Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γυναίκες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γυναίκες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Αιώνια Σόνιετσκα!


«Τριάντα καπίκια μου ‘δωσε από το άνοιγμα της πόρτας, με τα ίδια της τα χέρια, τα τελευταία της, μου ‘δωσε ό,τι είχε και δεν είχε, το είδα με τα μάτια μου… Δεν είπε τίποτα, μονάχα με κοίταξε σιωπηλή… Δε θλίβονται έτσι στη γης, όχι, μονάχα εκεί πάνω θλίβονται έτσι, στον ουρανό, για τους ανθρώπους, και κλαίνε, δεν τους κατηγορούν, δεν τους μαλώνουν! Και πονάν πιο πολύ, πονάν πιο πολύ σαν δεν τους μαλώνουν!
(…)
Σόνιετσκα, Σόνιετσκα, Σόνιετσκα Μαρμελάντοβα, αιώνια Σόνιετσκα, όσο υπάρχει τούτος ο κόσμος!»

Έγκλημα και Τιμωρία, Φ. Ντοστογιέβσκη
(Εκδόσεις Γκοβόστη, μετάφραση: Άρ. Αλεξάνδρου)

της Βάσως Κατράκη

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

"Her kind", by Anne Sexton



I have gone out, a possessed witch,
haunting the black air, braver at night;
dreaming evil, I have done my hitch
over the plain houses, light by light:
lonely thing, twelve-fingered, out of mind.
A woman like that is not a woman, quite.
I have been her kind.

I have found the warm caves in the woods,
filled them with skillets, carvings, shelves,
closets, silks, innumerable goods;
fixed the suppers for the worms and the elves:
whining, rearranging the disaligned.
A woman like that is misunderstood.
I have been her kind.

I have ridden in your cart, driver,
waved my nude arms at villages going by,
learning the last bright routes, survivor
where your flames still bite my thigh
and my ribs crack where your wheels wind.
A woman like that is not ashamed to die.
I have been her kind.

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Μεγάλη Παρασκευή

Άνοιξη, 33 μ.Χ., Ιερουσαλήμ - Η Παναγία κατά την ταφή του Χριστού:
«Ω γλυκύ μου έαρ,
γλυκύτατόν μου τέκνον,
πού έδυ σου το κάλλος;
Ω φως των οφθαλμών μου,
γλυκύτατόν μου τέκνον,
πώς τάφω νυν καλύπτη;»
(Από τον Επιτάφιο Θρήνο)

Μάης του 1936, Θεσσαλονίκη - Μια μάνα, καταμεσίς του δρόμου, μοιρολογάει το σκοτωμένο, σε διαδήλωση καπνεργατών, παιδί της:
«Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,
πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;»
(Από τον Επιτάφιο, του Γιάννη Ρίτσου)

Μάρτης 2010, Αθήνα: Η μάνα του δεκαπεντάχρονου Αφγανού, Χαμίντ Ναζαφί, που σκοτώθηκε από έκρηξη βόμβας στα Πατήσια:
«Αμιντούλα ζωή μου
Θεέ μου τι θα κάνω;
Πώς θα ζήσω χωρίς εσένα;
Μακάρι να πέθαινα εγώ»
(Από το Αστυνομικό Δελτίο της Ελευθεροτυπίας)


Μεγάλη Παρασκευή - Ας θυμηθούμε τις μανάδες των αθώων νεκρών του κόσμου.

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Σύγχρονες μορφές δουλείας

Εκατόν πενήντα και πλέον χρόνια από την επίσημη κατάργηση της δουλείας, η απαγόρευση της δουλείας, της υποτέλειας και της αναγκαστικής εργασίας, η οποία συμπεριλαμβάνεται σε σωρεία διεθνών συμβάσεων, μεταξύ των οποίων και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ –άρθρο 4), μοιάζει περιττή.

Ωστόσο, την τελευταία πενταετία, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) διαπίστωσε, σε δύο ξεχωριστές υποθέσεις, παραβίαση της απαγόρευσης αυτής. Συγκεκριμένα, το ΕΔΑΔ, τονίζοντας ότι η Σύμβαση αποτελεί ένα ζωντανό μέσο που πρέπει να ερμηνεύεται δυναμικά υπό το φως των νέων δεδομένων, έχει αποφασίσει ότι η «οικιακή δουλεία» (“domestic slavery”) και η εμπορία προσώπων (“trafficking”) με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση αποτελούν δύο σύγχρονες μορφές δουλείας, οι οποίες προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τις ατομικές ελευθερίες και δεν έχουν θέση στις δημοκρατικές κοινωνίες.

Η πρώτη υπόθεση στρεφόταν εναντίον της Γαλλίας και αφορούσε στην περίπτωση της δεκαπεντάχρονης Siwa-Akofa Siliadin, η οποία είχε φτάσει στη χώρα από το Τόγκο, μετά από συμφωνία του πατέρα της και ενός Γάλλου ότι, θα εργαζόταν σ’ αυτόν ως οικιακή βοηθός μέχρι την εξόφληση του αεροπορικού της εισιτηρίου, θα αποκτούσε άδεια νόμιμης παραμονής και θα πήγαινε στο σχολείο. Η Siliadin κατέληξε στο σπίτι μιας οικογένειας, όπου, για τέσσερα περίπου χρόνια, χωρίς διευθέτηση του καθεστώτος παραμονής της και με τα ταξιδιωτικά της έγγραφα να παρακρατούνται, εξαναγκαζόταν να εργάζεται για δεκαπέντε ώρες την ημέρα καθημερινά, χωρίς μισθό και χωρίς να μπορεί να εξέλθει του σπιτιού, παρά μόνο για να μεταφέρει τα παιδιά της οικογένειας στο σχολείο. Όταν η υπόθεση έφτασε ενώπιον της γαλλικής δικαιοσύνης, επιδικάστηκαν αποζημιώσεις στη Siliadin, χωρίς, όμως, οι «εργοδότες» της να καταδικαστούν και ποινικά. Το ΕΔΑΔ έκρινε ότι η Siliadin είχε τελέσει υπό συνθήκες υποτέλειας και ότι η Γαλλία είχε αποτύχει να της παρέχει πρακτική και αποτελεσματική προστασία, κατά παράβαση των υποχρεώσεων της που πηγάζουν από το άρθρο 4 της ΕΣΔΑ.

Η δεύτερη υπόθεση αφορούσε στις συνθήκες θανάτου της εικοσάχρονης Oxana Rantseva από τη Ρωσία, η οποία ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί ως «καλλιτέχνιδα». Τρεις ημέρες αργότερα εγκατέλειψε την εργασία της δηλώνοντας πως «δεν αντέχει άλλο». Όταν εντοπίστηκε από τον εργοδότη της, αυτός την παρέδωσε στην Αστυνομία ζητώντας την απέλασή της, αλλά λόγω του ότι δεν υπήρχε νόμιμος λόγος απέλασης, η Αστυνομία «του την επέστρεψε». Μετά από δύο ώρες, η Rantseva βρέθηκε νεκρή στο πεζοδρόμιο μπροστά από το διαμέρισμα στο οποίο είχε οδηγηθεί. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, αποφάσισε ότι ο θάνατός της οφειλόταν σε ατύχημα που προκλήθηκε από πτώση στην προσπάθειά της να δραπετεύσει. Το ΕΔΑΔ, ωστόσο, έκρινε πως η Κυπριακή Δημοκρατία όχι μόνο είχε παραλείψει να διερευνήσει κατά τρόπο ικανοποιητικό και αποτελεσματικό το θάνατό της, όπως επιβάλλει το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ που προστατεύει το δικαίωμα στη ζωή, αλλά είχε, επίσης, παραβιάσει το άρθρο 4. Θεώρησε, συγκεκριμένα, πως δεδομένων των σοβαρών ενδείξεων ότι στην Κύπρο υπήρχε γενικό πρόβλημα trafficking, η Αστυνομία θα έπρεπε να είχε οδηγηθεί σε βάσιμη υποψία ότι η Rantseva ήταν θύμα trafficking και να λάβει κατάλληλα μέτρα για να την προστατεύσει. Το Δικαστήριο έκρινε, επιπρόσθετα, πως το γενικό νομικό και διοικητικό πλαίσιο και η μεταναστευτική πολιτική της χώρας παρουσίαζαν σημαντικές αδυναμίες και δεν ανταποκρίνονταν στην υποχρέωσή της για πρόληψη και αποτροπή τέτοιων φαινομένων.

Σχετική νομοθεσία που θεσπίστηκε στην Κύπρο το 2007, καθιστά ποινικό αδίκημα την εμπορία και την εκμετάλλευση προσώπων για σκοπούς εργασίας ή εκπόρνευσης και ρυθμίζει την υποχρέωση του κράτους να προστατεύει τα θύματα αυτών των αδικημάτων. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, τα αδικήματα αυτά συμβαίνουν καθημερινά δίπλα μας, συχνά με την ανοχή ή και τη συμμετοχή μας. Έχουν να κάνουν με τις συνθήκες εργασίας των οικιακών βοηθών, με τις υπηρεσίες που παρέχονται από γυναίκες στους διάφορους «χώρους αναψυχής», με τους μισθούς των αλλοδαπών εργατών, τους χώρους φιλοξενίας τους, τα μέτρα προστασίας της υγείας και της ζωής τους...

Η διαφορά μεταξύ νόμιμης σχέσης εργασίας και εκμετάλλευσης σπάνια είναι δυσδιάκριτη. Εστιάζεται πάντα στο σεβασμό της αξιοπρέπειας, της προσωπικότητας και των δικαιωμάτων. Όπου αυτός καταπατείται, οι πολίτες οφείλουν να αντιδρούν και το κράτος οφείλει να παρεμβαίνει. Στην περίπτωση, μάλιστα, των σύγχρονων δουλεμπορίων μόνο με αυτή τη συλλογική κινητοποίηση μπορεί να αποδειχθεί στην πράξη ότι ο δημοκρατικός και ο ατομικός πολιτισμός μας έχει εξελιχθεί και εδραιωθεί χωρίς πισωγυρίσματα.

(Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής, 17/1/2010)

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009

Σε λέω γυναίκα

«Για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις
όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,
σε λέω γυναίκα.
Σε λέω γυναίκα
γιατί είσαι αιχμάλωτη»

(ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ, Κικής Δημουλά)

Παντού στον κόσμο οι γυναίκες βιώνουν βάναυσες προσβολές της αξιοπρέπειας και των δικαιωμάτων τους. Στη Ρουάντα, το Νταρφούρ, το Κονγκό, τη Βοσνία και αλλού οι μαζικοί και συστηματικοί βιασμοί γυναικών χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο πολέμου και εθνοκάθαρσης. Στις περισσότερες χώρες της Αφρικής και σε κάποιες της Ασίας οι γυναίκες υφίστανται ακρωτηριασμό των σεξουαλικών τους οργάνων. Στο Αφγανιστάν οι Ταλιμπάν απαγορεύουν τη συμμετοχή των γυναικών στη δημόσια ζωή, την ελευθερία τους σε έκφραση και κίνηση και την πρόσβασή τους στην εκπαίδευση και στις υπηρεσίες υγείας. Στην Τσετσενία οι γυναίκες υποχρεώνονται να «ντύνονται κατάλληλα» και να φορούν μαντήλι στο κεφάλι σε δημόσιους χώρους. Σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης χιλιάδες πέφτουν θύματα εμπορίας προσώπων και καταναγκαστικής πορνείας. Στη Λατινική Αμερική πολλές δολοφονούνται εξαιτίας του οργανωμένου εγκλήματος και της μη εξάρθρωσης των παράνομων «σωμάτων ασφαλειας». Στη Νικαράγουα απαγορεύεται πλήρως η άμβλωση, ακόμη και στις περιπτώσεις που κινδυνεύει η ζωή της εγκύου ή η εγκυμοσύνη είναι αποτέλεσμα βιασμού. Η Αγγλία και η Ισπανία συμπεριλαμβάνονται στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά γυναικών που κακοποιούνται ή δολοφονούνται από τους συντρόφους τους.

Οι γυναίκες που αμφισβητούν τους επικρατούντες νόμους και κανόνες αναπόφευκτα συγκρούονται με τις εκάστοτε εξουσίες και τις πλείστες φορές πληρώνουν την ανυπακοή τους, ακόμη και με την ίδια τους τη ζωή. Στην Κύπρο, η Oxana Rantseva, η οποία διέφυγε από το καμπαρέ στο οποίο εξαναγκαζόταν να εκπορνεύεται κι εντοπίστηκε στη συνέχεια από τους «εργοδότες» της, βρέθηκε νεκρή έχοντας πέσει απ’ το μπαλκόνι του διαμερίσματος στο οποίο την είχαν κλειδώσει. Στην Ελλάδα η συνδικαλίστρια Κωνσταντίνα Κούνεβα, η οποία διεκδικούσε καλύτερες συνθήκες εργασίας για τις καθαρίστριες, δέχτηκε επίθεση από δύο άντρες που την περιέλουσαν με βιτριόλι. Στο Ιράκ, η Rand ‘Abd al-Qader δολοφονήθηκε από τον πατέρα της και τους δύο αδελφούς της επειδή είχε φιλική σχέση με Βρετανό στρατιώτη που έδρευε στην περιοχή. Η μητέρα της, Leila Hussein, η οποία κατήγγειλε το σύζυγό της και εγκατέλειψε το σπίτι τους, βρέθηκε δολοφονημένη ένα μήνα αργότερα. Στο Σουδάν, η δημοσιογράφος Lubna Ahmed al-Hussein αντιμετωπίζει κατηγορίες για «προσβολή της δημόσιας αιδούς μέσω της ένδυσης με μη ευπρεπή ρούχα» που τιμωρείται με μαστίγωση, επειδή εμφανίστηκε δημόσια φορώντας παντελόνι. Την ίδια στιγμή, στις δυτικού τύπου κοινωνίες οι γυναίκες έχουν αρχίσει να υποψιάζονται πως η τόσο δύσκολα κατακτημένη χειραφέτησή τους, τους στοίχισε κάτι από την ξεχωριστή ταυτότητά τους: την ευαισθησία τους.

Πριν από ένα περίπου χρόνο συνάντησα μια γυναίκα, γύρω στα πενήντα, Γαλλίδα που ζούσε τα τελευταία 25 χρόνια στις Βρυξέλες και εργαζόταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε υψηλόβαθμη θέση. Φορούσε ένα λιτό φόρεμα λινό και βραχιόλια στα χέρια κι ήταν άβαφη. Δεν ήταν όμορφη, αλλά, συμφιλιωμένη με το χρόνο και τον εαυτό της κι απελευθερωμένη από νευρωτικές εμμονές εντυπωσιασμού, απέπνεε μια γλυκιά θηλυκότητα. Μιλούσε σιγανά κι αργά, χωρίς χειρονομίες. Κάπνιζε. «Έχω μια κόρη,» μου είπε «αλλά δεν παντρεύτηκα ποτέ – δεν το έκανα από επιλογή, απλώς έτσι έτυχε. Και στη δουλειά μου, ναι, κέρδισα πολλά. Αλλά για εμάς τις γυναίκες το ζήτημα δεν είναι πού φτάσαμε, αλλά τι αντίτιμο καταβάλαμε για να φτάσουμε ως εκεί.»

(Το εικονιζόμενο άγαλμα γυναίκας βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα)