Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Ο κήπος βλέπει

του Οδυσσέα Ελύτη 
(απόσπασμα)




Έ τι! Απ' αυτούς που σίγουρα μια μέρα
θα υπερισχύσουν έχω
δόξα να 'χει ο Θεός απαλλαγεί
                       μη σώσουν
                       και μου απλώσουν χέρι
               θα υπάρξουν πάντοτε δύο ή τρεις
               γενναίοι να βλέπουνε τον κόσμο
               χωρίς σκοπιμότητα

γήρας είναι η Ιστορία
και το φρούτο ανάμεσα στα δόντια νεότης
ένα μόνο χαμόγελο -εάν είναι από πηγή - νικά

                       και ο κήπος βλέπει

δίνει ώθηση άξαφνη
                στα μισά της ψυχής να μας προφτάσει.


Α μονάχα να 'ξερα
μιαν ελευθερία πραγματική
που να μπορώ να την υμνώ χωρίς
                       να φαίνομαι αφελής ή φαρισαίος

                       όπως ακριβώς ο αθώος
                       να μπορούσα να δω
                       πίσω απ' τον Τύραννο τον ουρανό
με αταραξία να συνεχίζεται ως
                       τ' αντίπερα βουνά
                       τις πίσω θάλασσες
μία διαφάνεια
                που να διαπερνά τη γέννησή μου
                μητέρα και πατέρα και βλοσυρούς προγόνους

                        οτοτοτοί
που 'λεγε κι ο γερο-Αισχύλος
                ας τρομάξουμε μήπως και ξυπνήσει
                μέσα μας η γαλήνη κι η ανάγκη της
                απλώσει κάμπο - σχηματίσει επάνω στα νερά
                         νέα γη

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Αιώνια Σόνιετσκα!


«Τριάντα καπίκια μου ‘δωσε από το άνοιγμα της πόρτας, με τα ίδια της τα χέρια, τα τελευταία της, μου ‘δωσε ό,τι είχε και δεν είχε, το είδα με τα μάτια μου… Δεν είπε τίποτα, μονάχα με κοίταξε σιωπηλή… Δε θλίβονται έτσι στη γης, όχι, μονάχα εκεί πάνω θλίβονται έτσι, στον ουρανό, για τους ανθρώπους, και κλαίνε, δεν τους κατηγορούν, δεν τους μαλώνουν! Και πονάν πιο πολύ, πονάν πιο πολύ σαν δεν τους μαλώνουν!
(…)
Σόνιετσκα, Σόνιετσκα, Σόνιετσκα Μαρμελάντοβα, αιώνια Σόνιετσκα, όσο υπάρχει τούτος ο κόσμος!»

Έγκλημα και Τιμωρία, Φ. Ντοστογιέβσκη
(Εκδόσεις Γκοβόστη, μετάφραση: Άρ. Αλεξάνδρου)

της Βάσως Κατράκη

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Στο καλό, Νίκη Μαραγκού της Κύπρου του κόσμου



Παρέα με τov γεωμέτρη και τov κηρoπλάστη
φύτεψα φέτoς τριαvταφυλλιές στov κήπo
αvτι vα γράφω πoιήματα
τηv εκατόφυλλη απo τo σπίτι με τo πέvθoς στov Αγιo Θωμά,
τηv εξηvτάφυλλη πoυ έφερε o Μίδας απo τηv Φρυγία,
τηv Μπαγκσιαvή πoυ ήρθε απo τηv Κίvα,
μoσχεύματα απo τη μovαδική μoυσσιέττα πoυ επέζησε
μεσ’τηv παλιά τηv πόλη,
αλλα πρoπαvτώς τηv Rosa Gallica πoυ έφεραv oι σταυρoφόρoι,
πoυ αλλιώς τηv λέμε και δαμασκηvή,
με τo εξαίσιo αρωμά της.
Παρέα με τov γεωμέτρη και τov κηρoπλάστη
αλλά και τov τετράvυχo, τov τίγρη, τov φυλλoδέτη,
τη μηλoλόvθη, τη χρυσόμυγα,
τo αλoγάκι της Παvαγίας πoυ τα τρώει oλα,
θα μoιραστoύμε φύλλα, πέταλα, oυραvό,
στov αφάvταστo αυτό κήπo
κι αυτoί κι εγώ περαστικoί.

(της Νίκης Μαραγκού, οι Τριανταφυλλιές, 3 Γεvvάρη 1993)

από την ιστοσελίδα της ίδιας, εδώ

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013


«Η πανούκλα» (απόσπασμα)

του Αλμπέρ Καμύ



του Νίκου Εγγονόπουλου

Από κάτι τέτοιες αδυναμίες, ο Ριέ μπορούσε να κρίνει πόσο ήταν κουρασμένος. Η ευαισθησία του τον εγκατέλειπε. Καταπνιγμένη τον περισσότερο καιρό, στεγνή και απαθής, ξεσπούσε κάπου κάπου και τον παρέδιδε σε συγκινήσεις που δεν μπορούσε πια να ελέγξει. Η μόνη του άμυνα τότε ήταν να δείχνει σκληρότητα και να σφίγγει ακόμα πιο πολύ τον κόμπο που είχε σχηματιστεί μέσα του. Ήξερε καλά ότι αυτός ήταν ο σωστός τρόπος για να συνεχίσει. Κατά τ' άλλα, δεν έτρεφε πολλές αυταπάτες, και η κούραση του αφαιρούσε κι αυτές που ακόμα διατηρούσε. Γιατί γνώριζε πως, για μια χρονική περίοδο με άδηλο τέλος, ο ρόλος του δεν ήταν πια να γιατρεύει. Ο ρόλος του ήταν να κάνει διαγνώσεις. Να ανακαλύπτει, να βλέπει, να περιγράφει, να καταγράφει κι έπειτα να καταδικάζει: αυτή ήταν η δουλειά του. Οι γυναίκες των αρρώστων του άρπαζαν το χέρι και ούρλιαζαν: «Γιατρέ, σώστε τον!» Μα δεν ήταν εκεί για να σώζει ζωές, ήταν εκεί για να επιβάλλει την απομόνωση. Τι νόημα είχε το μίσος που διάβαζε τότε στα πρόσωπα: «Δεν έχετε καρδιά», του είχαν πει μια μέρα. Κι όμως, είχε. Μόνο που του χρησίμευε για ν' αντέχει είκοσι ώρες τη μέρα να βλέπει ανθρώπους να πεθαίνουν ενώ ήταν πλασμένοι για να ζήσουν. Του χρησίμευε για να ξαναρχίζει κάθε μέρα. Τώρα πια είχε μόνο τόση καρδιά όση ήταν απαραίτητη γι αυτό. Πώς θα μπορούσε τούτη η καρδιά να επαρκεί για να δίνει ζωή;


Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Ανεξαγόραστα δάκρυα

Ένα μικρό πλάσμα,
που δεν ξέρει ακόμα ούτε καν να διανοηθεί τι του συμβαίνει,
χτυπιέται στο βρώμικο μέρος, στο σκοτάδι και στην παγωνιά,
χτυπάει με τη μικρούλα γροθιά του 
το πονεμένο απ’ το κλάμα στήθος του
και κλαίει με τα ματωμένα, άκακα και δειλά του δάκρυα,
παρακαλώντας το «Θεούλη» να το υπερασπιστεί.
Το καταλαβαίνεις άραγε αυτό, φίλε μου κι αδερφέ μου, δόκιμε του Θεού,
το καταλαβαίνεις για ποιο λόγο είναι απαραίτητα όλα αυτά;
Χωρίς αυτά, λένε, 
δε θα μπορούσε να ζήσει ο άνθρωπος σε τούτη τη γη,
γιατί δε θα γνώριζε το καλό και το κακό.
Μα γιατί να το γνωρίσει αυτό το διαολοκαλό και το διαολοκακό
αφού κοστίζει τόσο ακριβά;
Όλη η σοφία του κόσμου δεν αξίζει τα δάκρυα αυτής της μικρούλας που παρακαλεί το «Θεούλη».

Φιόντορ Ντοστογιέβσκη, «Αδελφοί Καραμάζοφ» (απόσπασμα)
μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου, Εκδόσεις Γκοβόστη.



Χιλιάδες παιδιά κάθε μέρα πεθαίνουν ή ζουν μες στην αθλιότητα εξαιτίας της ανθρώπινης ιδιοτέλειας, αναλγησίας ή παραφροσύνης. Κι ίσως ευκολότερα, εμείς της δύσης, ταυτιζόμαστε με τους γονείς που αφήνουν το πρωί τα παιδιά τους στο σχολείο και περιμένουν να τα πάρουν σπίτι το απόγευμα, σε σχέση με εκείνους που τα στέλνουν να μαζέψουν ξύλα και στο χώμα υπάρχουν νάρκες ή εκείνους που τα βλέπουν να σβήνουν άρρωστα ή νηστικά ή εκείνους που τα βάζουν σε μια βάρκα να σωθούν απ’ την ανέχεια ή τη σφαγή, μα η ουσία, είτε την παραδεχόμαστε είτε καμωνόμαστε πως την αγνοούμε, είναι πως στα παιδιά επιφυλάξαμε τη χειρότερη μοίρα και πως σ' αυτή συμπυκνώνεται η μεγαλύτερη διάψευση και του ανθρώπου και του θεού κι όλων των συστημάτων που εφηύραν. Και τούτο είναι το μόνο χριστουγεννιάτικο μήνυμα που έχω να προσφέρω, με όλη τη λύπη της ψυχής μου.

Κι επειδή τα δικά μου λόγια είναι πενιχρά, συνεχίζω όπως ξεκίνησα με Ντοστογιέβσκη:

Άκου: Αν πρέπει όλοι να υποφέρουν για να εξαγοράσουν με τα βάσανά τους την αιώνια αρμονία, τότε τι σχέση έχουν τα παιδιά, σε παρακαλώ; Είναι εντελώς ακατανόητο γιατί πρέπει να υποφέρουν και αυτά και γιατί να εξαγοράζουν με βάσανα την αρμονία; Γιατί τα πήρε κι αυτά το σχέδιο και θυσιάστηκαν για την μελλούμενη αρμονία, που θα τη χαρεί κάποιος άλλος; Το αλληλέγγυο στις αμαρτίες ανάμεσα στους ανθρώπους το καταλαβαίνω, καταλαβαίνω το αλληλέγγυο και στην ανταμοιβή, μα τα παιδάκια δεν έχουν καμιά σχέση με τις αμαρτίες κι αν είναι αλήθεια πως είναι κι αυτά συνυπεύθυνα με τους πατεράδες για τα κρίματα αυτών των τελευταίων, τότε φυσικά η αλήθεια αυτή δεν είναι του κόσμου τούτου και γω δεν μπορώ να την καταλάβω. Μπορεί να πει κάνας χωρατατζής πως το παιδί όπως και να ‘ναι θα μεγαλώσει και θα ‘χει όλο τον καιρό ν’ αμαρτήσει, μα να που δεν μεγάλωσε, το καταξεσκίσανε οχτώ χρονώ τα σκυλιά. Ω Αλιόσα, δε βλασφημώ τούτη τη στιγμή! Γιατί καταλαβαίνω τον κλονισμό του σύμπαντος όταν όλα, όσα βρίσκονται στον ουρανό και κάτω απ’ τη γη, συγχωνευτούν σ’ ένα τραγούδι δόξας κι όλες οι υπάρξεις κι όλα τα όντα που ζήσανε κάποτε θ’ αναφωνήσουν: «Δίκιο έχεις, Κύριε, απεκαλύφθησαν γαρ αι οι οδοί Σου»! Όταν πια η μητέρα θ’ αγκαλιάσει το βασανιστή που καταξέσκισε με τα σκυλιά το γιο της κι αναφωνήσουν κι οι τρεις: «Δίκιο έχεις Κύριε!» μα εγώ δεν θέλω να αναφωνήσω τότε. Όσο είναι καιρός ακόμα, θέλω να προφυλάξω τον εαυτό μου και γι αυτό αρνιέμαι εντελώς την υπέρτατη αρμονία. Δεν αξίζει αυτή ούτε τα δάκρυα εκείνου του μικρού βασανισμένου παιδιού που χτυπούσε το στήθος με τη μικρή γροθιά του και προσευχόταν στη βρωμερή τρύπα του κλαίγοντας με τ’ ανεξαγόραστα δάκρυά του στο «Θεούλη»! Δεν αξίζει, γιατί τα δάκρυά του δεν εξαγοράστηκαν. Πρέπει να εξαγοραστούν, αλλιώς δεν μπορεί να υπάρξει αρμονία. Μα με τι, με τι θα τα εξαγοράσεις; Είναι τάχα μπορετό κάτι τέτοιο; Μήπως τάχα με το ότι κάποιος θα εκδικηθεί γι’ αυτά; Μα τι να την κάνω την εκδίκησή τους, τι να το κάνω αν οι βασανιστές πάνε στην Κόλαση; Τι μπορεί να διορθώσει εδώ πέρα η Κόλαση, όταν το παιδί βασανίστηκε πια; Και τι αρμονία θα ‘ναι αυτή όταν θα υπάρχει και η Κόλαση; Θέλω να συγχωρέσω, θέλω μ’ όλους να συμφιλιωθώ, δε θέλω να υποφέρει κανείς πια. Κι αν τα βάσανα των παιδιών ήταν συμπλήρωμα όλων εκείνων των βασάνων που ήταν απαραίτητα για ν’ αγοραστεί η αλήθεια, τότε υποστηρίζω απ’ τα πριν πως όλη η αλήθεια δεν αξίζει ένα τέτοιο τίμημα. Δεν το θέλω επιτέλους η μητέρα ν’ αγκαλιάσει το βασανιστή που έβαλε τα σκυλιά να καταξεσκίσουν το παιδί της! Δεν πρέπει να τον συγχωρέσει! Αν θέλει, ας τον συγχωρέσει το βασανιστή για τον άμετρο μητρικό της πόνο. Μα το μαρτύριο του καταξεσκισμένου παιδιού δεν έχει το δικαίωμα να το συγχωρέσει, δεν επιτρέπεται να συγχωρέσει το βασανιστή, έστω κι αν το ίδιο το παιδί τον συγχωρούσε! Κι αν είναι έτσι, αν δεν έχουν το δικαίωμα να συγχωρέσουν, τότε που βρίσκεται η αρμονία; Υπάρχει τάχα στον κόσμο έστω κι ένα πλάσμα μονάχα που θα μπορούσε και θα ‘χε το δικαίωμα να συγχωρέσει; Δεν την θέλω την αρμονία, από αγάπη στην ανθρωπότητα δεν τη θέλω. Θέλω να μείνω καλύτερα με τα βάσανα τα ανεκδίκητα. Καλύτερα να μείνω με τα ανεκδίκητα βάσανά μου και με την άσβεστη αγανάχτησή μου, έστω κι αν έχω άδικο. Μα σαν πολύ την εχτιμήσανε την αρμονία, δεν είναι για την τσέπη μας, δεν μπορούμε να πληρώνουμε τόσα για το εισιτήριό της. Γι αυτό κιόλας βιάζομαι να επιστρέψω το δικό μου εισιτήριο. Κι αν είμαι τίμιος άνθρωπος, έχω υποχρέωση να το επιστρέψω όσο γίνεται πιο νωρίς. Αυτό κάνω ίσα ίσα. Δεν είναι που δεν παραδέχομαι το Θεό, Αλιόσα, μονάχα το εισιτήριό του επιστρέφω μ’ όλον τον απαιτούμενο σεβασμό.

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Αναχωρήσεις, της Άννας Αχμάτοβα


Η ποιήτρια ζωγραφισμένη από το Νάθαν Αλτμάν το 1915

Αν κι αυτή η γη δεν είναι δική μου

θα θυμηθώ την εσωτερική της θάλασσα

τα παγωμένα της νερά

την άμμο, τόσο άσπρη

σαν τα παλιά κόκαλα, τα πεύκα

περίεργα κόκκινα εκεί που ο ήλιος κατεβαίνει


Δεν μπορώ να πω αν είναι η αγάπη μας

ή η μέρα που τελειώνει.





Πηγή: vakhikon.gr




Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

«και δεν γαγέρνει φως μου…»



Λεπτομέρεια από εγκατάσταση του Γιάννη Κουνέλλη
στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης (2012)

Σε αντίθεση με την ποίηση, σύγχρονη ελληνική πεζογραφία διαβάζω ελάχιστα. Διάβασα, ωστόσο, τον τελευταίο καιρό δύο από τις συλλογές διηγημάτων «της κρίσης»: Το «Κάτι θα γίνει, θα δεις» του Χρήστου Οικονόμου και το «Καιρός σκεπτικός» της Ιωάννας Καρυστιάνη. Πιο σκοτεινά τα κείμενα του Οικονόμου, βαριές οι σιωπές των ηρώων του, βαθιές οι ανάσες τους, σαν ρουφηξιές τελευταίου τσιγάρου σε μια νύχτα αξημέρωτη. Πιο «βατοί» οι χαρακτήρες της Καρυστιάνη, ίσως και πιο αναγνωρίσιμοι, να καταπιάνονται με ανάγκες καθημερινές – μια ανθρώπινη επαφή, λίγη κουβέντα, συμφιλίωση, κάπου να δοθείς – μικροχαρές και μικροήττες, αμελητέες, από εκείνες, όμως, που δίνουν ένα κάποιο νόημα σε ζωές περαστικές κι αναλώσιμες.

Δεν είναι βιβλιοκριτική που αποσκοπώ να γράψω – δεν θα τα κατάφερνα, νομίζω, ακόμη κι αν το ήθελα. Θέλω μόνο να μοιραστώ αυτή την αίσθηση που μου τόνωσαν τα πιο πάνω διηγήματα, αυτή την έγνοια: μην (ξε)χάσουμε, μέσα στην κρίση, τον άνθρωπο. Μην απλώσουμε, δηλαδή, ένα σεντόνι γκρίζο κι αφήσουμε να ξέρουμε απ’ τους ανθρώπους μόνο απροσδιόριστες φιγούρες δίχως πρόσωπα, χωρίς αφή, χωρίς βλέμματα. Μην πιστέψουμε πως τώρα πιάσαμε το χτυποκάρδι τους, πως τώρα αισθανθήκαμε τη δυστυχία τους, πως τώρα είναι σε παρέλαση ομοιόμορφο το βάδισμα κι ο λογισμός τους. Μην καμωθούμε πως έχουν σβήσει τάχα ή πως καταλάβαμε τις αμυχές, τις πληγές, τις ελπίδες, τις αντοχές και τα όρια που συνθέτουν, μεταλλάσσουν κι ανατροφοδοτούν αυτό το ένα που είναι ο καθένας μας.

Δεν λέω πως η κρίση δεν είναι μια παράμετρος αντικειμενική με σημαντικό αντίκτυπο στις ζωές ολονών. Είναι. Και δυστυχώς μπορεί πολλές να τις καθορίσει.

Όμως, αν δεν πεθαίνει κάτι είναι η μοναξιά μας, έγραψε ο Καρούζος.

Και κάτω απ’ το γκρίζο πέπλο της κρίσης – της όποιας συλλογικής συμφοράς ή φρεναπάτης – αυτή η μοναχική πορεία καθενός, αυτή η μοναχική του πάλη με τους δαίμονες που διάλεξε ή που του έλαχαν, παραμένει. Κι ίσως έτσι εξηγείται γιατί μέσα του μπορεί να βαραίνει πιο πολύ ένα ταξίδι που ματαιώθηκε, δυο σκληρές κουβέντες, μια τσακισμένη σελίδα βιβλίου ή μια μαντινάδα που έστειλε ένας φίλος: «Φεύγει η ζωή και χάνεται και δεν γαγέρνει φως μου…» 

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

Πάνω κάτω η Πατησίων, Κατερίνα Γώγου (Οδός Πανός)


του Οδυσσέα Ιωάννου, αναδημοσίευση από protagon.gr



Στις ανθολογίες των ποιητών τις γενιάς του 70 δεν θα την συναντήσουμε- πλην λίγων εξαιρέσεων. Όταν γράφεις την Ιστορία επάνω σε νωπά και ζεστά σώματα, γίνεσαι άδικος, ιδιοτελής, φανατικός. (Και ας δεχτώ πως το ίδιο ισχύει και για όσους θέλουμε να την “διορθώσουμε”)
Για την επίσημη κριτική η Γώγου ήταν ένα ανυπότακτο αγοροκόριτσο που έγραφε θυμωμένα και η ακτίνα της ξεκινούσε από την οδό Τροίας και κατέληγε στην πλατεία Εξαρχείων. Η γραφή του φόβου, της ολικής άρνησης, της τελεσίδικης αποβολής από τους κυρίαρχους, αποδεκτούς κώδικες κοινωνικής συμπεριφοράς και ενσωμάτωσης, ήταν αρκετά για να την εξορίσουν με ευκολία στους “γραφικούς της πλατείας”. Κοντόφθαλμες  και με συγκεκριμένο ιδεολογικό πρόσημο αποτιμήσεις που γκρεμίζονται στην πρώτη σοβαρή ανάγνωση του ποιητικού της έργου. Δεν την διαβάζουν, την βλέπουν. Δεν την αφουγκράζονται, την ακούν να βρίζει. Αν μείνεις σε αυτό το προπέτασμα του ορυκτού θυμού και του κατάγματος που σου προκαλεί ο κάθε στίχος της  - τα οποία όμως έτσι κι αλλιώς είναι δομικά στοιχεία της ποιητικής της- δεν θα περάσεις ποτέ στον πίσω κήπο. Στην πεποίθησή της ότι θα μπορούσαμε να ήμαστε κι αλλιώς. Θα μπορούσαμε να γίνουμε και αλλιώς. Μπορεί να έδειχνε πως δεν είχε αφήσει κανένα πέρασμα ανοιχτό για τον εαυτό της – και όπως αποδείχτηκε δεν είχε- αλλά μάλλον χτίστηκε στα τσιμέντα γιατί κάπως έπρεπε να στεριώσει η γέφυρα. Το πλακόστρωμα της βόλτας για εμάς, τους θυμωμένους του μέσου όρου, που θέλουμε να την αγαπάμε αλλά θέλουμε και να ζήσουμε. Για τους λόγους μας.  Όχι θυσία, μονόδρομος. Τόσο είχε. Και το διένυσε όλο.
Ένα –για πάντα- κορίτσι που φαντάζομαι πως όταν σε έβριζε κρυβόσουν και όταν σε χάιδευε έλιωνες.
Υ.Γ. Για να πω κι εγώ την ελαχιστότατη εμπειρία μου, για την τιμή εκείνου του ματαιόδοξου  “ήμουν κι εγώ εκεί”, το 1986 η Κατερίνα έμενε στην Γ’ Σεπτεμβρίου, λίγα μέτρα πριν την Αγίου Μελετίου. Εγώ- γέννημα θρέμμα της περιοχής ανάμεσα σε Πατησίων και Αχαρνών- ξεκινούσα τότε να γράφω στο περιοδικό “Μουσική” που ήταν στον από κάτω όροφο από το διαμέρισμά της. Κατέβαινε συχνά, ήταν φίλη με τον Γιώργο Κυριαζίδη, εκδότη του περιοδικού. Κάποιο πρωί, μπήκε, με είδε να κάθομαι σε ένα γραφείο και να γράφω. Ήμουν 19 χρονών. “Μπα, φέρατε και ωραίους γκόμενους εδώ μέσα;” είπε. Της είπα πως αν με βρίσκει ωραίο γκόμενο θα την παρακαλούσα να ζευγαρώνει συστηματικά για να μην εξαφανιστεί αυτό το εξαιρετικά σπάνιο είδος γυναίκας που με θεωρεί ωραίο…Την είδα άλλες δυο τρεις φορές.

Κατερίνα Γώγου, Πάνω κάτω η Πατησίων- Οι όψεις της μοναξιάς στην Κατερίνα Γώγου.

Η εξαιρετική έκδοση 96 σελίδων με φωτογραφίες και κείμενα γραμμένα για την Γώγου και 20 ιδιαίτερες μελοποιήσεις ποιημάτων της κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Οδός Πανός.
Υπεύθυνοι της έκδοσης ο Γιώργος Κορδέλλας και ο Άγγελος Σφακιανάκης.
Τις μελοποιήσεις έκαναν οι:
Πάνος Κατσιμίχας, Νίκος Καλλίτσης, Μάκης Σεβίλογλου, Άρης Ζαρακάς, Νίκος Μαϊντάς, Βάσω Αλλαγιάννη, Τάσος Ρωσόπουλος, Κώστας Χαριτάτος, Βαγγέλης Μαρκαντώνης, Λόλεκ, Κωνσταντίνος Βήτα, Παντελής Θεοχαρίδης, Ηλίας Λιούγκος, Εύα Λουκάτου, Μάριος Στρόφαλης, Δημήτρης Βαρελόπουλος, Κώστας Αθυρίδης, Τάκης Γραμμένος, Γιώργος Μάρτος, Βαγγέλης Κοντόπουλος
Ερμηνεύουν οι:
Πάνος Κατσιμίχας, Σωκράτης Μάλαμας, Μάρθα Φριντζήλα, Όλια Λαζαρίδου, Μάκης Σεβίλογλου, Άρης Ζαρακάς, Magic de spell, Σαβίνα Γιαννάτου, Κώστας Χαριτάτος, Βασιλική Καρακώστα, Βαγγέλης Μαρκαντώνης, Λόλεκ, Κωνσταντίνος Βήτα, Παντελής Θεοχαρίδης, Ηλίας Λιούγκος, Εύα Λουκάτου, Ρίτα Αντωνοπούλου, Ματ σε δύο υφέσεις, Σπυριδούλα Μπάκα, Γεωργία Βεληβασάκη, Gaia, Τάκης Γραμμένος, Γιώργος Μάρτος, Βαγγέλης Κοντόπουλος.
Κείμενα έχουν γράψει οι:
Γιώργος Κορδέλλας, Όλια Λαζαρίδου, Γιώργος Δάγλας, Θωμαή Ουζούνη, Γιώργος Μπαλούρδος, Αντώνης Καφετζόπουλος, Λίνα Καρανασοπούλου, Παναγιώτης (Κάιν) Παπαδόπουλος, Άγγελος Σφακιανάκης.

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

33


του Μιχάλη Γκανά,
από τη συλλογή  « Ο ύπνος του καπνιστή»

Οδυσσέα Ελύτη, "Σχολή πιάνου"

Η διάρκεια είναι πάθος.

Ιδιαίτερα στην αγάπη.
Σου το λέω εγώ που αγαπώ
Τόσους ανθρώπους επί τόσα χρόνια
Χωρίς να το ξέρουν.
Μεταξύ μας για μένα τους αγαπώ.
Μου κάνει καλό.
Oπως η αγάπη μου για σένα φερ' ειπείν.
Με κάνει καλύτερο.
Καλύτερο και από σένα ενίοτε.
Ελα, σε πειράζω.

Δωσ' μου το χέρι σου να το κοιμίσω.
Είναι παλτό ξεκούμπωτο η νύχτα
Προβιά σφαγμένου ζώου που ανασαίνει ακόμα.
Κοιμήσου˙ η καρδιά μου ξαγρυπνά.
Σαν τη δική σου μυρωδιά κλαράκι δεν την έχει.

Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρους

(απόσπασμα)
του Κάρλος Φουέντες



Diego Rivera, Dream of Sunday Afternoon in Alameda Park (detail of mural), 1948


Θα δεχτούν τη διαθήκη σου: την αξιοπρέπεια που κατέκτησες γι αυτούς, την αξιοπρέπεια: Θα ευχαριστήσουν τον φτωχό Αρτέμιο Κρους γιατί τους έκανε αξιοσέβαστα πρόσωπα, θα τον ευχαριστήσουν γιατί δεν συμβιβάστηκε με τη ζωή σε μια καλύβα νέγρων, θα τον ευχαριστήσουν γιατί έφυγε για να παίξει τη ζωή του κορόνα-γράμματα: θα σε δικαιολογήσουν γιατί εκείνοι δεν θα έχουν πια τη δική σου δικαιολογία: αυτοί δεν θα μπορούν πια να επικαλούνται τις μάχες και τους αρχηγούς, όπως εσύ, και να καλύπτονται πίσω απ’ αυτούς για να δικαιολογήσουν την αρπαγή στο όνομα της επανάστασης και την προσωπική ευημερία στο όνομα της ευημερίας της επανάστασης: θα σκεφτείς και θα εκπλαγείς: ποια δικαιολογία θα βρουν εκείνοι; ποιο φράγμα θα αντιτάξουν; δεν θα το σκεφτούν, θα απολαύσουν αυτό που τους αφήνεις όσο μπορούν, θα ζήσουν ευτυχισμένοι, θα εμφανίζονται συντετριμμένοι και ευγνώμονες – δημοσίως, δεν θα ζητήσεις περισσότερα – ενώ εσύ θα περιμένεις μ’ ένα μέτρο χώμα πάνω από το σώμα σου, θα περιμένεις, έως ότου αισθανθείς πάλι τον πάταγο των ποδιών πάνω από το νεκρό σου πρόσωπο και τότε θα πεις

-Γύρισαν. Δεν πίστεψαν στην ήττα τους

και θα χαμογελάσεις: θα γελάσεις μαζί τους, θα γελάσεις με τον εαυτό σου: είναι το προνόμιό σου: η νοσταλγία θα σε βάλει σε πειρασμό: θα ‘ναι ένας τρόπος να ωραιοποιήσεις το παρελθόν: δεν θα το κάνεις:   

θα κληροδοτήσεις τους ανώφελους θανάτους, τα νεκρά ονόματα, τα ονόματα όσων έπεσαν νεκροί για να ζήσει το δικό σου όνομα, τα ονόματα των ανθρώπων που στερήθηκαν για ν’ αποκτήσει το δικό σου όνομα, τα ονόματα των ανθρώπων που ξεχάστηκαν για να μην ξεχαστεί ποτέ το δικό σου όνομα:

θα κληροδοτήσεις αυτή τη χώρα, θα κληροδοτήσεις την εφημερίδα σου, τα καρφιά και την κολακεία, τη συνείδηση που αποκοιμίζεται από τα ψεύτικα λόγια των μετριοτήτων, θα κληροδοτήσεις τις υποθήκες, θα κληροδοτήσεις μια ανύπαρκτη τάξη, μια δύναμη χωρίς μεγαλείο, μια καθαγιασμένη ηλιθιότητα, μια πυγμαία φιλοδοξία, ένα γελοίο συμβιβασμό, μια σαπισμένη ρητορεία, μια θεσμοθετημένη δειλία, έναν χυδαίο εγωισμό,

θα τους κληροδοτήσεις τους κλέφτες ηγέτες τους, τα υποταγμένα συνδικάτα τους, τα καινούρια τους τσιφλίκια, τις αμερικανικές τους επενδύσεις, τους φυλακισμένους εργάτες του, τα μονοπώλια και τον μεγάλο Τύπο τους, τους μεροκαματιάρηδες τους, τους μπράβους τους και τους μυστικούς τους πράκτορες, τις καταθέσεις του στο εξωτερικό, τους γλοιώδεις τοκογλύφους τους, τους δουλοπρεπείς βουλευτές τους, τους κόλακες υπουργούς τους, τα αριστοκρατικά τους προάστια, τις επετείους και τα μνημόσυνά τους, τις ψείρες και τις σκουληκιασμένες τορτίγιες, τους αναλφάβητους Ινδιάνους τους, τους ανέργους, τα αποψιλωμένα βουνά τους, τους χοντρούς άντρες τους που είναι οπλισμένοι που έχουν προστασία και μετοχές, τους αδύνατους άντρες που έχουν μόνο νύχια: ας πάρουν το Μεξικό τους, ας πάρουν την κληρονομιά σου.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

The Fantastic Flying Books of Mr. Morris Lessmore




Μια ταινία κινουμένων σχεδίων, που διεκδικεί το φετινό Όσκαρ καλύτερης ταινίας κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους, 
για τη δύναμη που έχουν και που δίνουν τα βιβλία...

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Το τέλος;

«Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ’ έναν μικρόψυχο καιρό;» (Φρήντριχ Χαίλντερλιν)

Από τη Γέννηση της Αφροδίτης του Botticelli (1485-86)

Κείμενα για το επικείμενο τέλος του βιβλίου στη νέα ψηφιακή εποχή έχουν γραφτεί κι έχω διαβάσει πολλά. Μου προκαλούν πάντα την ίδια μελαγχολία, μιαν ήδη νοσταλγία για όσα πρόκειται να χαθούν –τις σιωπηλές περιπλανήσεις στους διαδρόμους των βιβλιοπωλείων, το διάβασμα μερικών τυχαίων αράδων απ’ το τέλος, το πρώτο άνοιγμα και τη μυρωδιά των ατσαλάκωτων σελίδων, τις στοίβες στο κομοδίνο και το ταίριασμα καθενός στη βιβλιοθήκη, την ανταλλαγή με φίλους και το χάρισμα στους αγαπημένους, τις σημειώσεις στο περιθώριο, το ξάφνιασμα από μια ετεροχρονισμένη αποκάλυψη, αναμνήσεις από ταξίδια κι εποχές κι άλλα τόσα…

Το τελευταίο, όμως, κείμενο, του βιβλιοκριτικού της Guardian, Ewan Morrison, που εκφωνήθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Βιβλίου του Εδιμβούργου δεν μου ξύπνησε απλώς μελαγχολία, αλλά τρόμο. Κι αυτό γιατί δε μίλησε μόνο για το τέλος του βιβλίου με την παραδοσιακή του μορφή, αλλά και για το τέλος του επαγγέλματος του συγγραφέα. Αρκεί μόνο να αναλογιστεί κανείς πόσοι από τους κορυφαίους της παγκόσμιας λογοτεχνίας επαγγέλλονταν συγγραφείς: ο Ντοστογέβσκη, ο Ντίκενς, ο Σαίξπηρ, και από τους σύγχρονούς μας, ο Κούντερα, ο Ροθ και πολλοί άλλοι… «Είναι σαν να ρωτάμε αν ο Μιχαήλ Άγγελος θα είχε ζωγραφίσει την Καπέλα Σιστίνα χωρίς την οικονομική στήριξη του Πάπα Ιουλίου ΙΙ», υποδεικνύει ο Morrison. Και ξετυλίγοντας μια σειρά παραδειγμάτων, καταλήγει στο πώς η ψηφιοποίηση των βιβλίων θα οδηγήσει σε μαζικού τύπου παραγωγή, όπου το «περιεχόμενο», κι αυτό που ονομάζουμε σήμερα «πολιτισμός», θα είναι άνευ σημασίας, αφού το αληθινό προϊόν για τις μεγάλες εταιρίες – διαδικτυακούς παροχείς δεν θα είναι το βιβλίο, αλλά η διαφήμιση μέσω του βιβλίου, και κατ’ επέκταση, οι ίδιοι οι καταναλωτές, ιδανικά, δε, όταν παράγουν μόνοι τους πολιτισμό δωρεάν.

Για να γίνει κατανοητό το κείμενο και τα επιχειρήματα του συγγραφέα στην ολότητά τους, καλό είναι να διαβαστεί αυτούσιο.

Αυτό που, εν πάση περιπτώσει, θα ‘θελα να πω είναι πως δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ‘ταν η ζωή μου αν δεν είχα διαβάσει Ντοστογέβσκη ή Κούντερα. "Μια φυσιολογική ζωή θα ήταν", θα μπορούσε να μου πει κάποιος. Ναι, δεν λέω… Κι η άνοιξη θα συνεχίσει να έρχεται μια φορά το χρόνο, έστω κι αν «ξεμείναμε από χελιδόνια», όπως έγραφε τις προάλλες σ' ένα άρθρο του «Πολίτη». Μόνο που τι σόι άνοιξη θα ‘ναι αυτή, χωρίς τις τρελές, τις χαμηλές πτήσεις των χελιδονιών, χωρίς την ομορφιά; Τι σόι ζωή, χωρίς την τέχνη, χωρίς τα ερωτήματα που γεννά, τις απαντήσεις που χαρίζει, τις αλήθειες που χαράζει; Πόσο πιο επιβίωση να γίνει πια η ζωή;

Ξέρω, σε τέτοιους καιρούς σακάτικους που ζούμε, η τέχνη κι η ομορφιά θεωρούνται είδη πολυτελείας για ρομαντικούς, ονειροπόλους ή πρίγκιπες. Ίσως, όμως, να ‘ναι κι απ' τις μόνες αξίες  που μπορούν να κάνουν τούτους τους καιρούς λίγο λιγότερο δυσβάστακτους για όλους κι όλους μας λίγο λιγότερο μικρόψυχους. Γι αυτό ας μην τις δώσουμε τόσο εύκολα – αντισταθείτε, που θα 'λεγε κι ο ποιητής (στο μέσα κυρίως εαυτό που απελπίζεται κι εγκαταλείπει).


Υ.Γ. Μια απόπειρα απάντησης στο κείμενο της προηγούμενης ανάρτησής μου και στην απαισιοδοξία που μας πλάκωσε! 

Κι οι στίχοι του Χαίλντερλιν συμπληρωμένοι έχουν ως εξής:

"Στο μεταξύ πολλές φορές μου φαίνεται
πως είναι πιο καλά να κοιμηθείς
παρά να βρίσκεσαι έτσι χωρίς σύντροφο
και να επιμένεις τόσο.
Και τι να κάνεις μέσα στην αναμονή,
και τι να πεις;

Δεν ξέρω. Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ' έναν μικρόψυχο καιρό;

Οι Ποιητές [ωστόσο] σαν τους ιερείς του Βάκχου τους
σεβασμίους
χρεωστούν να φανερώνονται από Χώρα εις Χώραν,
εν μέσω των ιερών νυχτών."

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Μικρό αφιέρωμα για τα δεκαπέντε χρόνια από τον Αύγουστο του δύσκολου θανάτου του...

  
ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
 
Αν φύγεις εκεί που η θάλασσα σμίγει με μουσικές και με φώτα
να θυμάσαι κάνει κρύο σ’ αυτόν τον παράξενο κόσμο
δεν έχω τίποτε άλλο, μόνο δάκρυα
που παίζουν με το μουσκεμένο φως του δρόμου


Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕ ΜΑΣ ΑΛΛΑΖΕΙ

Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή
το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής
η καταχνιά της πόλης σαν βραδιάζει

Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε
δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη

Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση
κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη


ΜΙΑ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΑΔΕΙΑ

Μια πολυκατοικία άδεια κι ασυνάρτητη
επιστρατεύει το λυγμό μου κάθε βράδυ

Βραδυπορεί με το στρατιώτη που ξεπάγιασε
τον άρρωστο πλασιέ που επιστρέφει σπίτι

Ανέραστη σαν τους μικρούς βοσκούς
τα ροζιασμένα όνερα των ορεινών χωριών
με περιμένει


ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Συναντηθήκαμε αργά το απόγευμα κάπου προς τον παλιό σταθμό. Φυσούσε από το πρωί κι η θάλασσα ήταν έρημη στα καφενεία και στα τραμ της αφετηρίας

Κοιτούσα τα χέρια του που έσφιγγαν ήρεμα, με κρυφή συγκατάθεση, τα δικά μου. Μες στο σακίδιο ήταν όλος ο κόσμος του – πουλόβερ, βιβλία, γράμματα… Επρεπε να ‘ρχονταν τα πράγματα αλλιώς, μα το θελήσαμε τάχα

Αχρωμο φως, μια Κυριακή φθινοπωριάτικη, καμιά ελπίδα. Μικρά ταξίδια στις ακτές, όλα χαλάσανε. Θεέ μου, τόση ερημια

Έβρεχε στην επιστροφή και ο αυτοκινητόδρομος γέμισε φωτεινά σήματα, πικρά ολομόναχα φώτα


ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟ ΣΥΝΤΡΙΒΑΝΙ

Μια νύχτα θα ταξιδέψω για πάντα. Θ’ αγκαλιάσω με τα χέρια την πόλη και θα πνιγώ στη δίνη των χρωματιστών νερών

Θα ‘ναι μια νάρκωση ή ο θάνατος, δεν ξέρω να πω. Μέσα στα δάκρυα δε θα καταλαβαίνω πια γιατί το θέλησα ή πού αστόχησα. Οι αποσκευές μου θα παρασύρουν το σώμα μου μέχρι τη θάλασσα, ως τους υφάλους έξω απ’ τον παλιό σταθμό. Άμμος και ξερολίθια

Σφυρίγματα των τρένων κι ο κάμπος ολόγυρα και δε θα μπορέσω να καταλάβω γιατί ήσουν και καταδότης και συνεργός

Μες στη νεροσυρμή δε θα σε ξαναδώ ποτέ. Μια νύχτα θ’ αγαπηθούμε για πάντα. Καθώς θάλασσα και ουρανός

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

Για τον κύριο Νίκο Γκάτσο

O Μάνος Χατζιδάκις δήλωσε πως στον Γκάτσο «οφείλει το λόγο υπάρξεως του τραγουδιού του εκτός από τον λόγο του μέσα στο τραγούδι του».  'Οπως έχει πει, «το τραγούδι βασίζεται στη λέξη όχι τη φθαρμένη, αλλά την ανανεωμένη με την αρχική της δύναμη» και πως «ακόμα και η συλλαβή στο στίχο του Γκάτσου έχει την παντοδυναμία της αρχικής της καταβολής». Έγραψε επίσης: «Έχω δει το Νίκο Γκάτσο να εξαναγκάζει σε αναβολή πρεμιέρες και να ξημερώνεται για μία λέξη. Όχι καν λέξη σε ποιητικό κείμενο. Σε απλό θεατρικό διάλογο προορισμένον να διαρκέσει μερικά δευτερόλεπτα. Τι μπορεί να σημαίνει μια τέτοιου είδους επιμονή; Ευσυνειδησία; σχολαστικότητα; αίσθηση ευθύνης; μανία της τελειότητας; Ερευνήσατε στα εδάφη του Διονύσιου Σολωμού για να βρείτε το μυστικό…» Του Σολωμού που δοκίμαζε «δεκαεννέα φορές τον ίδιο στίχο», για να θυμηθούμε και τον Ελύτη, που βάδιζε με τον Γκάτσο παράλληλα σε όλη τους τη ζωή.

Γιατί θέλησα να γράψω για τον Γκάτσο; Όχι γιατί συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη γέννησή του. Μα γιατί κάθε που ακούω στίχους του – κι άμα αγαπάς το ελληνικό τραγούδι ακούς πολύ συχνά – αισθάνομαι δέος. Όχι σαν εκείνο που σου εκβιάζουν οι περίτεχνοι ναοί των κρύων και απόμακρων θεών. Μα σαν αυτό που σου γεννούν οι εκκλησιές που έχουν το ύψος του ανθρώπου και γνωρίζουν απ’ τα πάθη του. Και που τις έχτισαν χέρια που, ευλαβικά ψηλαφώντας τη σοφία και την ιστορία πέτρα με πέτρα, εποίησαν άθελά τους ομορφιά. Όπως κι εκείνος. Που με λέξεις απλές – όχι φτηνές – έφτιαξε ποίηση. Με λέξεις συστατικές, σαν τα πρωταρχικά υλικά που δημιούργησαν τον κόσμο: τον ουρανό, το φεγγάρι, το νερό, τ’ αεράκι, τον γιαλό, ένα άστρο, ένα δάκρυ, ένα παιδί, το παράπονο, το φονικό, τη λύπη, την αγάπη, την βροχή, την Παναγιά. Λέξεις που τις έβαζε, θαρρείς, στη σωστή κάθε φορά σειρά, όπως τους όριζε η γλώσσα που τις γέννησε κι η μέσα μουσική τους. Και τις έκανε να λένε ιστορίες, όχι αληθοφανείς μα αληθινές σαν κι αυτές που πλάθουν και πιστεύουν τα παιδιά. Μελωδικές ιστορίες, όμοια μ’ εκείνες του Λόρκα της Ανδαλουσίας που αγαπούσε, που μπορούσαν απ’ άκρη σ’ άκρη να τραγουδηθούν, τόσο εύκολα. Όχι με ευκολία. Αλλά με οικειότητα, σαν να ‘τανε γνωστές απ’ την αρχή των εποχών. Κι έτσι να συνεχίσουν να ταξιδεύουν και να μας βρίσκουν και να μένουν, σαν να τους ήτανε γραφτό. Για να αγαπηθούν.

Κατά τα λοιπά, ο Γκάτσος έγραψε μόνο ένα ποίημα, δεν μίλησε ποτέ στην τηλεόραση, δεν ψήφιζε, δεν ταξίδευε, δεν θέλησε να πάει ποτέ του στην Αμοργό. Κι αν τον ρωτούσες τι σήμαινε γι αυτόν πατρίδα θα σου απαντούσε: Η γλώσσα. Και ναι συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη γέννησή του. Και θα ‘χαμε να μάθουμε. Κι ίσως αυτό το ένα: «Μη γίνεσαι ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΝ». Άνκαι εκείνος, που όσοι τον γνώρισαν τον είπαν «δάσκαλο», ο ποιητής κύριος Νίκος Γκάτσος της Ελλάδας, έγινε.

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

Ο τρόπος με τον οποίο βιώνεις...

Διαβάζοντας τον «Τροπικό του Καρκίνου» του Χένρι Μίλερ στάθηκα στo παρακάτω απόσπασμα: «Δεν μπορούσα να μην κάνω τη σκέψη ότι όταν βαδίζαμε πλάι πλάι σ’ αυτούς τους πένθιμους αλαμπείς δρόμους που είναι τώρα ποτισμένοι από το όνειρο και τη λαχτάρα μου, εκείνη δεν είχε προσέξει τίποτε, δεν είχε νιώσει τίποτε – γι αυτήν ήταν ίδιοι με κάθε άλλο δρόμο, λίγο πιο λεροί και χαμερπείς ίσως, κι αυτό είναι όλο. Δεν θυμόταν ότι σε μια συγκεκριμένη γωνιά είχα κοντοσταθεί για να σηκώσω τη φουρκέτα της, ή ότι, σαν έσκυψα για να της δέσω τα κορδόνια, παρατήρησα τόσο έντονα το σημείο που είχε ακουμπήσει το πόδι της και ότι θα παρέμενε εκεί για πάντα, ακόμη και αφότου όλος ο λατινικός πολιτισμός θα είχε αφανιστεί δίχως να αφήσει το παραμικρό ίχνος πίσω του.»

Το βιβλίο δεν ασχολείται σχεδόν καθόλου με τον έρωτα του ήρωά του. Όμως τούτες οι αράδες αρκούν για να νοηματοδοτήσουν τη διαδρομή του ήρωα και να ξεδιπλώσουν το εύρος, την ένταση και την απόγνωση του έρωτά του. Αρκούν τούτες οι λιγοστές γραμμές, τούτες οι μερικές λέξεις, τούτες οι αχνές λεπτομέρειες... Καμιά ανάγκη για αναλυτικές αναφορές, για βαρύγδουπες φράσεις, για υπερβολές... Ο πλούτος της περιγραφής, μα και του συναισθήματος, βρίσκεται στην ίδια την αφαιρετικότητά τους που πηγάζει από την όξυνση των αισθήσεων, το διαυγή εντοπισμό του σημαντικού και την ανάδειξη σε καίριο του ελάχιστου, του ανεπαίσθητου, του αμυδρού – αυτού πάνω στο οποίο θεμελιώνεται η κάθε χωριστή αλήθεια, η κάθε μοναδικότητα...

Mark Rothko, Untitled, 1953 
Ο φετινός Νομπελίστας της Λογοτεχνίας, Μάριο Βάργκας Λιόσα, λέει κάπου πως, «ο τρόπος με τον οποίο βιώνεις τον έρωτα γίνεται πολύ πιο πλούσιος όταν έχεις το μικρόβιο της καλής λογοτεχνίας, διότι ένα καλό μυθιστόρημα αφυπνίζει τις ευαισθησίες σου.»

«Κι ο τρόπος με τον οποίο βιώνεις τη ζωή», θα προσέθετα... Γιατί πέρα από το προφανές, το αυτονόητο και το επαρκές, υπάρχει το πλήρες. Που δεν έχει να κάνει με το πολύ ή το περιττό, αλλά με το ουσιώδες. Και που μόνο με ακονισμένη σκέψη, άγρυπνη ψυχή και τόλμη μπορεί να ανιχνευθεί και να αποκαλυφθεί, αφού βρίσκεται κάτω και πίσω και πέρα από σκηνικά, προσωπεία και βεβαιότητες. Κι αυτή η διαδικασία δεν είναι τίποτε άλλο από την ίδια την τέχνη της ζωής – αυτή την αδιάκοπη αγωνία του ανθρώπου να καταλάβει τη ζωή του, να τη φωτίσει, να την κάνει προσιτή, να την κάνει δική του...

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

«Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ»


Τον Καρυωτάκη τον διάβασα πρώτη φορά πρωτοετής φοιτήτρια. Δεν μπόρεσα να τον καταλάβω. Με απώθησε ο θλιμμένος και συνάμα σαρκαστικός μηδενισμός του σε μια περίοδο που ζητούσα να πιστέψω σε ιδεώδη και σε ήρωες. Με την Πολυδούρη ασχολήθηκα μόλις πέρυσι, στο τέλος του καλοκαιριού, θέλοντας κυρίως να ανιχνεύσω στους στίχους της τα σημάδια που της άφησε ο έρωτάς της για τον ποιητή. Με απογοήτευσαν ο υπέρμετρος λυρισμός της κι η επίμονη εξύμνηση της ματαίωσης. Ό,τι κράτησα απ’ τους δύο ήταν σκόρπια κομμάτια τους από μελοποιήσεις και μια μεγάλη περιέργεια για όσα δεν ξεδιάλυνα απ’ τον καθένα χωριστά κι απ’ το «μαζί» τους.

Η προβολή από τη ΝΕΤ της σειράς «Καρυωτάκης» με βρήκε στο εξωτερικό. Με τις φετινές καλοκαιρινές επαναλήψεις του ΡΙΚ μπόρεσα τελικά την δω κι ήταν αυτό η αφορμή για να αναζητήσω ξανά τους δύο ποιητές. Η σειρά καταφέρνει να απεικονίσει το περίγραμμα των δύο μορφών και της ιστορικής πραγματικότητας που τις περιέβαλλε. Στο βάθος, όμως, της ψυχής τους δεν μπαίνει. Ίσως να μην το επιδιώκει καν, αφού θα ήταν εκ των προτέρων μάταιο: Πώς να διεισδύσει κανείς σ' αυτούς τους τόσο έντονους και συνάμα εύθραυστους και διχασμένους χαρακτήρες που ούτε κι οι πιο κοντινοί τους δεν κατάλαβαν και για τους οποίους τα περισσότερα απ’ όσα έχουν γραφτεί τους προσεγγίζουν μονοδιάστατα, αποσπασματικά και από συγκρουόμενες σκοπιές;

Κι όμως είναι ανάγκη να τους ψάξει κανείς ολοκληρωτικά αν θέλει να τους αισθανθεί. Γιατί όπως σημειώνει ο Τέλλος Άγρας: «Για έναν αληθινό ποιητή, το έργο του, σαρξ εκ της σαρκός του και οστούν εκ των οστών του, δεν είναι άλλο, παρά τυχαία – και μοιραία – έκφραση της ζωής του». Έτσι, όταν γράφει για τον Καρυωτάκη: «Αυτός ερχόταν, μόνος του, απ’ αλλού. Ερχόταν αργά, από δρόμο δικό του», πρέπει κανείς να αποκωδικοποιήσει αυτή τη διαδρομή για να κατανοήσει την εξέλιξη της ζωής και της ποίησής του: Πώς καταγόμενος από μια συντηρητική και αυστηρή οικογένεια, μέρος του δημοσιοϋπαλληλικού συναφιού, ντυμένος πάντα κομψά και με βλέμμα και βάδισμα δίχως αυτοπεποίθηση, έρχεται λιτά και σκωπτικά να αμφισβητήσει και να αποδομήσει προκατασκευασμένες αξίες, όπως τον ηρωισμό, τη γραφειοκρατία, τη μικροκοινωνία, το Θεό, τον άνθρωπο και τον έρωτα και να εκφράσει την ασφυξία της αδιέξοδης εποχής του σε ένα ολοένα εντονότερο διάλογο με το θάνατο.

Και πώς αυτή του η πορεία διασταυρώνεται με αυτήν της Πολυδούρη, φύσει και θέσει διαφορετικής απ’ όσα μοιάζει να είναι ο ίδιος: Μιας γυναίκας σίφουνα, όπως θα γράψει η Λιλή Ζωγράφου, παρορμητικής, τολμηρής, αντισυμβατικής και προκλητικής που δεν την τρομάζει τίποτε και που δραπετεύει από παντού. Που, όμως, τα ποιήματά της πιο πολύ ξεχειλίζουν από ένα άκρατο συναισθηματισμό και μια αιωρούμενη πικρία, παρά φανερώνουν το δυναμικό και ελεύθερο χαρακτήρα της. Και που στο τέλος, κάτω από το βάρος του χαμένου της έρωτα, αφήνεται να πεθάνει.

«Εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για Kείνον», θα γράψει. Κι εκείνος: «Έφυγε; Δε θα ρθει πια; Τελευταία»; «Μια αιώνια παρεξήγηση. Να τι θα μείνει πάντα ανάμεσά τους», θα υποστηρίξει η Ζωγράφου. Μα ίσως και να μην έχει σημασία. Άλλωστε μια παρεξήγηση ό,τι κι εμείς έχουμε κρατήσει απ’ τον καθένα τους: ο μελαγχολικός ποιητής κι η ευαίσθητη ποιήτρια. Όσοι τουλάχιστον δεν είδαμε και δεν νιώσαμε πόσα πιο πολλά υπήρξαν: Τόσο ξένοι και τόσο νέοι στην εποχή τους. Και γι αυτό τόσο σημαντικοί στη δική μας.

(Ο τίτλος είναι στίχος από ποίημα του Καρυωτάκη.
Η φωτογραφία του Καρυωτάκη – Παρίσι, 1928 – έχει παρθεί από εδώ)

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

Ο ψυχογράφος Ντοστογιέβσκη


Οι περιγραφές των χαρακτήρων του Ντοστογιέβσκη μοιάζουν με ρεαλιστικό έργο τέχνης. Όλα είναι εκεί: Κάθε υποδόρια σκέψη, κάθε κρυφή επιθυμία, κάθε υπόκωφο κίνητρο, κάθε διάφανος πόθος, κάθε αμυχή, όλα τα σιωπηρά πάθη. Μόνο που αν ο ρεαλισμός αναπαριστά την πραγματικότητα χωρίς να επιχειρεί να την αξιολογήσει ή να εντοπίσει τα γενεσιουργά αίτιά της, ο Ντοστογιέβσκη κάνει ακριβώς το αντίθετο: Ξεγυμνώνει την ανθρώπινη ψυχή, ξεκλειδώνοντας και φανερώνοντας όλες τις αντιφάσεις, τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις της. Κι είναι σαν να σου αποκαλύπτονται την ίδια στιγμή το φως και το σκοτάδι, τα προφανή και τα αόρατα, η νοσηρότητα και το μεγαλείο. Και τρομάζεις. Συγκλονίζεσαι. Έχεις δεθεί παντοτινά με τους ήρωες και τις υπόγειες διαδρομές της ψυχής τους. Που δεν είναι αληθοφανείς, αλλά είναι αληθινές.

Κι απορώ: Είναι οι άνθρωποι που συναντώ και συναναστρέφομαι στην καθημερινότητά μου τόσο σύνθετοι, τόσο πολύπλοκοι, τόσο στην πραγματικότητα απόμακροι και δυσπρόσιτοι, που μόνο με διεισδυτική και κοπιαστική παρατηρικότητα μπορείς να τους καταλάβεις; Ή οι ψυχοσυνθέσεις τους είναι πια μονότονες; Ή μονοδιάστατες είναι μόνο οι ερμηνείες που τους δίνουμε; Ή μήπως η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση; 'Εχει υποκύψει, δηλαδή, τόσο η ανθρώπινη ψυχή, όσο και το ενδιαφέρον μας γι αυτήν, στην επιδερμικότητα, τη βιασύνη και την ευκολία που χαρακτηρίζει τα περισσότερα γύρω μας;

Και κατ’ επέκταση, πόσους ανθρώπους, απ’ αυτούς με τους οποίους γνωρίζομαι, γνωρίζω; Και πόσοι με ξέρουν, πόσοι μ’ έχουν νιώσει πραγματικά; Κι εγώ μπόρεσα ποτέ να δω τον εαυτό μου, να φτάσω στο βάθος του, να το αντέξω; Κι αν μένουμε όλοι επτασφράγιστα μυστικά για τους άλλους, μα και για εμάς τους ίδιους, σε ποιες επιφανειακές εντυπώσεις έχουμε στηρίξει τις επιλογές μας, σε ποια πλασματικά σχήματα έχουμε περικλείσει τις σχέσεις μας, με ποιες ανώδυνες ψευδαισθήσεις χαραμίζουμε τη ζωή μας;

Ο Νίτσε έλεγε πως ο Ντοστογιέβσκη είναι ο μόνος ψυχολόγος από τον οποίο είχε να μάθει κάτι. Εκτός όμως από την ικανότητα να ξετυλίγει τα νήματα της ανθρώπινης ψυχής, είχε, νομίζω, μια δύναμη ακόμη ισχυρότερη: το να προκαλεί ερωτήματα. Κι έτσι να σε κάνει να αισθάνεσαι ξένος, ακόμη και προς τα πιο δικά σου, τις πιο στέρεες βεβαιότητές σου. Να σε αναγκάζει τα δεις τα πράγματα απ' την αρχή. Να έρθεις πιο κοντά τους. Να τα αμφισβητήσεις. Να τα ανατρέψεις. Να αναζητήσεις νέες αλήθειες. Να βγεις στο δρόμο. Κι αυτό είναι από μόνο του σπουδαίο...



(Η φωτογραφία είναι της Benedicte Emsens)

Κυριακή 16 Μαΐου 2010

«Υπέρ των μοναχικών συμφερόντων»


Aπόσπασμα από συνέντευξη της Κικής Δημουλά, που δημοσιεύεται στην Καθημερινή της Κυριακής (έκδοση Κύπρου), 16/5/10:

«Η ποίηση επειδή, όπως αρέσει τουλάχιστον στους ποιητές να πιστεύουν, έχει το άτυχο χάρισμα να προαισθάνεται, να προβλέπει τις δύσκολες καταστάσεις γύρω μας, είναι μια διά βίου διαδηλώτρια υπέρ των μοναχικών συμφερόντων της ύπαρξής μας, με τη μοναδική όμως ιδιαιτερότητα ότι τα συμφέροντά της αποβαίνουν να είναι και συμφέροντα του ανθρώπου, επειδή το είναι της συμπίπτει με ό,τι είναι ο άνθρωπος και με τα όσα πάσχει. Πρόκειται για μια αέναη ελεύθερη πορεία λόγου, λέξεων, φιλήσυχη, που δεν κλείνει τους δρόμους, δεν εμποδίζει την κυκλοφορία των πεπρωμένων, απλώς τα καταγγέλλει στην ιθύνουσα έρημο, ότι παρκάρουν ατιμωρητί επάνω στου καθενός το πράσινο οικολογικό αύριο και το αφανίζουν. Πώς βοηθάει και πώς παρηγορεί; Δεν ξέρω αλήθεια. Ίσως με το να περιγράφει τις ωραίες, γεμάτες, συναρπαστικές στιγμές που μπορούμε να ζήσουμε, αρμενίζοντας σε μια σάπια βάρκα που μπάζει νερά, έτοιμη να βουλιάξει, αλλά όχι μ' ένα κότερο...»

(Το έργο είναι του Jackson Pollock)

Σάββατο 6 Μαρτίου 2010

"La tristesse durera toujours"

Χαλεποί οι καιροί, ασφυκτικά γκρίζοι. «Νιώθω πως έχουμε πέσει σε συλλογική κατάθλιψη», μου λέει η φίλη απ’ τη Θεσσαλονίκη. «Κι εδώ μια απ’ τα ίδια», απαντώ, «θάβουμε με τα χέρια μας μία μία τις ελπίδες». Κι ο κόσμος παραπέρα σε μια δυστυχία που μοιάζει δίχως τέλος να μετρά τους νεκρούς πολέμων και καταστροφών, που εξοντώνουν σαν με μαθηματική ακρίβεια τους απανταχού φτωχούς. Σαν να «γεράσαμε φρικτά μονομιάς», που λέει κι ο Céline. Πώς να μιλήσω για τέχνη; Κι η ποίηση, «σε τι βοηθά λοιπόν;», ενοχλητικά ρωτά ο Αναγνωστάκης. Δεν έχω στέρεες απαντήσεις κι έτσι στρέφομαι ξανά στον Εγγονόπουλο: «Η τέχνη κι η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε: η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε να πεθάνουμε».

Ο Picasso έγραψε όταν ακόμα ζωγράφιζε την Guernica του: «Μα τι θαρρείτε πως είναι ένας καλλιτέχνης; Ένας ηλίθιος που έχει μόνο μάτια αν είναι ζωγράφος, μόνο αυτιά αν είναι μουσικός ή μόνο μια λύρα σε κάθε γωνιά της καρδιάς του αν είναι ποιητής ή μόνο μπράτσα αν είναι πυγμάχος; Κάθε άλλο! Ο καλλιτέχνης είναι ταυτόχρονα ένα πολιτικό ον, το οποίο ζει έχοντας βαθιά επίγνωση των καταστροφικών, δραματικών ή χαρμόσυνων γεγονότων που συμβαίνουν στον κόσμο και διαμορφώνεται με βάση αυτά ακριβώς τα γεγονότα». Συμφωνώ. Και καταλαβαίνω πως η τέχνη, σε όλες τις μορφές της, μπορεί να γίνει «έκκληση προς το λαό», όπως έλεγε ο Picasso, πως έχει τη δύναμη να ευαισθητοποιήσει, να αφυπνίσει, να κινητοποιήσει τις μάζες, πως είναι ικανή να συμβάλει σε μια αλλαγή. Γι αυτό και σέβομαι τους καλλιτέχνες, που δεν απέστρεψαν το πρόσωπο από τις ιστορικές ανάγκες της εποχής τους, αλλά ανταποκρίθηκαν μέσω της τέχνης τους σ' αυτές.

Μα τι γίνεται με εκείνους, που αποκομμένοι σχεδόν απ' την πραγματικότητα, δεν υπηρέτησαν παρά μόνο την τέχνη; Εκείνους που δεν δημιούργησαν επαναστατική μουσική, δεν ζωγράφισαν δυνατά αλληγορικούς πίνακες, δεν έγραψαν επικούς στίχους ή ποίηση, έστω, της ήττας; Ο Βukowski επαναλάμβανε στις συνεντεύξεις του πως, δεν έγραφε για να σώσει τον κόσμο, αλλά τον εαυτό του. Αυτό, νομίζω, πως ίσχυε και για το Van Gogh, στον οποίο παρότι δεν έλειπε η αγάπη για την ανθρωπότητα, που φανερώνεται κυρίως στις απεικονίσεις του της δύσκολης ζωής των αγροτών, υπερτερούσε η αγάπη για την ίδια την τέχνη. Μια αγάπη σαν πανίσχυρη ανάγκη, που τον ζωοδοτούσε και τον εξουθένωνε κι ήταν το μοναδικό νόημα της ύπαρξής του. Σε τούτη τη βασανιστικά ταγμένη στην τέχνη ζωή και σ’ όλη την ένταση των χρωμάτων, των κυματισμών και των πινελιών του οφείλεται η αδυναμία, στα όρια της λατρείας, που του έχω. Και γι αυτό με συγκινεί καθετί που σχετίζεται μαζί του – όπως η είδηση ότι πριν από μερικές μέρες ένας νέος πίνακας, με τίτλο “Le Blute-Fin Mill”, ταυτοποιήθηκε ως δικός του.

Και το ξέρω καλά πως κάθε που χάνομαι στις εικόνες του ή αφήνομαι στη μουσική του Χατζιδάκι ή συγκλονίζομαι διαβάζοντας το «Μονόγραμμα», δραπετεύω. Λιποτακτώ από ένα κόσμο που σφαδάζει και που ζητά να τον σώσουμε. Ίσως πάλι να 'ναι η μόνη αντίσταση που μπορώ σ' αυτή τη θλίψη που κρατάει αιώνια.


(Ο τίτλος είναι η τελευταία φράση που είπε πριν πεθάνει ο Vincent van Gogh. Σημαίνει «Η θλίψη θα διαρκέσει για πάντα». Ο πίνακας είναι ο “Le Blute-Fin Mill”)

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010

«Η νεραϊδοφωνή»

Βρέθηκα να παιδεύομαι αυτές τις μέρες. Με παίδεψε η σκόνη που σκέπασε τον τόπο κι όλα τα καμώματα, οι υπολογισμοί κι οι επαναλήψεις που χρόνια του στερούν τον αέρα. Με παίδεψαν οι φρικτές εικόνες απ' τον κόσμο του Σελίν, οι τόσες εκδοχές του Έρωτα στο Συμπόσιο, οι δύσκολοι στίχοι του Ντύλαν Τόμας κι εκείνοι οι θλιμμένοι του αυτόχειρα της Πρέβεζας, κι ας τους τραγούδησε η Γιαννάτου τόσο γλυκά. Με παίδεψαν οι λέξεις του άλφα του στερητικού – ανυπεράσπιστη, ανώφελη, αδιέξοδη – που κάνουν την αγάπη την ίδια να μοιάζει φτιαγμένη από τούτο το άλφα το άχαρο. Μέχρι κι η άνοιξη που έρχεται με παίδεψε, οι σπαλαθκιές, οι λαλέδες και τα κυκλάμινά της που βρήκαν χρώμα κι άνθισαν σε χώμα που οι ανθρώποι του δεν θωρούσιν και δεν λαλούσιν πια την ομορφιά.

Κι εκεί που βούλιαζα στην ατάραχη ανησυχία μου, η ματιά μου σταμάτησε σ’ ένα βιβλίο αφημένο εδώ και μερικές βδομάδες στη βιβλιοθήκη. «Νασουλίνα μου, σου στέλνω το βιβλιαράκι που σου έλεγα. Ελπίζω το παραμύθι του Δημήτρη να σε ταξιδέψει. Σ’ αγαπώ πολύ». Είχε τίτλο «Η Νεραϊδοφωνή» και στο εξώφυλλο ένα παιδί μ’ ένα σκυλί στη μέση μιας λίμνης στα χρώματα του δειλινού. Το άνοιξα διστακτικά. Τι άραγε να ‘χει ένα παραμύθι να μου πει, Κυριακή ημέρα μ’ όλες τις κυριακάτικες εφημερίδες να περιμένουν στη σειρά να με πληροφορήσουν τις ασταμάτητες εξελίξεις ενός κόσμου σταματημένου από καιρό;

«Ήταν κάποτε στα χρόνια τα παλιά ένα παιδί που το έλεγαν Τι;.
- Τι Τι;;
- Ναι, Τι;.»

Κι ο Τι; είχε ένα σκυλάκι που το ονόμασε Ε;. Και που μαζί του ξεκίνησε να βρει ένα αίνιγμα που δε θα το λύσει κανένας για να το πει στο βασιλιά κι αυτός να του δώσει το χέρι της βασιλοπούλας, που ήταν όμορφη σαν τα λουλούδια της Άνοιξης. Κι ας μην ήξερε τι να το κάνει το χέρι της ο Τι;. Πιθανόν να της το έδινε πίσω. Το δάσος γέμισε, λοιπόν, με τα παιχνίδια του Τι; και του Ε; κι έμοιαζε με ένα μικρό μικρό όνειρο. Κι έτσι μαζί διέσχισαν όλο το δρόμο προς το παλάτι κι αντάμωσαν κακούς – κυνηγούς που είχαν αλυσοδέσει ένα ξωτικό, το Σκιάχτρο που έκλεβε τα όνειρα των παιδιών και το μάγο πολεμιστή με τις ξερές του λέξεις – και καλούς – το Ξωτικό με το ολάνθιστο χαμόγελο, το Σταρένιο δράκο, τη Λίμνη της Ερημιάς κι ένα ευγενικό πεφτάστερο – που έγιναν φίλοι του. Γιατί ο Τι; έλεγε πάντα την αλήθεια και δεν ζητούσε τίποτε απ’ τους καλούς παρά μόνο να ‘ναι φίλοι του και να περπατούν παρέα. Και μαζί τους έμαθε ποιος είναι ο Ονειροποιός, ποιο είναι το μαύρο κέντημα που επάνω του στέκουν χίλιες φωτιές και πώς φτιάχνεται ένα αίνιγμα που τη λύση του γνωρίζει μόνο ένας. Κι άκουσε μαζί τους τη νεραϊδοφωνή:

«Ήταν ένα όνειρο μανιταρένιο
Μαγεμένο μαραμένο
Μαράζι μαύρο μαζεμένο
Μαγοσκόρπισέ το
Μαγονεραϊδοσκόρπισέ το
Δρακονεραϊδολίμνησέ το
Σαν αγαπόνειρο να γίνει
Σαν ονειροφιλί να γίνει
Και σαν χαμόγελο
Ναι, σαν χαμόγελο»

Χαμογέλασα! Μάλλον ήταν ένα ξεχασμένο παιδί μέσα μου που χαμογελούσε. Εκείνο το παιδί που καβάλα στην κούνια του έκλεινε τα μάτια και πετούσε στον ουρανό. Κι ήταν ο ουρανός ακόμα γαλάζιος κι άκουγε τις ευχές και τις προσευχές κι έριχνε τ’ άστρα τη νύχτα για να τις πραγματοποιήσουν. Και στα συννεφάκια του έκαναν τραμπάλα τα παιδιά κι ύστερα κυλούσαν απ’ την τσουλήθρα του ουράνιου τόξου. Που κάθε που έβγαινε υποσχόταν πως όλα τα κακά τελειώνουν γιατί κάποιος καλός Θεός προσέχει τους ανθρώπους. Και πως είναι κι οι άνθρωποι καλοί, πλασμένοι από όνειρο και φωτιά σαν τους καλούς τους δράκους, απο φως κι αγάπη σαν τα καλά τα ξωτικά...

Κι ήταν ένα μικρό παιδί μέσα μου που μου ζητούσε να μην το λησμονήσω ολότελα. Και να το αφήνω να ξορκίζει καμιά φορά, με τις λεξούλες και το χαμόγελό του, τη λύπη...

Υ.Γ. Μαρθούλα μου, σ’ ευχαριστώ που μ’ έμαθες να αγαπώ τα παραμύθια. Δημήτρη, σ’ ευχαριστώ για το ταξίδεμα.

(«Η νεραϊδοφωνή» του Δημήτρη Φιλοκώστα και σε εικογράφηση της Σόφι Σενόγλου εκδόθηκε το 2009 στη Θεσσαλονίκη.)