ αυτό που έγραψε ο Ζοζέ Σαραμάγκου: «Αν δεν είμαστε ικανοί να ζήσουμε εντελώς σαν άνθρωποι, τουλάχιστον ας κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μη ζήσουμε εντελώς σαν ζώα». Που για μένα σημαίνει να έχουμε «ηθική ευαισθησία», όπως έχει πει ο Χάρολντ Πίντερ, «αυτές τις λέξεις που αναφέρονται σε μια έννοια που σπάνια χρησιμοποιείται σήμερα-τη συνείδηση. Τη συνείδηση που δεν έχει να κάνει μόνο με τις δικές μας πράξεις αλλά και με τη συνυπευθυνότητά μας για τις πράξεις άλλων.»

(Ο Χριστός στη λίμνη της Γεννησαρέτ είναι του Eugène Delacroix)

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009

Σε λέω γυναίκα

«Για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις
όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,
σε λέω γυναίκα.
Σε λέω γυναίκα
γιατί είσαι αιχμάλωτη»

(ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ, Κικής Δημουλά)

Παντού στον κόσμο οι γυναίκες βιώνουν βάναυσες προσβολές της αξιοπρέπειας και των δικαιωμάτων τους. Στη Ρουάντα, το Νταρφούρ, το Κονγκό, τη Βοσνία και αλλού οι μαζικοί και συστηματικοί βιασμοί γυναικών χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο πολέμου και εθνοκάθαρσης. Στις περισσότερες χώρες της Αφρικής και σε κάποιες της Ασίας οι γυναίκες υφίστανται ακρωτηριασμό των σεξουαλικών τους οργάνων. Στο Αφγανιστάν οι Ταλιμπάν απαγορεύουν τη συμμετοχή των γυναικών στη δημόσια ζωή, την ελευθερία τους σε έκφραση και κίνηση και την πρόσβασή τους στην εκπαίδευση και στις υπηρεσίες υγείας. Στην Τσετσενία οι γυναίκες υποχρεώνονται να «ντύνονται κατάλληλα» και να φορούν μαντήλι στο κεφάλι σε δημόσιους χώρους. Σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης χιλιάδες πέφτουν θύματα εμπορίας προσώπων και καταναγκαστικής πορνείας. Στη Λατινική Αμερική πολλές δολοφονούνται εξαιτίας του οργανωμένου εγκλήματος και της μη εξάρθρωσης των παράνομων «σωμάτων ασφαλειας». Στη Νικαράγουα απαγορεύεται πλήρως η άμβλωση, ακόμη και στις περιπτώσεις που κινδυνεύει η ζωή της εγκύου ή η εγκυμοσύνη είναι αποτέλεσμα βιασμού. Η Αγγλία και η Ισπανία συμπεριλαμβάνονται στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά γυναικών που κακοποιούνται ή δολοφονούνται από τους συντρόφους τους.

Οι γυναίκες που αμφισβητούν τους επικρατούντες νόμους και κανόνες αναπόφευκτα συγκρούονται με τις εκάστοτε εξουσίες και τις πλείστες φορές πληρώνουν την ανυπακοή τους, ακόμη και με την ίδια τους τη ζωή. Στην Κύπρο, η Oxana Rantseva, η οποία διέφυγε από το καμπαρέ στο οποίο εξαναγκαζόταν να εκπορνεύεται κι εντοπίστηκε στη συνέχεια από τους «εργοδότες» της, βρέθηκε νεκρή έχοντας πέσει απ’ το μπαλκόνι του διαμερίσματος στο οποίο την είχαν κλειδώσει. Στην Ελλάδα η συνδικαλίστρια Κωνσταντίνα Κούνεβα, η οποία διεκδικούσε καλύτερες συνθήκες εργασίας για τις καθαρίστριες, δέχτηκε επίθεση από δύο άντρες που την περιέλουσαν με βιτριόλι. Στο Ιράκ, η Rand ‘Abd al-Qader δολοφονήθηκε από τον πατέρα της και τους δύο αδελφούς της επειδή είχε φιλική σχέση με Βρετανό στρατιώτη που έδρευε στην περιοχή. Η μητέρα της, Leila Hussein, η οποία κατήγγειλε το σύζυγό της και εγκατέλειψε το σπίτι τους, βρέθηκε δολοφονημένη ένα μήνα αργότερα. Στο Σουδάν, η δημοσιογράφος Lubna Ahmed al-Hussein αντιμετωπίζει κατηγορίες για «προσβολή της δημόσιας αιδούς μέσω της ένδυσης με μη ευπρεπή ρούχα» που τιμωρείται με μαστίγωση, επειδή εμφανίστηκε δημόσια φορώντας παντελόνι. Την ίδια στιγμή, στις δυτικού τύπου κοινωνίες οι γυναίκες έχουν αρχίσει να υποψιάζονται πως η τόσο δύσκολα κατακτημένη χειραφέτησή τους, τους στοίχισε κάτι από την ξεχωριστή ταυτότητά τους: την ευαισθησία τους.

Πριν από ένα περίπου χρόνο συνάντησα μια γυναίκα, γύρω στα πενήντα, Γαλλίδα που ζούσε τα τελευταία 25 χρόνια στις Βρυξέλες και εργαζόταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε υψηλόβαθμη θέση. Φορούσε ένα λιτό φόρεμα λινό και βραχιόλια στα χέρια κι ήταν άβαφη. Δεν ήταν όμορφη, αλλά, συμφιλιωμένη με το χρόνο και τον εαυτό της κι απελευθερωμένη από νευρωτικές εμμονές εντυπωσιασμού, απέπνεε μια γλυκιά θηλυκότητα. Μιλούσε σιγανά κι αργά, χωρίς χειρονομίες. Κάπνιζε. «Έχω μια κόρη,» μου είπε «αλλά δεν παντρεύτηκα ποτέ – δεν το έκανα από επιλογή, απλώς έτσι έτυχε. Και στη δουλειά μου, ναι, κέρδισα πολλά. Αλλά για εμάς τις γυναίκες το ζήτημα δεν είναι πού φτάσαμε, αλλά τι αντίτιμο καταβάλαμε για να φτάσουμε ως εκεί.»

(Το εικονιζόμενο άγαλμα γυναίκας βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα)

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2009

Κάθετα

Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακαταχτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία κάθετα, όχι για λαούς και για μάζες, αλλά για τον Παύλο, για τη Ρηνιώ, για την Ελένη, για το μαστρο-Στέφανο... τότε μονάχα οι άνθρωποι θα ξέρουν (...) τι θα πει η φράση «εκατό χιλιάδες νεκροί» ή «βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια ασφάλεια».

(...ΚΑΛΑ, ΕΣΥ ΣΚΟΤΩΘΗΚΕΣ ΝΩΡΙΣ, Χρόνη Μίσσιου)

Διάβαζα γι αυτά που κατέγραψε δημοσιογράφος που επισκέφθηκε πρόσφατα τις φυλακές του Γκουαντάναμο («Τι είδα στο Γκουαντάναμο», Της Νaomi Wolf από The Times, όπως δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ , 28/7/2009): τα κελιά των 2.5x4m, τους γυμνούς τοίχους τους, την απουσία χώρων αφόδευσης, τις κοινές ντουζιέρες με γυαλί, τη θερμοκρασία που φτάνει στους 40 βαθμούς δέκα η ώρα το πρωί, τους αρουραίους που πηγαινοέρχονται, το χώρο της απομόνωσης, τις ανακριτικές καρέκλες με βραχίονες για χέρια και για πόδια, τα φορεία για τη μεταφορά των κρατουμένων, τα εκατοντάδες κουτιά με υγρό για την εξαναγκαστική σίτισή τους, τις χειροπέδες.

Όλοι γνωρίζουμε για το Γκουαντάναμο. Ξέρουμε πως εκεί μεταφέρθηκαν εκατοντάδες άνθρωποι – άλλοι αθώοι, άλλοι ένοχοι – κρατήθηκαν για εκατοντάδες μέρες μυστικά, χωρίς να ξέρουν τις εναντίον τους κατηγορίες, χωρίς δίκη, χωρίς επικοινωνία, χωρίς δικαιώματα. Όλοι τους υποβλήθηκαν σε ανακριτικές μεθόδους που διεθνώς θεωρούνται ως βασανιστήρια κι απαγορεύονται. Πολλοί έκαναν απεργία πείνας και σιτίστηκαν με τη βία. Κάποιοι αφέθηκαν ελεύθεροι, μερικοί πέθαναν.

Όλοι γνωρίζουμε για το Γκουαντάναμο. Έχουμε δει τις φωτογραφίες των κρατουμένων πίσω απ' σύρματα, με τις πορτοκαλί στολές και τις μαύρες κουκούλες, γονατιστούς κατάχαμα και δεμένους. Ξέρουμε πως το Γκουαντάναμο αποτελεί πληγή για τον πολιτισμένο κόσμο μας και πως είναι μια μαύρη τρύπα για το σύστημα δικαιωμάτων που διεθνώς έχουμε εγκαθιδρύσει και (θέλουμε να) ισχύει. Ο ίδιος ο Πρόεδρος Ομπάμα δεσμεύτηκε να το κλείσει, ώστε «να μπορέσει η Αμερική να ξαναβρεί τη θέση της στο επίπεδο της ηθικής». Οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεσμεύτηκαν να συνδράμουν την προσπάθειά του.

Μες στο κελί του, ο Ασίφ έχει γίνει ένα κουβάρι που κουνιέται πέρα δώθε, σαν εκκρεμές. Η μάνα του ήταν όμορφη, θυμάται. Ανοιγοκλείνει τις παλάμες και ψελλίζει ασυγχρόνιστα μερικές λέξεις. Τα μάτια του καίνε. Στα αυτιά του βουίζουν ανάμικτοι ήχοι από σίδερα και βογγητά. Τους συνήθισε. Και το φως που δεν σβήνει το συνήθισε. Και το σκοτάδι. Και τη μυρωδιά της σαπίλας. Μόνο που τώρα θα θελε να ‘χε ένα σώμα να αγγίξει και να το νιώσει ζεστό, να το μυρίσει και να μυρίζει ψωμί, να ψηλαφίσει τις φλέβες του και να κρατήσει τα δάχτυλά του, να θυμηθεί πώς μοιάζουν οι άνθρωποι. Η μάνα του τον φιλούσε πριν να κοιμηθεί κι όταν τον ξυπνούσαν τα όνειρα τον έπαιρνε αγκαλιά να μη φοβάται. Τώρα δεν ονειρεύεται. Μήτε φοβάται. Ούτε τα ποντίκια. Μόνο που θα θελε ένα χάδι, ένα χάδι τόσο δα. Μια στιγμή να τρυπώσει και να σπάσει για πάντα τη ροή των λεπτών – των εκατοντάδων λεπτών – που ακολουθούν σαν στρατιωτάκια το ένα τ’ άλλο και πατούν βαριά στο κεφάλι του, ρυθμικά και μονότονα. Ένα μόνο χάδι για να θυμηθεί πως είναι άνθρωπος. Είναι; Τικ τακ, τικ τακ, τικ τακ. Κάτι έχει σπάσει. Τικ τακ, τικ τακ, τικ τακ. Κάτι θα εκραγεί...

'Ολοι γνωρίζουμε για τα Γκουαντάναμο, εδώ κι αλλού. Σ’ αυτά κρατούνται μερικές εκατοντάδες άνθρωποι για μερικές εκατοντάδες μέρες. Χωρίς ονόματα, χωρίς πρόσωπα, χωρίς αξιοπρέπεια. Κάποιοι επιζούν, κάποιοι όχι.

Η Κατερίνα, η Αϋντίν, ο Ραντζίτ, ο Μπόμπι, ο Μαρκ, ο Ιάσονας, η Νατάλια, ο Μαχμούντ, ο Ροδρίγεζ...