![]() |
| René Magritte, Le beau monde (Ο όμορφος κόσμος), 1962 |
Στο ένα φθινόπωρο
κι ένα χειμώνα που έζησα στις Βρυξέλλες, παρατηρούσα συχνά τα δέντρα – τους ψηλούς γυμνούς κορμούς με τα λεπτά κλαδιά στα οποία κάθονταν, θαρρείς σαν κι εμένα σκεφτικά, τα πουλιά
της πόλης.
Επιστρέφοντας, τέσσερα σχεδόν χρόνια μετά, μπόρεσα στον ελάχιστο μου
χρόνο να δω τα έργα του διασημότερου Βέλγου ζωγράφου, του René Magritte. Να δω τα δικά του δέντρα, τα ψάρια και τις
κουκουβάγιες του, τους αντεστραμμένους καθρέφτες του, τους ανθρώπους με τις καμπαρντίνες, τις γυναικείες φιγούρες του, τους γαλανούς ουρανούς του με τα λευκά συννεφάκια.
Να δω εκείνα που κρύβονται, μα και κείνα που είναι, και που, κατά τον ίδιο τον καλλιτέχνη,
δεν σημαίνουν κάτι, επειδή και το μυστήριο
δεν σημαίνει κάτι – είναι απλά άγνωστο.
Βγαίνοντας απ’ το
μουσείο, κοίταξα το βρυξελλιώτικο ουρανό κι ήταν σαν να αντίκριζα κάποιον απ’ τους
πίνακες του Magritte και μια
ψηφίδα απ’ τη φυσιογνωμία της πόλης. Που παραμένει, συλλογίστηκα, άγνωστη σ’
εμάς τουλάχιστον τους περαστικούς διαβάτες κι όσους την έχουν ταυτίσει με το
απρόσωπο τετράγωνο της Schuman και τους ατσαλάκωτους τεχνοκράτες που το κατακλύζουν.
Αφού δεν είναι αυτό οι
Βρυξέλες ή μάλλον δεν είναι μόνο αυτό. Είναι μια πόλη με γωνιές και γειτονιές, με
μεγάλους δρόμους, πλατείες και στενοσόκακα, με μικρά μαγαζιά που επιδιορθώνουν παπούτσια ή
πουλούν τσάι, με υπαίθριες αγορές και τέχνη, με χαλάλ κρεοπωλεία και γυναίκες
με μαντίλες, με παιδάκια με χαριτωμένα σκουφιά, με λουλούδια στα παρτέρια, με
κίνηση, με άθλια τουριστικά μέρη, με διαρρήξεις, με απεργίες, με άλυτα προβλήματα, με ανθρώπους που κυνήγησαν το όνειρό τους, με
ανθρώπους απογοητευμένους ή σκυθρωπούς, με ανθρώπους που ερωτεύονται, κουράζονται
ή υποφέρουν, με συνηθισμένους, τέλος πάντων, ανθρώπους, εν πολλοίς άγνωστων λοιπών στοιχείων, οπτικών και προοπτικών.
Που κι αυτοί, σαν
και ‘μας στην άλλη άκρη της Ευρώπης, ίσως αγνοούν ή αδυνατούν να συλλάβουν
σε πόσο μεγάλο βαθμό οι «Βρυξέλλες» – όχι ο τόπος τους, οι άλλες του ευρωπαϊκού
ιδεώδους – διαμορφώνουν κι επηρεάζουν, άλλοτε θετικά κι άλλοτε αρνητικά, τις ζωές
τους. Κι είναι ίσως κι αυτοί το ίδιο ανυποψίαστοι ή το ίδιο σαστισμένοι μπροστά σε αυτό
που φαίνεται, σ’ εκείνο που κρύβεται ή στο άλλο που σημαίνει. Κι ίσως νιώθουν κι αυτοί καμιά φορά το
ίδιο ξένοι προς τις ζωές τους, τις τόσο ετερόκλητες, τις τόσο ετεροκαθορισμένες.
