Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρατσισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρατσισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

«Από βλακεία» και μίσος... *

* Σε Ελλάδα και σε Κύπρο...

του Παντελή Μπουκάλα 
(Αναδημοσίευση από την Καθημερινή, εδώ)


Για να περιγραφούν κάποια από τα επεισόδια του πολιτικού μας δράματος αρκεί ίσως ο τίτλος «Από βλακεία» που είχε δώσει ο Γιώργος Σεφέρης σε ένα διάσημο δίστιχό του που βρέθηκε στις αυτόγραφες ημερολογιακές σημειώσεις του, του απαίσιου έτους 1968, και πρωτοδημοσιεύτηκε από τον Γ.Π. Σαββίδη τον Σεπτέμβριο του 1974. Αλλά, και πάλι, δεν φτάνει η ανοησία για να ερμηνεύσει ούτε τα τοτινά, τα χουντικά, ούτε τα τωρινά, τα φιλοχουντικά και συγχρόνως φιλοναζιστικά. Δίκιο είχε βέβαια ο Αϊνστάιν όταν έλεγε: «Δύο τινά δεν έχουν τέλος, το Σύμπαν και η βλακεία, αν και για το Σύμπαν δεν είμαι απολύτως σίγουρος». Μολαταύτα οι τραγωδίες στην Ιστορία, καθώς και οι παρωδίες σαν επανάληψη των τραγωδιών, έχουν κι άλλους γεννήτορες εκτός από την πνευματική υπολειτουργία.

Επειδή λοιπόν στις προεκλογικές μας αγορές ακούγεται και ο λόγος των απροκάλυπτων φιλοτυράννων (όπως σωστά το επιτρέπει η δημοκρατία, γιατί αλλιώς δεν θα εμπέδωνε τη διαφορά της και δεν θα ’χε να καυχηθεί γι’ αυτήν), τα αυτιά μας τα τρυπάει εσχάτως το χάλκινο σύνθημα των δικτατόρων και των επιγόνων τους. Τα τρυπάει η σφαγίδα του τραγελαφικού «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού»: «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». Και θυμόμαστε έτσι, για να πιαστούμε από κάπου, τον Σεφέρη και την αυτόματη απάντησή του: «Ελλάς· πυρ! Ελλήνων· πυρ· Χριστιανών· πυρ! / Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;». Και γιατί, θα συμπληρώναμε υποχρεωτικά, μαζί με τις λέξεις αυτές ή μάλλον εν ονόματι του στρεβλωμένου και συκοφαντημένου περιεχομένου τους, σκοτώσατε κι ανθρώπους; Γιατί σκοτώσατε την περηφάνια του τόπου και το μέλλον του;

Τ’ ακούμε λοιπόν και τώρα το σύνθημα. Το φωνάζουν τα «χρυσαυγίτικα παλικάρια» ανταποκρινόμενα στις παπαδοπουλικού τόνου αγορεύσεις του αρχηγού τους. Οχι, δεν είναι παραληρηματικές, όπως λέγεται, γιατί, έστω και με τη μορφή της εμμονής, έχουν άξονα: το μίσος· και τον εγκωμιασμό της βίας. Αν λοιπόν η «Ελλάς» τους είναι μια χώρα της μισαλλοδοξίας, της ανελευθερίας, αλλά και της κτηνώδους αγραμματοσύνης, που καταντάει λαθροχειρία εις βάρος της αρχαίας κληρονομιάς και παραχάραξή της, τότε, όχι, καμία σχέση δεν έχει με την Ελλάδα που ονειρεύτηκαν οι κάτοικοί της επί αιώνες και για την οποία πολέμησαν.

Αν «χριστιανοί» είναι όσοι ραπίζουν τη μία παρειά όποιου τολμά να τους εναντιωθεί κι ύστερα του καταφέρνουν και δεύτερο χαστούκι στην άλλη παρειά· αν «χριστιανοί» είναι όσοι εισβάλλουν πάνοπλοι νυχτιάτικα σε σπίτια μεταναστών για να τους μάθουν τι εννοούσε ο Χριστός όταν μιλούσε περί αγάπης, τότε ο χριστιανισμός οφείλει να αλλάξει όνομα· για να μη μαγαρίζεται. Και αν «Ελληνες» είναι αυτοί που λερώνουν και ντροπιάζουν οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί ωραίο και ανθρωπιστικό γνώρισμα της ελληνικότητας, τότε και οι Ελληνες οφείλουμε να αλλάξουμε όνομα. Και να πούμε, πάλι μαζί με τον Σεφέρη: «Κύριε, όχι μ’ αυτούς»...



Χαρακτικό της Βάσως Κατράκη


Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

No woman, no cry


21 Μαρτίου αύριο: 
Επίσημη πρώτη της Άνοιξης, παγκόσμια ημέρα Κατά του ρατσισμού και Ποίησης.

Οι αφίξεις, οι εορτασμοί κι οι απαγγελίες αναβάλλονται.

Στην Τουλούζη τρία παιδιά κι ένας άντρας δολοφονήθηκαν επειδή ήταν Εβραίοι.


Chris Ofili's "No woman, no Cry" (1998) is a tribute to teenager Stephen Lawrence, 
who was  killed in South London as the result of a racially motivated attack in 1993. 
Each of the tears shed by the woman in this painting 
contains a collaged image of Stephen Lawrence's face 
and the words 'RIP Stephen Lawrence' are just discernible beneath the paint's surface. 
(πηγή: Tate Britain - www.tate.org.uk) 


Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα χαρούμενα.
Να με θυμάσαι.

(Μίλτος Σαχτούρης, Ορυχείο) 

Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010

Ανοιχτοί λογαριασμοί με το ρατσισμό

«Ο Τόμι δεν ήθελε να μου μιλήσει. Στην αρχή δε με κοιτούσε καν. Πουθενά δεν κοιτούσε. Η φωνή του ήταν σιγανή, σχεδόν παιδική. Μόνο όταν φτάσαμε στη νύχτα – στη νύχτα που τον πυροβόλησαν – η φωνή του δυνάμωσε. Μιλούσε γρήγορα και θυμωμένα. Συνέχισε όμως να μην κοιτάει πουθενά. Το ένα του χέρι χάιδευε συνεχώς το άλλο. Μόνο κάποιες στιγμές το δεξί του χέρι έφευγε, υψωνόταν και γινόταν «ομπρέλα» στο σημείο όπου είναι ακόμη φυτεμένη η σφαίρα. Οι γιατροί δε διακινδυνεύουν να του βγάλουν τη σφαίρα από το κεφάλι κι αυτός δεν μπορεί να το πάρει απόφαση. Τον ενοχλεί. Δεν μπορεί να καταλάβει γιατί βρέθηκε εκείνο το βράδυ στο δρόμο του Καζάκου. Γιατί δεν έτρεξε όταν είδε το όπλο να τον σημαδεύει στο κεφάλι. Και ο Θεός τι έκανε; Γιατί τον άφησε απροστάτευτο; Γιατί τον άφησε να έρθει στην Αθήνα; Γιατί δεν τον έσπρωξε να φύγει μια ώρα αρχύτερα για το Λονδίνο, αφού εκεί ήθελε από την αρχή να πάει; Τώρα όλα μπερδεύτηκαν. Όλα σταμάτησαν. Και τα όνειρα και τα σχέδια. Ακόμη κι η ηλικία του σταμάτησε τη νύχτα που τον πυροβόλησαν. Πόσων χρονών είσαι, Τόμι;, τον ρώτησα. Ήμουν τριάντα όταν ο άνθρωπος αυτός με πυροβόλησε. Από τότε έχουν περάσει έξι χρόνια.»

Το πιο πάνω απόσπασμα είναι από τον πρόλογο στη συνέντευξη του Τόμι Κόφι Μάρκους στο Σταύρο Θεοδωράκη, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Ο δρόμος για την Ομόνοια». Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου γράφει: «Το φθινόπωρο του 1999 ο Τόμι, ο Τίμοθι και άλλοι επτά άνθρωποι έπεσαν πυροβολημένοι στους δρόμους γύρω από την Ομόνια. Ήταν «ξένοι» και το θέμα έφυγε γρήγορα από τα πρωτοσέλιδα και τα δελτία. Η Αθήνα όμως, η Ελλάδα ολόκληρη, συνεχίζει να έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με το ρατσισμό...»

Στις 20 Ιουλίου 2010, στο κέντρο της Λευκωσίας, δύο «ξένοι» βρέθηκαν στο δρόμο πορείας και προπηλακίστηκαν. Λίγο αργότερα, ένας άλλος «ξένος» δέχτηκε επίθεση από ομάδα προσώπων. Για να γλυτώσει έπεσε σε διερχόμενο αυτοκίνητο. Οι φασίστες συνέχισαν να τον χτυπούν. Το θέμα πέρασε από μερικές εφημερίδες και δελτία ειδήσεων. Θα προσπεραστεί γρήγορα. Η Λευκωσία, όμως, η Κύπρος ολόκληρη, έχει πια ανοιχτούς λογαριασμούς με το ρατσισμό. Πρέπει να τους κλείσουμε, όσο είναι καιρός.

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009

Γιάννης Αγιάννης ο Αλβανός

Το κείμενο που ακολουθεί είναι του φίλου DIM.ZOULT.

Πολλές είναι εκείνες οι φορές στη ζωή του καθενός μας, που στεκόμαστε μπροστά σε μια κατάφωρη αδικία, κατανοώντας την μεν αλλά με πλήρη πεποίθηση δε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε απολύτως τίποτα προκειμένου να την ξεπεράσουμε και να επαναφέρουμε την τάξη των πραγμάτων….

Μια από αυτές έζησα εχθές ή μάλλον συνειδητοποίησα εχθές …..σε κάποια αίθουσα των Δικαστηρίων Θεσσαλονίκης. Καθόμαστε μαζί με κάποιους συναδέρφους και συζητάμε τα καθέκαστα των διακοπών καθώς η «έδρα» έχει επιδοθεί σε μια δίχως έλεος διαδικασία καταδίκης των πάντων –χωρίς ουσιαστικά να έχουν το προηγούμενο δικαίωμα ακρόασης ή έστω ρε αδερφέ το ανθρώπινο δικαίωμα της συγγνώμης – λες και οι κατηγορούμενοι φταίνε για το τέλος του καλοκαιριού και την επιστροφή τους στην επαγγελματική τους μιζέρια.

Κάποια στιγμή, όπως κάθε μέρα, εμφανίζονται οι «συνήθεις ύποπτοι», ή αλλιώς τα αυτόφωρα ή εντελώς λαϊκά, οι αλλοδαποί, οι οποίοι φταίνε για τα πάντα, την οικονομική, επαγγελματική, πολιτιστική, πολιτική και προσωπική μας δυστυχία – αποτυχία, …αν δεν είχαν έρθει αυτοί στη χώρα μας …..όλα θα ήταν καλά …όλα ανθηρά.

Παράλληλα, μπαίνει στην αίθουσα ασθμαίνοντας και κραυγάζοντας ταυτόχρονα μια γνήσια καθ΄ όλα ελληνοπούλα, η οποία μόνο μετά την παρέμβαση της διακριτικότατης – οφείλω να ομολογήσω αστυνομικής δύναμης – σταμάτησε να φωνάζει «αλήτες, παλιοκαθάρματα, ήρθατε στην χώρα μας, φάγατε ψωμί και μας καταστρέψατε ….εδώ δεν είναι όμως Αλβανία είναι Ελλάδα, τώρα να δείς τι έχεις να πάθεις…». Προς στιγμήν το μυαλό μου ταξιδεύει για μια ακόμη φορά στη διαφήμιση εκείνη της μάρκας παγωτού με τον γλυκύτατο εκείνο παππού που γλείφει το παγωτό και λεέι σε έναν ευγενικότατο νεαρό… «να φύγετε , να πάτε αλλού…».

Εκ των υστέρων μάθαμε ότι η «ελληνοπούλα» είχε πριν μερικές ώρες επιστρέψει από διακοπές στο σπίτι της, το οποίο κάποιος είχε διαρρήξει και είχε – ακούστε - κλέψει τα ψιλά που υπήρχαν πάνω στο κομοδίνο, τα οποία και προόριζε ως είπε η ίδια, για να αγοράζει καθημερινά ψωμί, ένα ζευγάρι παπούτσια καθώς επίσης και διάφορα πράγματα από το ψυγείο,… όπως ίδια δήλωσε όχι ιδιαίτερα φρέσκα, γιατί είχε αδειάσει επιμελώς το ψυγείο της λόγω διακοπών ….

Η διαδικασία απονομής δικαιοσύνης αρχίζει κάπως έτσι λοιπόν…… ο πρόεδρος διαβάζει το όνομα του κατηγορουμένου, μετά βέβαια από σχετική ελληνοποίηση του ονόματος, χωρίς καν να μπει στο κόπο να σηκώσει το βλέμμα του και να ρίξει μια ματιά έστω στον ταλαίπωρο αυτόν…., ήταν πασιφανές άλλωστε ότι είναι αλβανός….αλλά ούτε και εγώ γύρισα να τον κοιτάξω αφού είχε έρθει η δικιά μου σειρά και «διηγούμουν τα καλοκαιρινά μου κατορθώματα στην Κάρπαθο…». Μετά εκφώνησε το όνομα του κυρίου τάδε … μάρτυρας κατηγορίας, ο οποίος μετά από ένα μειλίχιο «παρακαλώ» του Προέδρου ανέβηκε στο βήμα. Ήταν ο κλασσικός επίσης Ελληνάρας, γύρω στα πενήντα, με φαλάκρα, κοιλίτσα και το απαραίτητο αξεσουάρ κάθε έλληνα που πλέον σέβεται το εαυτό του, ένα δερμάτινο τσαντάκι υπό μάλης.

Μια απλή και μόνο ερώτηση. Τι γνωρίζετε για την κλοπή, ήταν υπεραρκετή για να δώσει αφορμή στο χειμαρρώδη μάρτυρα κατηγορίας. Με ύφος σοβαρό «κυρ Πρόεδρε εγώ μένω από παιδί στη γειτονία, είμαι επιχειρηματίας – και με περισσή περηφάνια δείχνει όλο νόημα το τσαντάκι του. Αλβανούς έχω στη δουλειά. Τους ξέρω εγώ καλά. Δεν έχουν μπέσα, σήμερα τους ταΐζεις αύριο σε κλέβουν. Παλιοράτσα κύρ πρόεδρε, τα ξέρετε και σεις άλλωστε…»

Και πως γνωρίζετε ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε την κλοπή …

Κύρ πρόεδρε, τέτοιες κλοπές για ένα κομμάτι ψωμί μόνο αλβανοί τις κάνουν, ποιος άλλος θα έμπαινε για να κλέψει μόνο ψιλά… μόνο Αλβανός.

Ναι, αλλά πως είστε σίγουρος ότι ο συγκεκριμένος Αλβανός έκανε τη κλοπή….

Μα αυτός μένει στη πολυκατοικία της κυρίας και άλλωστε είναι παράνομα στην Ελλάδα, δεν έχει άδεια….

Ο κύριος Εισαγγελέας ερώτηση … καμία

Προσέρχεται ο κατηγορούμενος προκειμένου να απολογηθεί. Δεν γνωρίζει Ελληνικά, και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Δεν έχει δικηγόρο, αφού δεν έχει και λεφτά …άλλωστε μάταιος κόπος οποιαδήποτε προσπάθεια υπεράσπισής του..
Επί της ενοχής ….ο Εισαγγελέας σηκώνεται από την καρέκλα του « από την σιωπή του κατηγορουμένου αλλά κυρίως από την κατάθεση του μάρτυρα, ο οποίος μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε με βεβαιότητα ότι αλβανός διέπραξε το αδίκημα…. Προτείνω την ενοχή του κατηγορημένου, χωρίς την παραδοχή οποιουδήποτε ελαφρυντικού …

Τότε μόνο έριξα μια «ρατσιστική» ματιά στο ταλαίπωρο εκείνο κατηγορούμενο. Το πρώτο πράγμα το οποίο πρόσεχε κανείς πανω του ήταν τα τεράστια εκφραστικά του μάτια. Μάτια τα οποία φοβάσαι να κοιτάξεις …..κατάματα …το βλέμμα πρόδιδε κούραση ψυχική αλλά σε κάθε περίπτωση μια αξιοπρέπεια από εκείνη που πολύ σπάνια συναντάς πλέον. Είχε μια καθαρότητα ρε αδερφέ το βλέμμα του. Ήταν το βλέμμα εκείνο που σε καθηλώνει γιατί κατορθώνει χωρίς να αρθρώσει λέξη να …εκφράσει τα πάντα.

Έκανα το λάθος και το κοίταξα κατάματα. Οι ματιές μας συναντηθήκαν και αμέσως απέστρεψα το βλέμμα μου……θέλει πολλά κότσια να του εξηγήσω ότι οι αντιπρόσωποι της Θεάς θέμιδας επί γης τον καταδίκασαν επειδή απλά ήταν Αλβανός. Επειδή κάθε κοινωνία ψάχνει τους αποδιοπομπαίους τράγους της σε κάθε εποχή. Επειδή κανείς τελικά δεν έκανε το κόπο να τον κοιτάξει στα μάτια και να τον ……ερμηνεύσει, αλλά κυρίως επειδή κανείς δε μπήκε στο κόπο να τον ρωτήσει ….για ποιο λόγο τάχα έκλεψε τα ψιλά για το ψωμί. Ήθελα να τον ρωτήσω πως τον λένε αλλά φοβήθηκα την απάντηση….ήμουν σίγουρος για αυτή …..Γιάννης Αγιάννης… ο Αλβανός …

(Το έργο "Aspects du racisme" είναι του Βλάση Κανιάρη)

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

Οδός Τρικούπη

«Γιατί γουμάρια; Γιατί κουρμπάτσι; Εκεί που είναι ο πόνος κι ο ιδρώτας και τα δάκρυα, εκεί δεν είναι ο άνθρωπος; Γιατί λοιπόν σκάβετε ένα χαντάκι και χωρίζεστε;»

(ΑΡΙΑΓΝΗ, Στρατή Τσίρκα)

Να δεις πώς το ‘παν οι Γερμανοί… «Θέλαμε μετανάστες εργαζόμενους, αλλά μας ήρθαν άνθρωποι». Έτσι ακριβώς! Άνθρωποι! Άνθρωποι με τις δικές τους μυρωδιές, τις γεύσεις τους, τις μουσικές τους, τις συνήθειές τους, άνθρωποι με τις αγάπες, τις ανάγκες, τις συμπεριφορές, τις αντιδράσεις τους, άνθρωποι με τα καλά και τα κακά τους, άνθρωποι με τα δικά τους. Άνθρωποι φυσιολογικοί. Σαν όλους τους ανθρώπους. Που προχωρούν ή δεν προχωρούν ή προχωρούν αλλιώς. Πάντα το «αλλιώς» σε συνάρτηση με τους «άλλους». Οι οποίοι εξίσου φυσιολογικά μπορούν να κατανοούν ή να συμμερίζονται τα δικά των άλλων ή και όχι.

Αυτονόητα τα πιο πάνω θα μου πεις. Προφανώς. Μόνο που ξαφνικά ανακαλύψαμε ότι στη Λευκωσία υπάρχει η οδός Τρικούπη με τα «χαλάλ» κρεοπωλεία, τις αραβικές επιγραφές και τους μελαχρινούς ανθρώπους, που δεν πολυνοιάζονται αν θα απλώνουν τις μπουγάδες τους σε σχοινιά πάνω απ’ το δρόμο ή αν θα φορούν δεύτερη μέρα τα ίδια ρούχα. Και πως πιο πέρα υπάρχει το τέμενος Ομεριέ στο οποίο προσεύχονται στο Θεό τους. Και πως αυτός ο Θεός - σαν όλους τους θεούς όλων των ανθρώπων - μπορεί να ξυπνήσει πάθη, ένστικτα, συμφέροντα και συμπλέγματα εξουσίας και να οδηγήσει στη σύγκρουση και στη βία.

Και ξαφνικά εξαγριώθηκαμε! Γιατί αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν στ’ αλήθεια. Και μπορούν – σαν όλους τους ανθρώπους – να γίνουν επικίνδυνοι. Ιδίως σε μια κοινωνία που τους συμπεριφέρεται σαν να είναι αόρατοι, που τους προσπερνά αδιάφορα, τους ανοίγει τις πόρτες μόνο αν είναι για να καθαρίσουν ή να «εξυπηρετήσουν» γενικώς, που τους ανέχεται. Και σε μια πολιτεία που τους αντιμετωπίζει σαν να είναι αναλώσιμοι, που δεν τους έχει συμπεριλάβει σε κανένα διάλογο, δεν τους έχει εμπλέξει σε καμιά διαδικασία λήψης αποφάσεων και που με διάφορα νομικά και γραφειοκρατικά τερτίπια τους στερεί τη δυνατότητα απόκτησης καθεστώτων μονιμότητας και δικαιωμάτων. Και σε ένα τόπο ευρύτερα που τους χρησιμοποιεί και τους διώχνει, προτρέποντας τους ουσιαστικά να κάνουν κι αυτοί το ίδιο: να τον χρησιμοποιήσουν και να φύγουν, χωρίς να τον μάθουν, χωρίς να τον αγαπήσουν, χωρίς να τον σεβαστούν.

Μόνο που δίχως να αναπτύξουν δεσμούς με τον τόπο, δεν θα αναπτύξουν και ευθύνες έναντι του. Κι εμείς – μάταια – θα αναζητούμε τις ευθύνες σ΄αυτούς που τους νοικιάζουν τα σπίτια, τους παίρνουν στις δουλειές και τους πουλούνε τα χρειαζούμενα. Και θα αναθέτουμε – ακόμη πιο μάταια – την προστασία μας στην Αστυνομία. Κι ας μην υπάρχει μεγαλύτερη ένδειξη για τη χρεωκοπία μιας κοινωνίας από το όταν εγκαταλείπει την ειρήνη και τη συνοχή της στα χέρια των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους.

Πιο θλιβερό, εν προκειμένω, είναι που μια «αριστερή» δήμαρχος είναι αυτή που ζητά την αύξηση και την εντατικοποίηση της αστυνόμευσης της παλιάς Λευκωσίας, χρησιμοποιώντας το πιο «δεξιό» επιχείρημα: πως οι λύσεις επείγουν, ενώ οι μακροπρόθεσμες πολιτικές αργούν. Είναι, όμως, φορές που «το μακροπρόθεσμο επείγει», που λέει κι ο δάσκαλος ο Παρασκευόπουλος (Ελευθεροτυπία, 15/4/09).

Κι είναι κρίμα που αυτά τα κάπως οξύμωρα, τα λίγο πιο σύνθετα, τα σίγουρα πιο δύσκολα, τα ουσιαστικά, τ’ αποφεύγουμε σ’ αυτό τον τόπο. Αναπαράγοντας, έτσι, τους φαύλους κύκλους του αποκλεισμού, της βίας και του φόβου.

(Το έργο Shibboleth της Doris Salcedo – London’s Tate Modern, 2007 - αναφέρεται, σύμφωνα με τη δημιουργό του, στην ιστορία του ρατσισμού)