Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μονόλογοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μονόλογοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Προσευχή


Damien Hirst,
Study after Delacroix (the Orphan Girl in the Cemetery)
Κύριε, πού είσαι; Απέστρεψες το πρόσωπό σου ή μήπως έχει σκοτεινιάσει; Κι ας μην έχω να σου προσφέρω παρά μόνο μια καρδιά που αμάρτησε, ότι ηγάπησε πολύ, μη με εγκαταλείπεις.

Γιατί είναι φορές που νιώθω αβάστακτη την πλάση σου, Κύριε. Δεν στο λέω από αλαζονεία, μα σαν κάποιος που δεν είναι ούτε θεριό, ούτε ήρωας, ούτε άγιος. Ούτε καν αθώος ή ανυπεράσπιστος. Νικημένος απλώς, με ένα σωρό συνθηκολογήσεις στα τεφτέρια του. Έχοντας συμβιβαστεί και με την απώλεια και με την ανοησία και με την ασχήμια και με το θάνατο. Και με την απουσία δικαιοσύνης, ακόμα και στο θάνατο. Και με την προ και μετά θάνατον ανυπαρξία. Μόνο με το θάνατο των παιδιών δεν συμβιβάστηκα, Κύριε. Με το μέγιστο των παραλόγων στη ζωή που, αλήθεια γιατί, εποίησες;

Είναι στιγμές, ομολογώ, που διακρίνω τη σοφία σου σε κάτι ξεχασμένες ή παρατημένες ρανίδες ομορφιάς. Σαν όταν ανακαλύπτω στη μέση του χειμώνα κάτι τοσοδούλια αγριόχορτα ανθισμένα. Πού βρήκαν το κουράγιο, σκέφτομαι, αθέατα κι ανυστερόβουλα να εκπληρώνουν την ευτυχία του κόσμου ή έστω να μην επιβαρύνουν τη δυστυχία του; Με ταπείνωση κι ευγνωμοσύνη θα τα δεχόμουν για δάσκαλο μου, Κύριε, μα και πάλι δεν θα μπορούσα να εξηγήσω τον πόνο των παιδιών πώς επιτρέπεις.

Για τούτο το ελάχιστο, λοιπόν, σε παρακαλώ και σε ικετεύω και δέομαι σου: Για μια μέρα χωρίς τα δάκρυα των παιδιών, χωρίς τα δάκρυα των μανάδων τους. Μια μέρα χωρίς το απάνθρωπο. Μήπως έτσι γίνουν υποφερτές οι υπόλοιπες ημέρες. Και μπορέσουμε να πεθάνουμε, αν όχι ανώδυνα κι ειρηνικά, τουλάχιστον χωρίς να μισούμε.

Συγχώρεσε με, Κύριε, μα εμένα δεν μπορούν πια να με σώσουν ούτε τα ανθρώπινα ούτε τα θεία. Ούτε η πίστη μου, ούτε η αλήθεια σου, ούτε η ανάσταση, ούτε ο έρωτας, οι ανοιχτοί δρόμοι, οι καινούριες λέξεις στα βιβλία. Κρατιέμαι μόνο απ' αυτά που βρίσκονται στο μεταίχμιο: το παιδί μου, τα παιδιά μας και κάτι αγριολούλουδα που ανθίζουν για μια στιγμή κι έπειτα μαραίνονται. Μην τα ξεχνάς, Κύριε, στην εδώ βασιλεία σου.

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Επαναπροσδιορισμός


του Mark Rothko
Άξαφνα σαν να πλήθυνε το γκρίζο 
Kι όπου κι αν έβλεπα ήταν ένας πληγωμένος ουρανός.
Ίσως έφταιγαν οι θάνατοι που με είχαν ακουμπήσει 
Κι οι ματαιωμένοι χαρταετοί.
Ίσως η γοητεία της νύχτας
Η ευκολία να την καταριέσαι
Παρά να συντηρείς τις σπίθες των αστεριών.
Ίσως που δεν ήξερα πια να διακρίνω
Τις σπίθες των ανθρώπων
Και να αγαπώ
Για τα πάθια και τους καημούς του κόσμου
Που δεν έχουν ποτέ τελειωμό.

Και δεν γινόταν έτσι παρά να χαθώ στο λαβύρινθο
Να γίνω εκ του σκότους σκοτάδι
Επικίνδυνη
Και με τον κίνδυνο μιας αμετάκλητης εξορίας
Από την τρυφερότητα.

Μα τι άλλο ξεχωρίζει τα θηρία
Από τα χελιδόνια;

Απολογούμαι.

Κι αν υπήρξα ακατάδεκτη
Να γυρέψω ένα μίτο
Απλώνω τώρα το χέρι. 

Αρκεί ένας στίχος για να λυγίσεις
Κι ένα χάδι
Για να σμίξεις 
Με το γένος των ανθρώπων
Και να υποκλιθείς.

Πάμε ξανά!

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Του τρελού

Pablo Picasso, Ο τρελός (1904)
Νυχτώνει ξημερώνει 
κι όλο λέω πώς πρέπει να αρχίσω να την συνηθίζω τη ζωή 
που ίσως δεν είναι μια γραφή δυσερμήνευτη 
αλλά μια γραμμή  προβλέψιμη αν δεν φυλλοροείς
κι όλο λέω πως πρέπει να αρχίσω να τον συνηθίζω τον κόσμο 
που σήμερα δεν είναι όπως ήταν χτες 
αλλά πάντα θα είναι όπως είναι σήμερα κι όπως ήταν χτες 
κι όλο λέω πως πρέπει να αρχίσω να τους συνηθίζω τους ανθρώπους 
που καθώς πέφτει το φως μένουν γυμνοί και τόσο πιο μικροί απ’ τη σκιά τους 
κι όλο λέω πως πρέπει να αρχίσω να τον συνηθίζω τον εαυτό μου 
που όσα πιο πολλά αυτά που κατάλαβε τόσα παραπάνω αυτά που δεν μπόρεσε 
κι όλο λέω πως πρέπει να σταματήσω να απορώ με τη ζωή, τον κόσμο, τους ανθρώπους και τον εαυτό μου 
και πως μπορώ να απογοητευτώ ήσυχα, της Δημουλά, 
κι αφού σε τσίρκο παίζουμε ας σχοινοβατήσουμε όσο καλύτερα γίνεται 
και πως στο κάτω κάτω κι εγώ μια χαρά ακροβάτης είμαι 
και πως ακόμα κι οι σκέψεις μου ίσως να ΄ναι μιας συννεφένιας γκόμενας που περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα, της Γώγου, 
κι η ευτυχία μπορεί πράγματι να προϋποθέτει μια κάποια επιπολαιότητα, της Καρυστιάνη, 
και πως αύριο θα καταφέρω να είμαι πιο επιπόλαιη 
όμως 
είναι ένας στίχος που επιστρέφει ξανά και ξανά 
του Λεοντάρη, ας πούμε, 
γιατί και τον ήλιο και τα κύματα δεν τα αποκρυπτογραφείς μονάχα στους καιρούς της λύπης και της εξορίας, του Ελύτη, 
μα και του έρωτα
κι αφού αντάμωσα μια φορά την αθωότητα
υπάρχει
κι αφού σε μια στιγμή την έχασα
καμιά βεβαιότητα δεν μπορεί να υπάρξει
κι άρα τούτο ίσως να μην είναι σκηνή κι εγώ να μην παίζω ένα ρόλο 
κι άρα ίσως να μην πρέπει να συνηθίσω 
κι η ζωή πρέπει να ΄ναι ζωή κι οι άνθρωποι άνθρωποι 
και ΄γω να μην παραδεχτώ την ήττα, του Αναγνωστάκη, 
μα και τούτο δεν ξέρω πώς γίνεται 
αφού νυχτώνει ξημερώνει κρατώ παραμάσχαλα
τις ήττες μου.

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012

Μικροπράγματα


Έρση Σωτηροπούλου, Αυτό είναι ένα ποίημα


Για τι γράφεις αυτό τον καιρό, με ρώτησε ένας φίλος.
Για μικροπράγματα, απάντησα. 

Η μέρα κύλησε λαχανιάζοντας, τρεχάματα, σκοτούρες, φροντίδες για τα χρειαζούμενα, στιγμές που ξοδεύτηκαν δίχως μια σκέψη. Ευτυχώς έφτασε το σούρουπο, η πλάση στάθηκε γαλήνια κάτω απ’ τις μενεξεδένιες ανταύγειες του ουρανού κι η ψυχή πήρε ανάσα. Ύστερα ειδήσεις, η βαρβαρότητα των αριθμών και των μετρίων, οι μοίρες κι οι ζωές μονίμως υπό διαπραγμάτευση, τρομαγμένα βλέμματα, ρημαγμένα σπίτια, η μνήμη κι η εκμετάλλευσή της, κρωξίματα μαύρων ανδρείκελων κι ο καλός γείτονας να στρέφει το όπλο στον ξένο της διπλανής πόρτας. 

«Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;», με ρώτησε ο Σεφέρης. 
«Μας περιμένουν στη γωνιά καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνομικοί», με πρόλαβε η Γώγου.

Το φεγγάρι μεγάλο, αδιάκριτο, με ενοχλούσε. Θα ήθελα να επέστρεφα στη θάλασσα. Να ξέπλενα τα μάτια μου, να παραδινόμουν στη βουή των κυμάτων, ν’ άγγιζα με τις άκρες των δαχτύλων μου τον ορίζοντα. Χαϊδεύω το χέρι της κόρης μου. Το ίδιο μου κάνει.

Κοιμήθηκα χωρίς προσευχή. Απλώς ακούμπησα στο κομοδίνο το βάρος των μικρών πραγμάτων. Ως το άλλο πρωί. Κι ας είναι ο καθένας τόσο μεγάλος όσο ο φόβος με τον οποίο διάλεξε να αναμετρηθεί.  



Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Λίγο πριν το παράλογο


Shaun Egan, Fields of lavender (National Geographic)


Ξεφυλλίζω παλιά όνειρα
- μικρές εκρήξεις
λίγο μετά  το χρόνο  
λίγο πριν το παράλογο.

Αχνό φως  
αθωότητας
που δεν ξέρεις 
αν υπήρξε στ' αλήθεια.

Κι όμως φτάνει
μια νύχτα καλοκαιριού
έτσι καθώς κοιτάς το φεγγάρι
να του απλώσεις τα χέρια.
Σαν να μην έμαθες πως δεν πετούν οι άνθρωποι.
Σαν να πετούν οι άνθρωποι.

Υφαίνει φτερά  η αγάπη
στα καρφώνει στους ώμους
πια πέταξες πάνω απ' τον ουρανό
και είδες.

Τον κόσμο θα σώσει
ό,τι αφήνει στο πέρασμά της
η ομορφιά.

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Θαν

Joan Miro, "La esperanza del condenado a muerte II" (1974)


Με ένα Θα η Θάλασσα.

Καλύτερα να ξεκινούσε μ’ ένα Αν.
Καθώς η Άνοιξη.

Σαν μια υπόθεση...
Κάτι που ίσως γίνει
ή εγίνηκε
ή που το φανταστήκαμε.

Μη σαν υπόσχεση.

Κι όχι γιατί ματώνουν
οι υποσχέσεις που ματαιώθηκαν,
μα γιατί μόνο μία
μένει αματαίωτη.

Του Θανάτου.
Της ματαιωμένης θάλασσας.

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Αναλύσεις αίματος

- Ένα τσιμπηματάκι
μη φοβάσαι δεν είσαι πια παιδί
μερικές σταγόνες
λίγη υπομονή
και την ίδια μέρα τα αποτελέσματα:
εντάξει κι ο σίδηρος και τ’ ασβέστιο κι η αιμοσφαιρίνη
τίποτε να ανησυχείς.
Όχι, δεν δικαιολογείται η χλομάδα σου
τα θολά σου μάτια
η δυσκολία σου να αναπνεύσεις.
Καμιά ευαισθησία δεν εντοπίζεται.
Το οξυγόνο κυκλοφορεί κανονικά.

The empire of light, René Magritte

Στο βάθος έπαιζε μουσική,
μια αγαπημένη φωνή
ράγιζε τις απαντοχές.
Έξω βοούσε ο αέρας
- μάλλον δεν είχε κοπάσει ποτέ -
και στα δάχτυλά μου
έφτανε υπόκωφο το ρίγος των φύλλων.
Ήξερα
πως σκοτείνιαζε στα μάτια των ανθρώπων
κι η παγωνιά τρύπωνε.
Σε λίγο θα ξεσπούσε
μια άστοχη
καταιγίδα.
Τα πουλιά και τα χρώματα
είχαν κιόλας μεταναστεύσει.
Οι αράχνες είχαν κουραστεί.
Σ’ ένα αργόσυρτο βασίλεμα
της ελπίδας
το δέος των μικρών θαυμάτων
που με είχε συγκλονίσει κάποτε
έδυε.
Ακινητούσα
στο μεταίχμιο μιας νύχτας
και μιας διαψευσμένης προσμονής.
Σκορπίζοντας βουβά
τις τελευταίες σταλαγματιές
άνοιξης
έκλεινα
σε ένα φυλακτό
τα ελάχιστα που μπόρεσε η ανθρωπότητα
τα ελάχιστα που μπόρεσε η ψυχή μου.
Έξω φωτιές.
Στο βάθος μια μελωδία
- εκείνα που μπορούσαν
μα δεν έγιναν.


- Το οξυγόνο κυκλοφορεί κανονικά. Καμιά ευαισθησία δεν εντοπίζεται. Δεν εξηγείται να μην αναπνέεις.

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Πριν ξεχάσω

Με αφορμή ένα γάμο, ένα φεγγάρι κι ένα σκηνικό που θύμιζε Τοσκάνη...


Marc Chagall

Επειδή είναι στιγμές που το ξέρεις πως τα μέσα σκοτάδια βαραίνουν πιο πολύ από τη σημασία τους κι επειδή εκτός από τη μοναξιά υπάρχει κι η ομορφιά κι εκτός από ’κείνα που μας έλειψαν υπάρχουν κι αυτά μας δόθηκαν κι επειδή έξω είναι ακόμα καλοκαίρι και συνεχίζουν να ξημερώνουν Κυριακές κι επειδή το σιγανά και ταπεινά σπανίζει μα δε χάθηκε κι επειδή είναι μορφές που κουβαλάνε κάτι απ' την αθωότητα κι επειδή είναι ζευγάρια που αγαπιούνται και το εννοούν κι επειδή είναι παρέες που κρατούν και φιλίες που δυναμώνουν κι επειδή κάποιες κουβέντες ανύποπτες μπορούν να σου ανοίξουν μια χαραμάδα κι ένας στίχος να ανατινάξει το σύμπαν σου κι επειδή όπου κέφι, αισθητική και γνησιότητα το σκηνικό μοιάζει να ξεπηδάει από όνειρο κι επειδή ένα φεγγάρι κι η μουσική μπορούν να φωτίσουν τον κόσμο διαφορετικά κι επειδή κι η Κύπρος πίσω απ’ τη βιτρίνα της παραμένει υπέροχη κι επειδή είχε δίκαιο ο ποιητής κι αν δεν μπορείς να κάνεις τη ζωή σου όπως θέλεις να μην την εξευτελίζεις τουλάχιστον μπορείς κι επειδή η κόρη μου ανακαλύπτει τον κόσμο και ξαφνιάζεται κι άρα υπάρχει ελπίδα κι επειδή αύριο είναι Δευτέρα και θα πλακώσει ξανά η μιζέρια των αριθμών, των αφορισμών και των γκρίζων ανθρώπων και θα το ξεχάσω, θέλω να προλάβω να πω σήμερα πως η ζωή αξίζει πάντα ακόμα κι αν πρόλαβες σε μιαν άνοιξη μέσα να την φανταστείς αλλιώς.

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Αμηχανία


Νίκος Αλεξίου, 2009
Ξημέρωσε. Λέω να μείνω ακόμα στο κρεβάτι. Καλά είμαι, μην ανησυχείς. Μόνο που δε θέλω να χαλάσει πάλι ο καιρός. Με ζέστανε ο ήλιος των τελευταίων ημερών και μου ‘χε λείψει. Και σε παρακαλώ, ας πάμε στη θάλασσα. Να κολυμπήσουμε κι ύστερα ας πνιγούμε απ’ την αρχή. Είναι ένας στίχος, βλέπεις, που 'λεγε ο Κραουνάκης τις προάλλες: «Να σβήσει αυτό το φως που μ’ ενοχλεί, να σβήσει…» Όχι, δεν κλαίω, τραγουδώ… Είναι και το ντοκιμαντέρ που είδαμε ψες. Εκείνο για τα παιδάκια στη Γουατεμάλα που πεθαίνουν απ’ την πείνα. Πρόσεξες πόσο μεγάλα μάτια είχαν οι μανάδες τους; Μου φαίνεται πως με κοιτούσαν όλη τη νύχτα... Ναι, σηκώνομαι σιγά σιγά. Μπα, δε θα κάνω κάτι ιδιαίτερο, θα συγυρίσω λίγο. Θα ψάξω και μια λέξη στον Μπαμπινιώτη. «Αμηχανία». Άραγε ταιριάζει να πει τα όσα ζούμε; Όχι εμείς – εσύ κι εγώ, εμείς – ο κόσμος εννοώ. Για τι; Μα για όλα! Για τις εξεγέρσεις των Αράβων, την απεργία πείνας των μεταναστών, τις διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων, την άνοιξη… «Αμηχανία», λοιπόν, «η αδυναμία να αντιδράσει κανείς με τον κατάλληλο τρόπο, να πράξει ή να πει αυτό που θα έπρεπε». Αυτό που θα έπρεπε… Μα είναι σαν να μας έπιασαν στον ύπνο και δεν προλάβαμε να μελετήσουμε. Αν τουλάχιστον μας το έθεταν απλά: Είστε υπέρ ή κατά; Κι όχι αυτό το «Εμείς είμαστε Κύπριοι. Εσύ, κύριε;». Εσύ; Εσείς; Εμείς… Τι μουρμουρίζω; Να θυμηθώ να ψάξω για την ταυτότητά μου, λέω, πάνε λίγες μέρες που την έχασα… Το βράδυ μην αργήσεις. Κάλεσα κόσμο να μοιραστούμε τη μοναξιά μας. Ναι, τη δική μας μοναξιά. Των Αράβων, των μεταναστών και των Τουρκοκυπρίων κρύβει μια ελπίδα, δεν είν' το ίδιο. Αν μπορείς φέρε και λουλούδια. Γιασεμιά να μην είναι. Κι ένα χαρταετό για τη Δευτέρα. Να γράψουμε τις ευχές μας να τις πετάξουμε στον ουρανό. Άκουσα πως έτσι βγαίνουν. Όχι, τίποτε άλλο. Αυτά μόνο. Καλημέρα.


Υ.Γ.: Μετά από αυτή την ανάρτηση θα κάνω μια παύση. Είναι Άνοιξη κι έχω ανάγκη να βγω απ' την εικονική πραγματικότητα και να πάρω λίγο φρέσκο αέρα. Δεν ξέρω αν θα γυρίσω στα Χνάρια και πότε... Ευχαριστώ όσους προσπάθησαν να με καταλάβουν. Πιο πολύ ευχαριστώ για όσα μπόρεσα να καταλάβω εγώ.

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

Αλήθεια αράγιστη



The three ages of woman
(detail),
Gustav Klimt

Φουστάνι λευκό
Κυριακής μελαγχολικά απογεύματα
Λέξεις που ταξίδευαν για να ανταμώσουν
Οι ποιητές
Κι η βροχή.

Η βροχή πάντα
Ένα όνειρο κυνηγώντας
Δυσερμήνευτη γραφή
Που εξηγήθηκε
Κι άξαφνα χάθηκε
Σαν άγαλμα
Ασάλευτα
Αναιρώντας
Το ποτέ και το πάντα.

Πολύ με παίδεψες ανώφελο.

Πια το κλάμα ενός μωρού
Μου γέμισε τα χέρια.
Αλήθεια μου αράγιστη
Μονάκριβη
Και μόνη.

Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2010

Η θλίψη

Αλλάζει πρόσωπα η θλίψη
Μα εσύ κοιμάσαι.
Κυλά αργά αργά στις φλέβες
Χρωματίζει το βλέμμα γκρίζο
Χαράζει μια ακόμα ρυτίδα
Στη γωνιά του ματιού
Κι άλλη μια ρινίδα αθωότητας
Αφανίζεται.
Εσύ υποκρίνεσαι
Πως δεν ακούς τη σιωπή
Κι ενοχοποιείς βραχνές φωνές
Μελαγχολικούς ποιητές
Και πληγές γιατρεμένες από καιρό.
Σαν ξυπνήσεις
Στο πάτωμα
Χνάρια
Ενός αλλόκοτου χορού
Και ίχνη σκόνης
Από ένα φάντασμα που έγινε άνθρωπος
Κι ύστερα πάλι
Εξαΰλώθηκε.

(Το κορίτσι είναι του Egon Schiele)

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

'Αλλη εποχή

Δευτέρα πρωί.
Άλλη μέρα.

Το σκουπιδιάρικο πέρασε.
Μάζεψε
Φθαρμένα ψάθινα καπέλα
Πολύχρωμα μαντήλια
Ληγμένα αντηλιακά.
Πήρε μαζί τους
Καμένες φωτογραφίες
Από ταξίδια που έγιναν
Κι απ’ άλλα που άργησαν.
Ανάκατες κονσέρβες
Μ’ ανέμελες αλκοολικές κουβέντες
Σκουλαρίκια από κοράλια
Και μπουκάλια με μηνύματα
Που ρίξαμε στο νερό
Και πνίγηκαν.
Σε κάποια χωματερή
Θα λιώνουν
Τενεκεδάκια από μπύρες
Κι από ελπίδες
Χωνάκια παγωτό.
Ο κόσμος πια
Χωρίς
Γυαλιά ηλίου
Πιο φωτεινός
Κι ας συννεφιάζει.

Δευτέρα πρωί.
Άλλη εποχή.

Καλημέρα.


(Η φωτογραφία είναι του Νίκου Χρυσικάκη)

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

Τριάντα και κάτι


Ήταν νύχτες με μπύρες στην παραλία. Άλλες χωμένοι σε βαρκούλες που το ξημέρωμα θα έβγαιναν για παραγάδι. Ήθελα τόσο να ερωτευτώ έναν ψαρά. Ένας συμφοιτητής απ’ την Κάλυμνο μου ‘ταζε να γίνει σφουγγαράς για να τον αγαπήσω. Ήταν τα μεγάλα καράβια στον ορίζοντα φωτισμένα. Κάποια μέρα θα φεύγαμε μαζί τους. Αυγουστιάτικα φεγγάρια κι εμείς μετρούσαμε τα αστέρια. Γελούσαμε. Με τη Μαρίνα μάθαμε όλους τους στίχους των Κατσιμιχέων για να τους τραγουδούμε στη συναυλία. Όλοι διαφορετικοί, όλοι ίσοι. Ξημερωβραδιαζόμασταν στα γρασίδια. Οι γραμμές στα χέρια νωπές. Σημάδια από πορείες που θα κάναμε παρέα. Ένα παλιό σπίτι, κάπου στην Παπάφη, πουλιόταν. Με τον Ξενή παίξαμε το πρώτο μας Λόττο. Θα κερδίζαμε και θα το παίρναμε. Θα συναντιόμαστε εκεί τα παιδιά του αγώνα. Με βιβλιοθήκη, αίθουσα προβολών και ταράτσα. Οι πατούσες σκληρές. Περπατούσαμε ξυπόλητοι. Πευκοβελόνες. Διαβάζαμε βιβλία κάτω απ’ τα πλατάνια. Θυμάσαι τον Παπαλάγκι; Πόσα αντίτυπα είχαμε πάρει; Το τελευταίο κάπου το δάνεισα. Είσαι ένας τζένταϊ, έλεγε η Κούλα. Η Μαρία ανακάλυπτε τον Καρούζο. Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά, η Γώγου. Δε μου πήγαινε το μαύρο. Ήθελα χρώματα. Η Ζωή ζωγράφιζε στις γάμπες της λουλούδια. Η Άννα έγραφε σαν τη Βαμβουνάκη. Πρωτομαγιά με τον Πομφόλιξ να πάρουμε τους δρόμους μας πίσω. Η Χριστίνα χάραξε σ’ ένα πεζοδρόμιο Χ+Ε=LFE. Εσύ κυνηγούσες την αστυνομία. Έκλεισα τα 20 σε μια λίμνη στη Στοκχόλμη. Μπορούσα τα πάντα. Εκεί κι ο Νεόφυτος... ύστερα έφυγε. Στο Βερολίνο μια κάρτα έδειχνε ανθρώπους να γκρεμίζουν το τείχος. Τη χάρισα στη Μεράλ... για την πατρίδα μας, της είπα. Το Μαράκι θα γινόταν πολεμική ανταποκρίτρια. Η Μάρθα ξεκινούσε για παραστάσεις στην Αλβανία. Ο Μαυροκέφαλος τηλεφωνούσε τρεις η ώρα το πρωί για να μου παίξει μαντολίνο. Με τη Δέσποινα στη Bruges με ανοιχτά παπούτσια κι έβρεχε. Μαζεύαμε ιδέες να φέρουμε πίσω μαζί μας. Η Νατάσα ήθελε να μπορούσαμε να κυβερνήσουμε. Κι ο Δημήτρης κάτι να γίνει να αλλάξει η κατάσταση. Συναντήσεις, συζητήσεις, μπουκάλια κρασί και να ονειρευόμαστε. Θα μετακομίζαμε στο Τρόοδος και θα ταξιδεύαμε όλοι μαζί. Θα συνεχίζαμε να πιστεύουμε. Και να επιμένουμε. Και να γελούμε.

Τώρα τριάντα και κάτι. Κι είναι μια θλίψη στα μάτια σου... Τα καράβια έφυγαν και μας άφησαν πίσω. Χάσαμε στ’ αστέρια το μέτρημα κι εκείνη τη σπίθα που έμοιαζε άσβεστη. Συνηθίζουμε σιγά σιγά και χωρίς. Μέρα τη μέρα περισσότερο. Κι είμαστε καλά. Αλήθεια. Τα καταφέρνουμε. Κι έρχονται καινούριες μέρες, όμορφες, πιο όμορφες ίσως. Μόνο που μελαγχολούμε καμιά φορά. Κάτι τέτοιες νύχτες καλοκαιριού, ας πούμε, που στις πλατείες παίζει μουσική. Μου λείπετε...

(Οι πεταλούδες είναι του Salvador Dali)

Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

Τελειώνει η έμπνευση;


Τελειώνει η έμπνευση; Η ικανότητα των πραγμάτων να σε γοητεύουν; Να σε εκπλήσσουν; Να σου αποκαλύπονται; Να σου ανοίγουν νέους δρόμους στη σκέψη; Να οξύνουν τις αισθήσεις σου, να λειαίνουν τα αισθήματά σου; Τελειώνει η επιμονή σου να παρατηρείς; Να αφουγκράζεσαι ακόμα και τη σιωπή; Να βλέπεις όσα φαίνονται και να διαισθάνεσαι τα άλλα; Να διακρίνεις τις αποχρώσεις; Να μην αρκείσαι στις προφανείς εκδοχές; Να αναζητάς τις κρυφές διηγήσεις, τις αιρετικές ερμηνείες; Τελειώνει η ευαισθησία σου; Η δύναμή σου να συγκλονίζεσαι; Η αντοχή σου να συγκινείσαι; Τελειώνει η επιθυμία σου να μοιράζεσαι την ομορφιά, να αρνείσαι την ασχήμια; Να κοινωνείς την άγνοιά σου, την αγωνία, το δέος σου; Να φυλάς τη μοναξιά σου; Τελειώνει η υπομονή σου να εκτίθεσαι; Να τσαλακώνεσαι; Να μην καταλαβαίνεις; Να μη σε καταλαβαίνουν; Να μην τους αφοράς; Τελειώνει η εμμονή σου να αναρρωτιέσαι, να ρωτάς; Να καταλήγεις σ’ αδιέξοδα; Να κάνεις στο πλάι, να κάνεις πίσω; Να ξεκινάς απ’ την αρχή; Τελειώνει η παραδοχή πως δεν έφτασες; Πως έχεις δρόμο ακόμα; Πως όσο πλαταίνει η γνώση τόσο μακραίνει η αμφιβολία; Τόσο πληθαίνει η αμφισβήτηση; Ακόμη και του εαυτού σου; Τελειώνει η δίψα σου να μη μείνεις εδώ; Να μην πεθάνεις;

Δεν ξέρω. Ίσως φθίνει κάτω απ’ το βάρος της καθημερινής επαφής με τετριμμένες καταστάσεις και μικρούς ανθρώπους. Ίσως τη φθείρει η ροπή προς το εύκολο, η έλξη προς το τίποτα, το τόσο τίποτα τριγύρω. Ίσως κουράστηκε να έχει αντιστάσεις, ίσως απογοητεύτηκε. Αφού γνωρίζει πως δεν «τελειώσανε πια τα ερωτήματα που δεν περιμένουν απάντηση», πως δεν τελειώνουν ποτέ.

«Κι όμως πρέπει να βρει ένα νόμισμα η ζωή». Και το ξέρεις καλά. Γι αυτό, ίσως πάλι απλώς ξαποσταίνει. Ίσως σωπαίνει λαμβάνοντας φακέλους «γεμάτους σύννεφα και θύελλες» κι ακούγοντας, σαν ήρεμη ελιά, τους ανέμους. Κι ανεπαίσθητα τους αποκωδικοποιεί. Μέχρι να μπορέσει να τους εκφράσει και πάλι. Να τους ξορκίσει. Κι ίσως τούτη η διαδικάσια να είναι η ζωή. Η δική σου τουλάχιστον...


Υ.Γ.: Έφυγε στα 87 του ο Πορτογάλος Νομπελίστας συγγραφέας Ζοζέ Σαραμάγκου. Πριν από 2 χρόνια ξεκίνησε να γράφει καθημερινά σε δικό του blog. Πέρυσι δημοσίευσε το τελευταίο του βιβλίο. Παλαιότερα είχε γράψει πως, «είμαστε τυφλοί γιατί είμαστε νεκροί, που κάνει το ίδιο».


(Ο πρώτος στίχος σε εισαγωγικά είναι του Τίτου Πατρίκιου. Οι άλλοι δύο του Ελύτη.
“The False Mirror” είναι του René Magritte)

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Του καλοκαιριού

Μύρισε καλοκαίρι. Τα χαλιά μαζεύτηκαν κι άνοιξαν τα παράθυρα. Τραπεζάκια έξω κι οι φίλοι συναντιούνται για μπύρα, τα παιδιά για παγωτό. Στους δρόμους φορτηγά φορτωμένα καρπούζια, στις βιτρίνες πολύχρωμα φουστάνια κι εμπριμέ μαγιό, στις διαφημίσεις πακέτα ονειρεμένων διακοπών σ’ εξωτικούς τόπους. Στο ράδιο καινούρια τραγούδια χαρούμενα και στις πλατείες οι πρώτες υπαίθριες συναυλίες. Η αγωνία στις τηλεοπτικές σειρές κορυφώνεται και φθίνει στο πολιτικό σκηνικό. Η μέρα μεγαλώνει και τα όνειρα του ύπνου γίνονται ανάλαφρα. Σαν τα κορμιά που κόβουν τώρα λιπαρά και σοκολάτες και ξεκινούν εντατικές κούρες σε ινστιτούτα αισθητικής και γυμναστήρια. Κάπως έτσι ξορκίζεται το άγχος της παραλίας και με βιβλία τσέπης οι απωθημένοι έρωτες. Με κοκτέηλ και με φραπέ σβήνει η δίψα μας.

Μόνο που τα βράδια πέφτει ακόμα μια ψύχρα... Λες και το καλοκαίρι αντιστέκεται, λες και χλευάζει την αδημονία μας.

Και με πιάνει μια θλίψη με κάτι στίχους χειμωνιάτικους, «Τρικάταρτο η αγάπη σου και ο καιρός αρμύρα...». Και με το διάσημο μπλε αδιάβροχο του Cohen, “And thanks for the trouble you took from her eyes…”. Και γυρεύω πάλι να παιδέψω την ψυχή μου με το σκοτεινό κόσμο του Ντοστογιέβσκη, να νιώσω ποιο το έγκλημα και ποια η τιμωρία. Να καταλάβω πώς οι μέρες περνούν γεμάτες υποσχέσεις και συνάμα χλωμές. Και πώς μένει πάντα αυτό «που αδιανόητα κι αδιάλειπτα θα λείπει», όπως γράφει ο Σταυρόπουλος. Και πώς τα ματαιωμένα καλοκαίρια σκιάζουν αυτά που θα ‘ρθουν...

«Πώς σε βγαλαν και πάλι οι λέξεις σου εδώ;», θα ρωτήσεις. Σσσσσσς........ Μη μιλάς. Άκου τα βήματά τους. Τ’ ακούς πιο εύκολα τα βράδια, όταν κάνει δροσιά. Δεν χρειάζεται να ‘χει φεγγάρι. Στο σκοτάδι βρίσκουν πιο εύκολα το δρόμο για να βγουν στον αέρα. Δεν σέρνουν κανένα χορό, δεν έχει μουσική. Χωρίς ρυθμό πορεύονται, καθεμιά κουβαλώντας απλώς την αλήθεια της. Κι έτσι συναντιούνται, όπως ανταμώνουν οι ψυχές που αντέχουν να αφουγκραστούν τους παλμούς τους. Για λίγο μόνο. Κι απ’ το σμίξιμό τους βγαίνουν ποίηματα τέλεια σαν μωρά. Πρέπει να ‘σαι εκεί, εσύ με τη σιωπή σου και δίχως τίποτ’ άλλο. Ν’ ακούσεις το πρώτο τους κλάμα. Το πρώτο δικό σου. Τότε που τα καλοκαίρια σήμαιναν πόδια ξυπόλητα στην άμμο. Και το νερό που έτρεχε ξέπλενε μόνο τα μάτια για να δουν τον κόσμο φωτεινό...


(Το Κορίτσι με ανεμιστήρα είναι του Paul Gaugin)

Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

Τα αν τα παίρνει ο άνεμος

Η Άνοιξη
κι οι ανοιχτοί δρόμοι
των ανέμελων βεβαιοτήτων
δε θα ξανάρθουν.
Μπορεί και
να μην υπήρξαν ποτέ.
Γιατί με τα «αν»
δε γίνεται
ζωή.

Τα «αν» τα παίρνει
ο άνεμος
σαν βήματα
που χοροπηδούν
ανυποψίαστα
και μένουν μετέωρες
οι στέγες των ονείρων.

Και παίρνεις να χτίζεις πάλι
δοκάρια
από κάτι στάλες
κόκκινες
που ξέμειναν στο πάτωμα
και να μπαλώνεις
πανιά
από μαδημένα φτερά
ηλιοτροπίων.

Με τις πρόκες
που καρφώνεις
αδέξια
παράθυρα
στο σκοτάδι
γίνεται η ζωή.
Γίνεται
όταν θάβεις
την πιθ-αν-ότητα
για να φυτρώσουν
άστρα.

(Ο άντρας που διασκελίζει
είναι του Alberto Giacometti)

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

Νίκη όπου έχω νικηθεί

Θα ξεντυθώ τα φτερά
και θα ακουμπήσω τα κουπιά στην άκρη της θάλασσας
θα θυμηθώ τη διάλεκτο της γης
και θα μάθω απ’ την αρχή να τη μιλάω
θα κρατάω σφικτά ένα μίτο
στους λαβυρίνθους μου
και μια ομπρέλα
σαν βρέχει περιττές προσδοκίες
θα πετώ τα λουλούδια όταν μαραίνονται
κι όλα τα άχρηστα τιμαλφή της μουσειακής κάμαράς μου
δε θα μετρώ τα αστέρια
δε θα μιλώ στις γάτες
δε θα γνέφω στα κύματα
θα αφήσω τα όνειρα να ξεκουραστούν
και τους ανέμους έξω απ’ τα παράθυρα
θα το πιστέψω πως ο κόσμος είναι απλός
πως είναι κάποιες βεβαιότητες βέβαιες
και κάποιες ήττες που ηττήθηκαν
θα παραφυλάω τα βράδια
μη χαθούν τα ακριβά μου
μισή αγρίμι μισή αερικό
κι ολόκληρη άνθρωπος
που φοβάται
μην κυλήσει η ζωή σαν αφρός
και δε μείνουν στα δάχτυλα
παρά σκόρπιες λέξεις ματαιοδοξίας.

Μόνο αν σωπαίνω καμιά φορά
μην τρομάζεις.
Μια λαβωματιά
ό,τι απέμεινε
από ένα πόλεμο νικημένο πια.

(Ο τίτλος είναι από το Μονόγραμμα του Ελύτη.
Η μπλε ανθρωπομετρία είναι του Yves Klein.)

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

Γυναίκα και άγαλμα


«-...γιατὶ τ᾿ ἀγάλματα δὲν εἶναι πιὰ συντρίμμια,
εἴμαστε ἐμεῖς. Τ᾿ ἀγάλματα λυγίζουν ἀλαφριὰ ... καληνύχτα.»


Σου αρέσει αυτή η γραφή η πολυτονική που μοιάζει να ασελγεί στο μονότονο σύμπαν. Λες να την κρατήσεις κι ας μην την καταλαβαίνεις. Σαν όλα που δεν καταλαβαίνουμε μα τα κρατούμε κι ίσως τα κρατούμε γιατί δεν τα καταλαβαίνουμε κι αν τα καταλαβαίναμε δεν θα μπορούσαμε να τα κρατήσουμε πια. Ασκήσεις νεοελληνικής επί χάρτου, θα πούνε πάλι κάποιοι. Τον εαυτό μου αδειάζω στο χαρτί, μ’ αυτόν παιδεύομαι και με τον κόσμο, θα ‘θελες ν' απαντήσεις. Μα απλώς θα χαμογελάσεις κι ίσως παραθέσεις μερικές κουβέντες του Κούντερα. Που δεν τα ξέρει όλα. Όπως ούτε κι ο Καμύ. Κι ας λέει πως «ο ηρωισμός δεν είναι σπουδαίο πράγμα, η ευτυχία είναι πιο δύσκολη». Απλώς συμφωνείς.

Και θυμάσαι πως ήθελες να μιλήσεις γι αγάλματα. Οι στίχοι του Σεφέρη κι η ζωγραφιά της Αντρεάνας η αφορμή – αν είναι ποτέ αφορμή άλλη έξω από σένα. «Γυναίκα και άγαλμα» ο τίτλος του έργου και σε συγκλονίζει η γήινη ζεστή ομορφιά που ‘χει αγκαλιάσει μ’ όλο το είναι το λευκό κρύο μάρμαρο. Που μένει ασάλευτο κι αράγιστο χωρίς ένα σκίρτημα στο τύλιγμα του κορμιού της, κάτω απ’ τα κόκκινα χείλη της. Κι εκείνη υποφέρει. Όχι από γυναικεία ματαιοδοξία ή από πληγωμένο εγωισμό. Από ένα ρίγος θανάτου. Πώς αντέχει να μην αισθάνεται; Και θέλει να ξεσχίσει τις φλέβες του με τα νύχια της, να δει να ξεπηδάει το αίμα του και να χύνεται, να το νιώσει καυτό κι ένας πόνος ανθρώπινος να χαρακώσει για μια στιγμή τη ματιά του. Να τον γλιτώσει απ’ την ανυπαρξία του, να τον λυτρώσει.

«Έχεις στο πρόσωπο μια περηφάνια τόση», του χες ψιθυρίσει μια νύχτα...

Κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και τρομάζεις απ’ την αντανάκλασή σου από φίλντισι. Μια λεία σκληρή χλωμάδα στη νεκρικά ανέκφραστη μορφή σου. «Μα πού γύριζες;» και πού άφησες παντοτινά τις ψευδαισθήσεις, τις απαντοχές και τις ελπίδες σου; Ποια «όχι» σου ‘κλεψαν τη γλύκα των ματιών σαν γνέφουν «ναι»; Ποια «ναι» σε αποκοίμισαν και τώρα αγρυπνάς πεισματικά μη σε ξαναπλανέψουν; Ποιον πολεμάς;

Δεν είναι πόλεμος. Η ευαισθησία σου είναι. Κι οι συλλαβές σου την λιθοβολούν. Και πετυχαίνουν πάντα εσένα. Γυναίκα ή άγαλμα, τι σημασία να ‘χει; Πότε γυναίκα, πότε άγαλμα... Σε μια εναλλαγή εαυτών που δεν επέλεξες, εκλιπαρείς για μια πνοή.

«Ὥρα νὰ πηγαίνω / δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος», ο Καρούζος.


(Το έργο είναι της ζωγράφου Αντρεάνας Καμπανέλλα από την έκθεσή της "First Solo" που παρουσιάστηκε στη Λευκωσία το 2004)

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009

Κακίας εξαιρουμένης

Σκέψεις, λέξεις, στίχοι, ήχοι, μουσικές, δοκιμές, επιρροές, ζωγραφιές, παιχνίδια, μυρωδιές, εκδρομές, βόλτες, βροχές, αναπνοές, ανατροπές, όνειρα, ευκαιρίες, αποφάσεις, ήττες, διαψεύσεις, απογοητεύσεις, όρια, χαμόγελα, μικροί αγώνες, αγωνία, απορία, «βίρα», όχι, ναι, μαζί, αρχή, καλημέρα, έλα, άνοιξη, καμπάνες, δώρα, ψίθυροι, σκιές, κίτρινα φύλλα, φαντάσματα, αγάλματα, κομμάτια, σιωπή, τέλος, βυθός, βάθος, στάχτη, καπνός, θυμός, σελίδες λευκές, γιατί, χωρίς, πολύ, ποτέ, πάντα, λείπεις, λύπη, λήθη, μύθοι, γρίφοι, ερωτήματα, ταξίδια, ξενύχτια, γιορτές, αναζητήσεις, ανακαλύψεις, αποκαλύψεις, επαφή, μοναξιά, μελαγχολία, πίκρα, γνώση, πίστη, προδοσία, εμμονές, ενοχές, πάθος, λάθος, λάθη, πτήσεις, πτώσεις, μεταπτώσεις, ματαιώσεις, αλήθειες, νέες ζωές, αποχαιρετισμοί, συγκίνηση, ευγένεια, ευαισθησία, πείσμα, αισιοδοξία, κατακτήσεις, αναθεωρήσεις, κλειδιά, παράθυρα σφαλιστά, φοβάμαι, συγγνώμη, θεοί, σκορπιοί, σκοτάδια, άστρα, φεγγάρια, βότσαλα, χρώματα, πουλιά χελιδόνια, φωλιές, φωτιές, φτερά, χαρταετοί, λιμάνι, ουρανοί, χώμα, διαμάντια, νοήματα, εκδοχές, αγκαλιές, συννεφιές, Κυριακές, ευχές, προσευχές, βήματα, χνάρια, διαδρομές, αδιέξοδα, δρόμοι, νυχτώνει, ξημερώνει, σαν παιδιά, μαγικά, κοντά, ζεστά, ξανά, να γελάς, δύναμη, ελπίδα κι ευγνωμοσύνη, μια θάλασσα ευγνωμοσύνη.

«Μη μου τ’ αποσυνθέτετε αυτά, μη,
όλα τ’ αγάπησα γραμμή»
, έγραφε ο Μόντης.

Όλα ας τα πάρει ο χρόνος που φεύγει κι όλα να τα φέρει ο νέος ξανά!
(μόνο την κακία των ανθρώπων ας κρατήσει μακριά – δεν έχω αντισώματα κι ας μην αναπτύξω, Θεέ μου, ποτέ)

Μα αν έπρεπε να διαλέξω μόνο δυο λέξεις, σαν τη Δημουλά στην «Τροχονόμο Λέξη» της, θα διάλεγα την ποίηση και τον έρωτα – τον ουσιαστικό. Να μου δείχνουν το δρόμο σ’ ένα κόσμο τυφλών.

Καλή χρονιά εύχομαι, γεμάτη!

(Τη λέξη «δύναμη» τη χρωστώ στους φίλους μου. Ο Ίκαρος είναι του Henri Matisse)

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Γιατί δεν είναι, κοριτσάκι...

Άκουγα ξανά τα «Θλιβερά μαντάτα» σε μια νέα εκτέλεση. Και τούτη τη φορά, η καρδιά μου δεν πιάστηκε μόνο σε κείνο το αβάσταχτο: «Και πώς να σ’ αποχωριστώ και πώς να σου μακρύνω και πώς να ζήσω δίχως σου;», μα κοντοστάθηκε σ’ ένα άλλο στίχο λίγο πριν το τέλος: «Κι όντε σου πουν κι απόθανα, λυπήσου με και κλάψε».

Τούτη την ύστατη παραγγελιά του Ερωτόκριτου την είχα ξανασυναντήσει, θυμήθηκα, στο «Βούττημαν Ήλιου» του Λιπέρτη:
«Έλα τζιαι σού στο μνήμα μου τζιαι μες στον μπότην άψε
Αϊταφίτικον τζιαιρίν
Κάπνισε, κόρη, νακκουρίν
Νομάτισ’ με τζιαι κλάψε».

Και πια μπερδεύτηκαν οι λέξεις της Κρήτης και της Κύπρου: «Αγάπουσ σε έξω ψυσιής, για σένα εγεννήθηκε στον κόσμον το κορμί μου». Ή μήπως οι λέξεις της αγάπης, της αληθινής, που είναι παντού και πάντα ίδιες; Και που ζητούν στερνή απόδειξη, σαν ξόρκι του θανάτου και σαν παρηγοριά, το κλάμα της...

Έρχονται Χριστούγεννα και μοιάζουν αταίριαστες οι σκέψεις μου με τις φωτισμένες φάτνες. Έτσι κι αλλιώς, το θείο βρέφος αθώο θα ξαναγεννηθεί κι ανυποψίαστο. Μα εσύ πια ξέρεις. Πως δεν είναι θάλασσα δίχως μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Και θέλεις να πεις ευχαριστώ. Γι αυτή σου τη γνώση και για κάθε νέα που σου φέρνει το ξημέρωμα. Για κάθε ξημέρωμα να πεις ευχαριστώ. Που δεν είναι αυτονόητο για όλους τους ανθρώπους, μήτε απλό ή εύκολο. Μα ‘ναι τα λόγια σου γραμμένα δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα, που λεγε κι ο Κατσαρός, και πώς να τολμήσεις να τ΄ αρθρώσεις; Τι μπορείς να πεις εσύ για τη δυστυχία του κόσμου; Από δέος κι από σεβασμό σωπαίνεις.

Και ξέρεις πως μόνο να γίνεις ό,τι ζητάει η ευτυχία του κόσμου πρέπει. Έτσι σε έμαθε ο Ρίτσος, κοριτσάκι. Αυτό να κρατήσεις.
Κι εκείνο το υπέροχο: «Τι να τα κάνω τ’ άστρα, αφού λείπεις;»...

Ο κόσμος κι εσύ. Εσύ στον κόσμο. Ο κόσμος μέσα σου.
Κι οι ισορροπίες τόσο δύσκολες.

(Ο τίτλος είναι από ποίημα του Γιάννη Ρίτσου. Το κορίτσι που ζωγραφίζει είναι του Γιάννη Μόραλη)