Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναδημοσιεύσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναδημοσιεύσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Σας είδα: ν' ακούτε το ίδιο τραγούδι

της Λένας Διβάνη

από το protagon.gr


Σας είδα να ακούτε το ίδιο τραγούδι στο λεωφορείο.
"Τς, τς, τα σημερινά παιδιά ούτε να ερωτευτούν δεν ξέρουν" μουρμούρισε η διπλανή μου. "Κάθονται εκεί σαν μουγκοθόδωροι".
-Μα ακούν το ίδιο τραγούδι - της απάντησα, αγανακτισμένη με την τυφλότητά της. 

Θυμόσαστε πως είναι να ακούς το ίδιο τραγούδι με κάποιον;

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013


«Η πανούκλα» (απόσπασμα)

του Αλμπέρ Καμύ



του Νίκου Εγγονόπουλου

Από κάτι τέτοιες αδυναμίες, ο Ριέ μπορούσε να κρίνει πόσο ήταν κουρασμένος. Η ευαισθησία του τον εγκατέλειπε. Καταπνιγμένη τον περισσότερο καιρό, στεγνή και απαθής, ξεσπούσε κάπου κάπου και τον παρέδιδε σε συγκινήσεις που δεν μπορούσε πια να ελέγξει. Η μόνη του άμυνα τότε ήταν να δείχνει σκληρότητα και να σφίγγει ακόμα πιο πολύ τον κόμπο που είχε σχηματιστεί μέσα του. Ήξερε καλά ότι αυτός ήταν ο σωστός τρόπος για να συνεχίσει. Κατά τ' άλλα, δεν έτρεφε πολλές αυταπάτες, και η κούραση του αφαιρούσε κι αυτές που ακόμα διατηρούσε. Γιατί γνώριζε πως, για μια χρονική περίοδο με άδηλο τέλος, ο ρόλος του δεν ήταν πια να γιατρεύει. Ο ρόλος του ήταν να κάνει διαγνώσεις. Να ανακαλύπτει, να βλέπει, να περιγράφει, να καταγράφει κι έπειτα να καταδικάζει: αυτή ήταν η δουλειά του. Οι γυναίκες των αρρώστων του άρπαζαν το χέρι και ούρλιαζαν: «Γιατρέ, σώστε τον!» Μα δεν ήταν εκεί για να σώζει ζωές, ήταν εκεί για να επιβάλλει την απομόνωση. Τι νόημα είχε το μίσος που διάβαζε τότε στα πρόσωπα: «Δεν έχετε καρδιά», του είχαν πει μια μέρα. Κι όμως, είχε. Μόνο που του χρησίμευε για ν' αντέχει είκοσι ώρες τη μέρα να βλέπει ανθρώπους να πεθαίνουν ενώ ήταν πλασμένοι για να ζήσουν. Του χρησίμευε για να ξαναρχίζει κάθε μέρα. Τώρα πια είχε μόνο τόση καρδιά όση ήταν απαραίτητη γι αυτό. Πώς θα μπορούσε τούτη η καρδιά να επαρκεί για να δίνει ζωή;


Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Αναχωρήσεις, της Άννας Αχμάτοβα


Η ποιήτρια ζωγραφισμένη από το Νάθαν Αλτμάν το 1915

Αν κι αυτή η γη δεν είναι δική μου

θα θυμηθώ την εσωτερική της θάλασσα

τα παγωμένα της νερά

την άμμο, τόσο άσπρη

σαν τα παλιά κόκαλα, τα πεύκα

περίεργα κόκκινα εκεί που ο ήλιος κατεβαίνει


Δεν μπορώ να πω αν είναι η αγάπη μας

ή η μέρα που τελειώνει.





Πηγή: vakhikon.gr




Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

Πάνω κάτω η Πατησίων, Κατερίνα Γώγου (Οδός Πανός)


του Οδυσσέα Ιωάννου, αναδημοσίευση από protagon.gr



Στις ανθολογίες των ποιητών τις γενιάς του 70 δεν θα την συναντήσουμε- πλην λίγων εξαιρέσεων. Όταν γράφεις την Ιστορία επάνω σε νωπά και ζεστά σώματα, γίνεσαι άδικος, ιδιοτελής, φανατικός. (Και ας δεχτώ πως το ίδιο ισχύει και για όσους θέλουμε να την “διορθώσουμε”)
Για την επίσημη κριτική η Γώγου ήταν ένα ανυπότακτο αγοροκόριτσο που έγραφε θυμωμένα και η ακτίνα της ξεκινούσε από την οδό Τροίας και κατέληγε στην πλατεία Εξαρχείων. Η γραφή του φόβου, της ολικής άρνησης, της τελεσίδικης αποβολής από τους κυρίαρχους, αποδεκτούς κώδικες κοινωνικής συμπεριφοράς και ενσωμάτωσης, ήταν αρκετά για να την εξορίσουν με ευκολία στους “γραφικούς της πλατείας”. Κοντόφθαλμες  και με συγκεκριμένο ιδεολογικό πρόσημο αποτιμήσεις που γκρεμίζονται στην πρώτη σοβαρή ανάγνωση του ποιητικού της έργου. Δεν την διαβάζουν, την βλέπουν. Δεν την αφουγκράζονται, την ακούν να βρίζει. Αν μείνεις σε αυτό το προπέτασμα του ορυκτού θυμού και του κατάγματος που σου προκαλεί ο κάθε στίχος της  - τα οποία όμως έτσι κι αλλιώς είναι δομικά στοιχεία της ποιητικής της- δεν θα περάσεις ποτέ στον πίσω κήπο. Στην πεποίθησή της ότι θα μπορούσαμε να ήμαστε κι αλλιώς. Θα μπορούσαμε να γίνουμε και αλλιώς. Μπορεί να έδειχνε πως δεν είχε αφήσει κανένα πέρασμα ανοιχτό για τον εαυτό της – και όπως αποδείχτηκε δεν είχε- αλλά μάλλον χτίστηκε στα τσιμέντα γιατί κάπως έπρεπε να στεριώσει η γέφυρα. Το πλακόστρωμα της βόλτας για εμάς, τους θυμωμένους του μέσου όρου, που θέλουμε να την αγαπάμε αλλά θέλουμε και να ζήσουμε. Για τους λόγους μας.  Όχι θυσία, μονόδρομος. Τόσο είχε. Και το διένυσε όλο.
Ένα –για πάντα- κορίτσι που φαντάζομαι πως όταν σε έβριζε κρυβόσουν και όταν σε χάιδευε έλιωνες.
Υ.Γ. Για να πω κι εγώ την ελαχιστότατη εμπειρία μου, για την τιμή εκείνου του ματαιόδοξου  “ήμουν κι εγώ εκεί”, το 1986 η Κατερίνα έμενε στην Γ’ Σεπτεμβρίου, λίγα μέτρα πριν την Αγίου Μελετίου. Εγώ- γέννημα θρέμμα της περιοχής ανάμεσα σε Πατησίων και Αχαρνών- ξεκινούσα τότε να γράφω στο περιοδικό “Μουσική” που ήταν στον από κάτω όροφο από το διαμέρισμά της. Κατέβαινε συχνά, ήταν φίλη με τον Γιώργο Κυριαζίδη, εκδότη του περιοδικού. Κάποιο πρωί, μπήκε, με είδε να κάθομαι σε ένα γραφείο και να γράφω. Ήμουν 19 χρονών. “Μπα, φέρατε και ωραίους γκόμενους εδώ μέσα;” είπε. Της είπα πως αν με βρίσκει ωραίο γκόμενο θα την παρακαλούσα να ζευγαρώνει συστηματικά για να μην εξαφανιστεί αυτό το εξαιρετικά σπάνιο είδος γυναίκας που με θεωρεί ωραίο…Την είδα άλλες δυο τρεις φορές.

Κατερίνα Γώγου, Πάνω κάτω η Πατησίων- Οι όψεις της μοναξιάς στην Κατερίνα Γώγου.

Η εξαιρετική έκδοση 96 σελίδων με φωτογραφίες και κείμενα γραμμένα για την Γώγου και 20 ιδιαίτερες μελοποιήσεις ποιημάτων της κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Οδός Πανός.
Υπεύθυνοι της έκδοσης ο Γιώργος Κορδέλλας και ο Άγγελος Σφακιανάκης.
Τις μελοποιήσεις έκαναν οι:
Πάνος Κατσιμίχας, Νίκος Καλλίτσης, Μάκης Σεβίλογλου, Άρης Ζαρακάς, Νίκος Μαϊντάς, Βάσω Αλλαγιάννη, Τάσος Ρωσόπουλος, Κώστας Χαριτάτος, Βαγγέλης Μαρκαντώνης, Λόλεκ, Κωνσταντίνος Βήτα, Παντελής Θεοχαρίδης, Ηλίας Λιούγκος, Εύα Λουκάτου, Μάριος Στρόφαλης, Δημήτρης Βαρελόπουλος, Κώστας Αθυρίδης, Τάκης Γραμμένος, Γιώργος Μάρτος, Βαγγέλης Κοντόπουλος
Ερμηνεύουν οι:
Πάνος Κατσιμίχας, Σωκράτης Μάλαμας, Μάρθα Φριντζήλα, Όλια Λαζαρίδου, Μάκης Σεβίλογλου, Άρης Ζαρακάς, Magic de spell, Σαβίνα Γιαννάτου, Κώστας Χαριτάτος, Βασιλική Καρακώστα, Βαγγέλης Μαρκαντώνης, Λόλεκ, Κωνσταντίνος Βήτα, Παντελής Θεοχαρίδης, Ηλίας Λιούγκος, Εύα Λουκάτου, Ρίτα Αντωνοπούλου, Ματ σε δύο υφέσεις, Σπυριδούλα Μπάκα, Γεωργία Βεληβασάκη, Gaia, Τάκης Γραμμένος, Γιώργος Μάρτος, Βαγγέλης Κοντόπουλος.
Κείμενα έχουν γράψει οι:
Γιώργος Κορδέλλας, Όλια Λαζαρίδου, Γιώργος Δάγλας, Θωμαή Ουζούνη, Γιώργος Μπαλούρδος, Αντώνης Καφετζόπουλος, Λίνα Καρανασοπούλου, Παναγιώτης (Κάιν) Παπαδόπουλος, Άγγελος Σφακιανάκης.

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Για το τραγούδι

του Μάνου Χατζιδάκι*
που γεννήθηκε σαν σήμερα




Το τραγούδι δεν είναι σύνθημα ή πράξη εκτονώσεως. Ούτε μαστίχα για το στόμα αθλητικών εφήβων ή συντροφιά νυχτερινή για οδηγούς ταξί και φορτηγών. Είναι μια σχέση υπεύθυνη, μια πράξη ερωτική ανάμεσά μας που μας αποκαλύπτει. Τελετουργία που απαιτεί, τόσο από σας όσο και από μένα, μια προετοιμασία θρησκευτική, επίμονη άσκηση γνώσης και αθωότητας, αποκαλύψεως και ανιχνεύσεως, μνήμης και προφητείας.

Το τραγούδι είναι μια μαγική στιγμή κι εγώ ένας πανηγυριώτης μάγος εκπρόσωπός σας – αφού γεννήθηκα τον ίδιο καιρό με σας και μες στον ίδιο χώρο – που θα φωτίσω τις κρυφές και αθέατες γωνιές σας, θα σας εκπλήξω, θα σας γεμίσω ερωτήματα και μελωδίες που ίσως γίνουν δικές σας και θα μεταφερθούν στο σπίτι σας, έτσι που να κοπεί ο ύπνος και να χαθεί για πάντα – αν είναι δυνατόν – ο εφησυχασμός σας. Κι ας μην μπορείτε να με τραγουδήσετε. Μήπως τάχα μπορείτε να εξαφανίσετε ένα πουλί ή να το φανερώσετε μέσ’ απ’ το φόρεμα ή από το μαντήλι σας; Κι όμως δεν το ξεχάσατε κι ούτε θα το ξεχάσετε σ’ όλη σας τη ζωή. Και θα το λέτε στα παιδιά σας έτσι όπως το πρωτοείδατε κάποια φορά από έναν μάγο σ’ ένα πανηγύρι – καθώς και το τραγούδι μου.

Θα το θυμάσθε και θα το ‘χετε εντός σας, χωρίς τη δυνατότητα να το γλεντήστε με αυτάρεσκη και δυνατή φωνή. Μόνο να το ψελλίζετε θα είναι δυνατόν, σαν προσευχή ή σαν το «Υπερμάχω».

Δεν είναι το τραγούδι μου απλοϊκό κι ευχάριστο σαν το τενεκεδένιο σήμα μιας πολιτικής παράταξης ή ενός αθλητικού συλλόγου. Δεν κολακεύει τις συνήθειές σας ούτε και διασκεδάζει την αμηχανία σας, την οικογενειακή σας πράξη ή την ερωτική σας ανεπάρκεια.

Δεν είναι το τραγούδι μου μονόφωνη αρτηρία, ούτε μια πολυφωνική και λαϊκή υστερία. Είναι μια μυστική πηγή, μια στάση πρέπουσα και ηθική απέναντι στα ψεύδη του καιρού μας, ένα παιχνίδι ευφάνταστο μ’ απρόβλεπτους κανόνες, μια μελωδία απρόσμενη που γίνεται δική σας, δεμένη αδιάσπαστα με άφθαρτες λέξεις ποιητικές και ξαναγεννημένες. Και μην ξεχάσετε. Σαν φύγετε από δω, δεν σας ανήκει παρά μονάχα το αίσθημα, η σκέψη και τα ερωτήματα, που ολόκληρο το βράδυ σας μετέδωσα μεσ’ απ’ τη μουσική μου. Σε μένα απομένει το τραγούδι, η μαγική στιγμή μου, που είναι μια εξαίσια απάντηση αρκεί να με ρωτήσετε. Ρωτήστε με λοιπόν. Κι ύστερα σας παρακαλώ σωπάστε! Γιατί θα τραγουδήσω!


Πιστεύω πως η τέχνη του τραγουδιού αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα, γιατί το τραγούδι μας ενώνει σ’ ένα μύθο κοινό. Κι όπως στο χορό ενώνουμε τα χέρια μεταξύ μας για ν’ ακολουθήσουμε ίδιες ρυθμικές κινήσεις, έτσι και στο τραγούδι ενώνουμε τις ψυχές μας για ν’ ακολουθήσουμε μαζί, τις ίδιες εσωτερικές δονήσεις. Κι όσο για τον κοινό μύθο που δεν υπάρχει στις μέρες μας, τον σχηματίζουμε καινούριο κι απ’ την αρχή κάθε φορά. Κάθε φορά που νιώθουμε βαθιά την ανάγκη να τραγουδήσουμε. 


*από το βιβλίο "Ο καθρέφτης και το μαχαίρι" 



Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Μαρωνίτης & Γκίνσμπεργκ - Πρώτες σκέψεις διαβάζοντας τη Δεύτερη Ανάγνωση



του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη

(αναδημοσίευση από τη LIFO)


1. Παράπονο: Εδώ και μερικά τέρμινα χορεύουν οι αριθμοί, γλεντάνε οι λογιστικές και ωθούνται σε περιθώρια και σιωπές οι ποιήσεις, οι λογισμοί. Κι ακόμα, με παράπονο το λέω, άνθρωποι εκλεκτοί έχουν επιδοθεί σε μιαν αγωνιώδη (σύμφωνοι) και έντιμη (ακόμα πιο σύμφωνοι) προσπάθεια να σωθούμε από γκρεμούς και βάραθρα, από λιμούς και λοιμούς, από συλλογικές παρακρούσεις και μαζικές αυτοκαταστροφές, αλλά λες και είναι πρώτιστη συνθήκη και αναγκαία να αναθεματίσουν αυτό που ήσαν παλαιότερα, να βάλλουν με περισσή κακία κατά ήδη νεκρών ειδώλων και ιδανικών.
Πολλές φωνές που ξεκινάνε ψύχραιμες εκτρέπονται σε έναν οξύηχο συναγερμό. Άλλες μπουκώνουν και βραχνιάζουν. Κάποιες χάνουν πολλάαπό τα δίκια τους γιατί μαλλιάζει η γλώσσα τους στ’ αλήθεια. Κάποιες ενοχές γίνονται εκπόνηση και διευθέτηση επιχειρημάτων που θέλουν να ξορκίσουν το παρελθόν, έστω τις αφροσύνες του παρελθόντος. Ορισμένοι φανατισμοί αλλάζουν πρόσημο. Πάλι, οι διχασμοί. Πάλι, οι συναισθηματικοί εκβιασμοί. Πάλι το από εδώ ή από εκεί, και το σβήσ’ τα όλα και πάμε απ’ την αρχή.

2. Αθωότητα: Διαβάζω Μαρωνίτη. Λέει ο Δάσκαλος: «Προέρχομαι από μια οικογένεια καπνεργατική […] που είχε την κομμουνιστική αθωότητα του 1930 και, εν μέρει, του 1940. Επομένως, υπάρχουν καταβολές ανεξίτηλες στην πρώιμη εφηβική ηλικία από τον καπνεργατικό κομμουνισμό, όπως τον ονομάζω εγώ. Πιστεύω πως όλη αυτή η παράδοση ενστάλαξε μέσα μου μια δωρεά ανεκτίμητη που προσπαθώ να κρατήσω με τα δόντια. Η παράδοση αυτή μου έμαθε να εκτιμώ περισσότερο απ’ όλα εκείνο που ονομάζω ζωτικές ψευδαισθήσεις […] Πιστεύω ότι τουλάχιστον οι άνθρωποι που θυσίασαν τη ζωή τους, ή την εξέθεσαν στον έσχατο κίνδυνο, από κει και πέρα είτε γίνονται κυνικοί είτε κρατούν πάση θυσία τα στοιχεία της αθωότητάς τους. Απροσδιόριστης μεν, αλλά σίγουρα βιωματικής. Αυτό που πάει να λείψει γύρω μας σήμερα είναι ακριβώς μια τέτοια αίσθηση. Προτιμώ να είμαι αθώος και ελαφρώς ανόητος, παρά να είμαι άφιλος και κυνικός […]» (Δημήτρης Δουλγερίδης, Δεύτερη Ανάγνωση. Οι συνεντεύξεις, εκτός από το έργο τους, εκδ. Πόλις, σσ. 150-1).

3. Συσχετισμοί: Διαβάζοντας τον Μαρωνίτη, στέκομαι ξανά και ξανά στη λέξη «αθωότητα». Ο Μαρωνίτης την επαναλαμβάνει. Γενναία. Δεν φοβάται, κι άφοβα θα πει τη φοβερή φράση: «Προτιμώ να είμαι αθώος και ελαφρώς ανόητος, παρά να είμαι άφιλος και κυνικός». Ο πρίγκιπας Λεφ Νικολάγεβιτς Μίσκιν χαμογελάει από κει πάνω. Ο Μισέλ Κατσαρός τραγουδάει, «Παραμένω εν πλήρει συγχύσει αθώος». Ξεβιδώνω το βούλωμα από ένα στρατιωτικό μεταλλικό παγούρι γεμάτο πηλιορείτικο τσίπουρο και το μοιράζομαι με φίλους (τροτσκιστές, αναρχικούς, ρηγάδες, πανελλαδικάριους, σιτουασιονιστές, ραϊχικούς, φροϋδομαρξιστές, παλαβωμένους με τον Μπένγιαμιν, ομνύοντες στον Φουκώ, ξεφτέρια στον Αξελό). Ένα ταξίμι για τον Άρη Αλεξάνδρου. Ξόδι για τον Αγιονικοκαρούζο. Μαρωνίτης: «Μπορεί να μη γίνει ο κόσμος ποτέ όπως τον υποσχέθηκαν μερικά υπεραισιόδοξα συστήματα, αλλά, εν πάση περιπτώσει, το να διατηρεί κανείς τις ζωτικές του ψευδαισθήσεις είναι ήδη πολύτιμο». Θυμάμαι τον Γκόρπα: «Μαίριλυν, μαζί μ’ εσέ θυμάμαι και τον Μπελογιάννη». Ο Μαρωνίτης με πάει στον Γκίνσμπεργκ: «Αμερική, σαν ήμουνα εφτά χρονώ, η μαμά μ’ έπαιρνε μαζί της / στις συνεδριάσεις των κομμουνιστικών αχτίδων / μας πουλάγανε στραγάλια μια χούφτα το κουπόνι, μια πεντάρα το κουπόνι / οι λόγοι ήτανε τζάμπα, όλοι τους ήτανε χάρμα, ‘τρέφαν αισθήματα για την εργατιά, υπήρχε τόση ειλικρίνεια/ ιδέα δεν είχες τι κομμάτι πράμα ήταν το κόμμα το 1935».

4. Νερά/Μωρό: Μες στη φούρια των καιρών και τους απανωτούς κατακερματισμούς, ας φροντίζουμε να μην καίμε και τα χλωρά μαζί με τα ξερά, κι ας μην πετάμε το μωρό μαζί με τα νερά. Ναι, πιέζουν τα πάντα, αλλά μη γινόμαστε κακιασμένοι με παλιότερα πιστεύω και, κυρίως, μην πετάμε τα τιμαλφή που τα βλέπουμε τώρα σκουριασμένα. Είμαστε οι ιστορίες μας. Και η Ιστορία είναι οι ιστορίες μας.
Παντού θα βρεις κάτι που να μένει. Ένα τραγούδι. Ένα στιχάκι. Ένα βλέμμα. Ένα άφιλτρο τσιγάρο, διαβάζοντας την Ιλιάδα. Μια γουλιά, μια μποτίλια, μια νταμιτζάνα κρασί, ακούγοντας την «Οδό Ονείρων». Ο Μαρωνίτης κρατάει το πολύτιμο. Ο Γκίνσμπεργκ κρατάει το πολύτιμο. Καπνεργατικός κομμουνισμός και αθωότητα και ζωτικές ψευδαισθήσεις. Στραγάλια μια πεντάρα το κουπόνι και οι λόγοι τζάμπα και τόση ειλικρίνεια.

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

33


του Μιχάλη Γκανά,
από τη συλλογή  « Ο ύπνος του καπνιστή»

Οδυσσέα Ελύτη, "Σχολή πιάνου"

Η διάρκεια είναι πάθος.

Ιδιαίτερα στην αγάπη.
Σου το λέω εγώ που αγαπώ
Τόσους ανθρώπους επί τόσα χρόνια
Χωρίς να το ξέρουν.
Μεταξύ μας για μένα τους αγαπώ.
Μου κάνει καλό.
Oπως η αγάπη μου για σένα φερ' ειπείν.
Με κάνει καλύτερο.
Καλύτερο και από σένα ενίοτε.
Ελα, σε πειράζω.

Δωσ' μου το χέρι σου να το κοιμίσω.
Είναι παλτό ξεκούμπωτο η νύχτα
Προβιά σφαγμένου ζώου που ανασαίνει ακόμα.
Κοιμήσου˙ η καρδιά μου ξαγρυπνά.
Σαν τη δική σου μυρωδιά κλαράκι δεν την έχει.

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

«Από βλακεία» και μίσος... *

* Σε Ελλάδα και σε Κύπρο...

του Παντελή Μπουκάλα 
(Αναδημοσίευση από την Καθημερινή, εδώ)


Για να περιγραφούν κάποια από τα επεισόδια του πολιτικού μας δράματος αρκεί ίσως ο τίτλος «Από βλακεία» που είχε δώσει ο Γιώργος Σεφέρης σε ένα διάσημο δίστιχό του που βρέθηκε στις αυτόγραφες ημερολογιακές σημειώσεις του, του απαίσιου έτους 1968, και πρωτοδημοσιεύτηκε από τον Γ.Π. Σαββίδη τον Σεπτέμβριο του 1974. Αλλά, και πάλι, δεν φτάνει η ανοησία για να ερμηνεύσει ούτε τα τοτινά, τα χουντικά, ούτε τα τωρινά, τα φιλοχουντικά και συγχρόνως φιλοναζιστικά. Δίκιο είχε βέβαια ο Αϊνστάιν όταν έλεγε: «Δύο τινά δεν έχουν τέλος, το Σύμπαν και η βλακεία, αν και για το Σύμπαν δεν είμαι απολύτως σίγουρος». Μολαταύτα οι τραγωδίες στην Ιστορία, καθώς και οι παρωδίες σαν επανάληψη των τραγωδιών, έχουν κι άλλους γεννήτορες εκτός από την πνευματική υπολειτουργία.

Επειδή λοιπόν στις προεκλογικές μας αγορές ακούγεται και ο λόγος των απροκάλυπτων φιλοτυράννων (όπως σωστά το επιτρέπει η δημοκρατία, γιατί αλλιώς δεν θα εμπέδωνε τη διαφορά της και δεν θα ’χε να καυχηθεί γι’ αυτήν), τα αυτιά μας τα τρυπάει εσχάτως το χάλκινο σύνθημα των δικτατόρων και των επιγόνων τους. Τα τρυπάει η σφαγίδα του τραγελαφικού «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού»: «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». Και θυμόμαστε έτσι, για να πιαστούμε από κάπου, τον Σεφέρη και την αυτόματη απάντησή του: «Ελλάς· πυρ! Ελλήνων· πυρ· Χριστιανών· πυρ! / Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;». Και γιατί, θα συμπληρώναμε υποχρεωτικά, μαζί με τις λέξεις αυτές ή μάλλον εν ονόματι του στρεβλωμένου και συκοφαντημένου περιεχομένου τους, σκοτώσατε κι ανθρώπους; Γιατί σκοτώσατε την περηφάνια του τόπου και το μέλλον του;

Τ’ ακούμε λοιπόν και τώρα το σύνθημα. Το φωνάζουν τα «χρυσαυγίτικα παλικάρια» ανταποκρινόμενα στις παπαδοπουλικού τόνου αγορεύσεις του αρχηγού τους. Οχι, δεν είναι παραληρηματικές, όπως λέγεται, γιατί, έστω και με τη μορφή της εμμονής, έχουν άξονα: το μίσος· και τον εγκωμιασμό της βίας. Αν λοιπόν η «Ελλάς» τους είναι μια χώρα της μισαλλοδοξίας, της ανελευθερίας, αλλά και της κτηνώδους αγραμματοσύνης, που καταντάει λαθροχειρία εις βάρος της αρχαίας κληρονομιάς και παραχάραξή της, τότε, όχι, καμία σχέση δεν έχει με την Ελλάδα που ονειρεύτηκαν οι κάτοικοί της επί αιώνες και για την οποία πολέμησαν.

Αν «χριστιανοί» είναι όσοι ραπίζουν τη μία παρειά όποιου τολμά να τους εναντιωθεί κι ύστερα του καταφέρνουν και δεύτερο χαστούκι στην άλλη παρειά· αν «χριστιανοί» είναι όσοι εισβάλλουν πάνοπλοι νυχτιάτικα σε σπίτια μεταναστών για να τους μάθουν τι εννοούσε ο Χριστός όταν μιλούσε περί αγάπης, τότε ο χριστιανισμός οφείλει να αλλάξει όνομα· για να μη μαγαρίζεται. Και αν «Ελληνες» είναι αυτοί που λερώνουν και ντροπιάζουν οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί ωραίο και ανθρωπιστικό γνώρισμα της ελληνικότητας, τότε και οι Ελληνες οφείλουμε να αλλάξουμε όνομα. Και να πούμε, πάλι μαζί με τον Σεφέρη: «Κύριε, όχι μ’ αυτούς»...



Χαρακτικό της Βάσως Κατράκη


Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρους

(απόσπασμα)
του Κάρλος Φουέντες



Diego Rivera, Dream of Sunday Afternoon in Alameda Park (detail of mural), 1948


Θα δεχτούν τη διαθήκη σου: την αξιοπρέπεια που κατέκτησες γι αυτούς, την αξιοπρέπεια: Θα ευχαριστήσουν τον φτωχό Αρτέμιο Κρους γιατί τους έκανε αξιοσέβαστα πρόσωπα, θα τον ευχαριστήσουν γιατί δεν συμβιβάστηκε με τη ζωή σε μια καλύβα νέγρων, θα τον ευχαριστήσουν γιατί έφυγε για να παίξει τη ζωή του κορόνα-γράμματα: θα σε δικαιολογήσουν γιατί εκείνοι δεν θα έχουν πια τη δική σου δικαιολογία: αυτοί δεν θα μπορούν πια να επικαλούνται τις μάχες και τους αρχηγούς, όπως εσύ, και να καλύπτονται πίσω απ’ αυτούς για να δικαιολογήσουν την αρπαγή στο όνομα της επανάστασης και την προσωπική ευημερία στο όνομα της ευημερίας της επανάστασης: θα σκεφτείς και θα εκπλαγείς: ποια δικαιολογία θα βρουν εκείνοι; ποιο φράγμα θα αντιτάξουν; δεν θα το σκεφτούν, θα απολαύσουν αυτό που τους αφήνεις όσο μπορούν, θα ζήσουν ευτυχισμένοι, θα εμφανίζονται συντετριμμένοι και ευγνώμονες – δημοσίως, δεν θα ζητήσεις περισσότερα – ενώ εσύ θα περιμένεις μ’ ένα μέτρο χώμα πάνω από το σώμα σου, θα περιμένεις, έως ότου αισθανθείς πάλι τον πάταγο των ποδιών πάνω από το νεκρό σου πρόσωπο και τότε θα πεις

-Γύρισαν. Δεν πίστεψαν στην ήττα τους

και θα χαμογελάσεις: θα γελάσεις μαζί τους, θα γελάσεις με τον εαυτό σου: είναι το προνόμιό σου: η νοσταλγία θα σε βάλει σε πειρασμό: θα ‘ναι ένας τρόπος να ωραιοποιήσεις το παρελθόν: δεν θα το κάνεις:   

θα κληροδοτήσεις τους ανώφελους θανάτους, τα νεκρά ονόματα, τα ονόματα όσων έπεσαν νεκροί για να ζήσει το δικό σου όνομα, τα ονόματα των ανθρώπων που στερήθηκαν για ν’ αποκτήσει το δικό σου όνομα, τα ονόματα των ανθρώπων που ξεχάστηκαν για να μην ξεχαστεί ποτέ το δικό σου όνομα:

θα κληροδοτήσεις αυτή τη χώρα, θα κληροδοτήσεις την εφημερίδα σου, τα καρφιά και την κολακεία, τη συνείδηση που αποκοιμίζεται από τα ψεύτικα λόγια των μετριοτήτων, θα κληροδοτήσεις τις υποθήκες, θα κληροδοτήσεις μια ανύπαρκτη τάξη, μια δύναμη χωρίς μεγαλείο, μια καθαγιασμένη ηλιθιότητα, μια πυγμαία φιλοδοξία, ένα γελοίο συμβιβασμό, μια σαπισμένη ρητορεία, μια θεσμοθετημένη δειλία, έναν χυδαίο εγωισμό,

θα τους κληροδοτήσεις τους κλέφτες ηγέτες τους, τα υποταγμένα συνδικάτα τους, τα καινούρια τους τσιφλίκια, τις αμερικανικές τους επενδύσεις, τους φυλακισμένους εργάτες του, τα μονοπώλια και τον μεγάλο Τύπο τους, τους μεροκαματιάρηδες τους, τους μπράβους τους και τους μυστικούς τους πράκτορες, τις καταθέσεις του στο εξωτερικό, τους γλοιώδεις τοκογλύφους τους, τους δουλοπρεπείς βουλευτές τους, τους κόλακες υπουργούς τους, τα αριστοκρατικά τους προάστια, τις επετείους και τα μνημόσυνά τους, τις ψείρες και τις σκουληκιασμένες τορτίγιες, τους αναλφάβητους Ινδιάνους τους, τους ανέργους, τα αποψιλωμένα βουνά τους, τους χοντρούς άντρες τους που είναι οπλισμένοι που έχουν προστασία και μετοχές, τους αδύνατους άντρες που έχουν μόνο νύχια: ας πάρουν το Μεξικό τους, ας πάρουν την κληρονομιά σου.

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Μια στάλα σταλαγμίτης έμεινα



Μια στάλα σταλαγμίτης έμεινα.
Χωράω σ' αυτό το άδειο μπουκάλι.
Το πέταξαν ένα παλιό καλοκαίρι
οι φίλοι μου.
Χωράω εκεί μέσα να μπω.
Άλλοι 
μακρινοί καιροί
που θα ξαναγυρίσουν
το ύστατο Αλληλεγγύης Σ.Ο.Σ.
να αποκρυπτογραφήσουν

Κατερίνα Γώγου


Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Από το Μικρό Πρίγκηπα

του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ


Τότε λοιπόν εμφανίστηκε η αλεπού (…)

- Τι πάει να πει «εξημερώνω»; (…)

-Είναι κάτι που έχει ξεχαστεί από καιρό, είπε η αλεπού. Σημαίνει «δημιουργώ δεσμούς…» (…)

Η ζωή μου είναι μονότονη. Εγώ κυνηγάω κότες, οι άνθρωποι κυνηγούν εμένα. Όλες οι κότες μοιάζουν κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Γι αυτό λοιπόν βαριέμαι λίγο. Αν όμως μ’ εξημερώσεις, η ζωή μου θα γίνει ηλιόλουστη. Θ’ αναγνωρίζω το θόρυβο ενός βήματος διαφορετικού απ’ όλα τα’ άλλα. Τα άλλα βήματα θα με κάνουν να κρύβομαι κάτω απ’ τη γη. Το δικό σου, σαν μουσική, θα με τραβάει έξω απ’ τη φωλιά μου. Κι έπειτα κοίτα. Βλέπεις εκεί πέρα, τα χωράφια με το στάρι; Δεν τρώω ψωμί. Το στάρι για μένα είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό είναι λυπηρό. Όμως εσύ έχεις μαλλιά χρυσαφένια. Θα είναι υπέροχο λοιπόν όταν θα με έχεις εξημερώσει. Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα μου θυμίζει εσένα. Και θα μ’ αρέσει ν’ ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα…

Η αλεπού σώπασε και κοίταξε ώρα πολλή το μικρό πρίγκιπα.

- Σε παρακαλώ… εξημέρωσε με, είπε (…)

Έτσι ο μικρός πρίγκηπας εξημέρωσε την αλεπού. Κι όταν πλησίασε η ώρα του αποχωρισμού:

- Α, είπε η αλεπού… Θα κλάψω.

- Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκηπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, εσύ θέλησες να σε εξημερώσω…

-Σωστά, είπε η αλεπού.

-Όμως θα κλάψεις, είπε ο μικρός πρίγκηπας.

-Σωστά, είπε η αλεπού.

-Τι κέρδισες λοιπόν;

-Κέρδισα, είπε η αλεπού, το χρώμα του σταριού.

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

"Her kind", by Anne Sexton



I have gone out, a possessed witch,
haunting the black air, braver at night;
dreaming evil, I have done my hitch
over the plain houses, light by light:
lonely thing, twelve-fingered, out of mind.
A woman like that is not a woman, quite.
I have been her kind.

I have found the warm caves in the woods,
filled them with skillets, carvings, shelves,
closets, silks, innumerable goods;
fixed the suppers for the worms and the elves:
whining, rearranging the disaligned.
A woman like that is misunderstood.
I have been her kind.

I have ridden in your cart, driver,
waved my nude arms at villages going by,
learning the last bright routes, survivor
where your flames still bite my thigh
and my ribs crack where your wheels wind.
A woman like that is not ashamed to die.
I have been her kind.

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Ιστορία αίματος και πόνου

Του Δασκάλου Ιωάννη Μανωλεδάκη
(Πρόλογος στο βιβλίο «Εικόνες Φυλακής»)

Vincent van Gogh, Η αυλή της φυλακής, 1890

Η ποινή είναι μια ιστορία αίματος και πόνου. Αρνητική ενέργεια, που εκλύεται στο αρνητικό πεδίο του κοινωνικού χώρου, εκεί όπου η εχθρότητα (το «νείκος») υπερνικά τη «φιλότητα» στον αέναο διαλεκτικό ανταγωνισμό τους.

Και η φυλακή, ως η σύγχρονη κύρια έκφραση της ποινής (όπως διαμορφώθηκε ιστορικά από τον δέκατο έβδομο αιώνα), αποτελεί, κι αυτή, μια ιστορία αίματος και πόνου. Η νομική ιδεολογία προσπάθησε να την «ντύσει» με τον μανδύα της αναγκαιότητας, της ρυθμισμένης, έλλογης απάντησης της πολιτείας στο έγκλημα, του «φύλακα» της ασφάλειας των πολιτών και της νομιμότητας των ισχυρών: Όσο υπάρχουν έγκλημα και «κακοί», θα υπάρχει και η φυλακή ως το αναγκαίο κακό που θα τους αντιμετωπίζει και θα τους εξουδετερώνει. Εκεί θα ζουν αναγκαστικά, όσο χρειάζεται, οι «κακοί», οι «άλλοι», για να μπορούν να ζουν ήσυχα οι «καλοί», «εμείς». Οι ρόλοι είναι ξεκάθαροι στη νομική ιδεολογία. Από κει και πέρα, ανάλογα με τη στάθμη του νομικού πολιτισμού, υπάρχει χώρος για να απαλύνουμε το κακό και να ωραιοποιήσουμε την ασχήμια της εχθρότητας.

Οι υπουργοί δικαιοσύνης, με την ευγενική σύμπραξη κάποιων ευαίσθητων (όχι ευαισθητοποιημένων) ανθρώπων της τέχνης, θα εξαγγείλουν πολιτιστικά προγράμματα για τον εκπολιτισμό των φυλακών και την ψυχική ανάπλαση των τροφίμων τους. Η επίσημη εκκλησία θα στείλει τους μειλίχιους εκπροσώπους της να λειτουργήσουν Κυριακές και εορτές, να κηρύξουν τη μετάνοια και να υπενθυμίσουν στους «κακούς» τη σύμπραξη θείας και ανθρώπινης δικαιοσύνης. Εξάλλου, πριν από τον εγκλεισμό τους, οι τελευταίοι αυτοί είχαν βιώσει την κρίση και την καταδίκη τους «υπό το βλέμμα» του Χριστού στην αίθουσα του δικαστηρίου. Τι δουλειά έχει τώρα, ο κήρυκας της Αγάπης με τις διαδικασίες του μίσους, αυτό αποτελεί μια άλλη ιστορία στο ίδιο, ωστόσο, πλαίσιο της ιδεολογίας της συγκάλυψης και της ωραιοποίησης.

Οι καλές και φιλάνθρωπες κυρίες θα φέρουν τα δέματα με τα δώρα τους τα Χριστούγεννα, αφού προηγουμένως στηθεί καλά το σκηνικό, όπως στους θαλάμους των νεοσυλλέκτων πριν από την επιθεώρηση. Και οι πολίτες της καθημερινότητας, πιο ειλικρινείς μέσα στις αντιφάσεις τους, επιδοκιμάζουν τα μέσα ανακούφισης των δυστυχισμένων, αλλά εύλογα αντιδρούν στο κτίσιμο νέας φυλακής στη γειτονιά τους, που θα φέρει μια ρεαλιστική ανακούφιση στους στοιβαγμένους στις υπάρχουσες φυλακές.

Όχι πως οι «οι μέσα» είναι καλύτεροι. Εκεί βρίσκονται, βέβαια, κάποιοι άδικα – αποτέλεσμα δικαστικής πλάνης. Οι περισσότεροι, ωστόσο, είναι εκεί κατά «δίκαιη» (σύμφωνα με την υπάρχουσα νομιμότητα) κρίση. Όμως είναι κι αυτοί εκφραστές του μίσους, όπως και οι συνάνθρωποί τους που τους έστειλαν στη φυλακή παίζοντας (ασυναίσθητα ή εξαναγκασμένα) το νόμιμο ρόλο τους.

Όσο η εχθρότητα θα νικά τη «φιλότητα» στο αέναο διαλεκτικό παιγνίδι της Ιστορίας, η φυλακή ή τα όποια υποκατάστατά της θα είναι εδώ. Η ασχήμια και ο πόνος θα είναι κι αυτά εδώ. Όταν δεν μπορείς να τα εξαλείψεις, τουλάχιστον μπορείς να τα ιστορήσεις ελπίζοντας… 

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

Oklahoma, Bernard Plossu (1980)


Εμείς. Σκουπιδάκι στο μάτι του χρόνου. Το τυφλό.
Καν δεν κλαίει, να πεις πως θα κυλήσουμε,
θα του ξεφύγουμε.

Ρήματα, Παντελή Μπουκάλα

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011

Ένα κάτι ελάχιστο

Του Οδ. Ελύτη στο βιβλίο "Τα ρω του έρωτα"
Λέω: κι αυτό θα ’ρθει. Και τ’ άλλο θα περάσει.
Πολύ δε θέλει ο κόσμος. Ένα κάτι
Ελάχιστο. Σαν τη στραβοτιμονιά πριν από το δυστύχημα
Όμως
Ακριβώς
Προς
Την αντίθετη κατεύθυνση.

Αρκετά λατρέψαμε τον κίνδυνο κι είναι καιρός να μας το ανταποδώσει.


Αντί άλλων ευχών, οι πιο πάνω στίχοι του Οδυσσέα Ελύτη, μιας και το 2011 έχει οριστεί ως έτος Ελύτη, εξ αφορμής της συμπλήρωσης 100 χρόνων από τη γέννησή του.
Και υγεία.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

'Ωστε θέλεις να γίνεις συγγραφέας;

του ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ
(από τη συλλογή «Να περιφέρεσαι στην τρέλλα»
εκδόσεις Ηλέκτρα)

«Aν δεν βγει από μέσα σου με ορμή σε πείσμα όλων, μην το κάνεις.
Αν δεν έρθει απρόσκλητο απ΄ την καρδιά κι από το μυαλό κι απ΄ το στόμα και από τα σωθικά σου, μην το κάνεις.
Αν κάθεσαι μπρος στην οθόνη του υπολογιστή σου και την κοιτάζεις με τις ώρες και γέρνεις σαν καμπούρης πάνω από την γραφομηχανή σου γυρεύοντας με κόπο τις λέξεις που δεν έρχονται, μην το κάνεις.
Αν το κάνεις για τα λεφτά ή για την δόξα ασ' το καλύτερα.
Αν το κάνεις γιατί νομίζεις πως θα ρίξεις γυναίκες ή άντρες στο κρεβάτι σου, μην το κάνεις.
Αν κάθεσαι εκεί πέρα και γράφεις τα ίδια και τα ίδια, μην το κάνεις.
Αν προσπαθείς να γράψεις όπως κάποιος άλλος, ξέχνα το, άσ΄ το καλύτερα.
Αν μπορείς να περιμένεις να βγει από μέσα σου μουγκρίζοντας, τότε περίμενε υπομονετικά.
Κι αν δεν βγει με βαθύ βρυχηθμό, κάνε κάτι άλλο.
Αν πρέπει πρώτα να το δείξεις στη γυναίκα, στην γκόμενα, στον γκόμενο, στους γονείς σου ή σε οποιοδήποτε άλλο, δεν είσαι έτοιμος.
Μη γίνεις σαν όλους αυτούς τους γραφιάδες, μη γίνεις σαν τόσους και τόσους που αυτοαποκαλούνται "συγγραφείς", μην γίνεις γελοίος, πληκτικός, φαντασμένος.
Μην αφήσεις την αυταρέσκεια να σε κατασπαράξει.
Οι βιβλιοθήκες του κόσμου έχουν τρελαθεί στο χασμουρητό με το σινάφι σου.
Μην προστεθείς κι εσύ σ' αυτούς.
Μην το κάνεις, αν δεν πετάγεται απ΄ την ψυχή σου σαν πύραυλος, ασ' το καλύτερα.
Κάν΄ το μονάχα όταν νιώσεις πως αν δεν το κάνεις, θα τρελαθείς, θα αυτοκτονήσεις ή θα σκοτώσεις, αλλιώς μην το κάνεις.
Αν δεν νιώσεις πως ο ήλιος σου καίει μέσα σου τα σπλάχνα, μην το κάνεις.
Όταν στ' αλήθεια έρθει η ώρα κι αν έχεις το χάρισμα θα γίνει από μόνο του και θα συνεχίσει να γίνεται, ώσπου να σβήσει ή να σβήσει.
Άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Δεν υπήρξε ποτέ!»


υ.γ.: Τους στίχους του Μπουκόσφκι
συμπληρώνουν εξαίσια οι σκέψεις του ΔemΩΝ.