Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Λίγο πριν το παράλογο


Shaun Egan, Fields of lavender (National Geographic)


Ξεφυλλίζω παλιά όνειρα
- μικρές εκρήξεις
λίγο μετά  το χρόνο  
λίγο πριν το παράλογο.

Αχνό φως  
αθωότητας
που δεν ξέρεις 
αν υπήρξε στ' αλήθεια.

Κι όμως φτάνει
μια νύχτα καλοκαιριού
έτσι καθώς κοιτάς το φεγγάρι
να του απλώσεις τα χέρια.
Σαν να μην έμαθες πως δεν πετούν οι άνθρωποι.
Σαν να πετούν οι άνθρωποι.

Υφαίνει φτερά  η αγάπη
στα καρφώνει στους ώμους
πια πέταξες πάνω απ' τον ουρανό
και είδες.

Τον κόσμο θα σώσει
ό,τι αφήνει στο πέρασμά της
η ομορφιά.

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Θαν

Joan Miro, "La esperanza del condenado a muerte II" (1974)


Με ένα Θα η Θάλασσα.

Καλύτερα να ξεκινούσε μ’ ένα Αν.
Καθώς η Άνοιξη.

Σαν μια υπόθεση...
Κάτι που ίσως γίνει
ή εγίνηκε
ή που το φανταστήκαμε.

Μη σαν υπόσχεση.

Κι όχι γιατί ματώνουν
οι υποσχέσεις που ματαιώθηκαν,
μα γιατί μόνο μία
μένει αματαίωτη.

Του Θανάτου.
Της ματαιωμένης θάλασσας.

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Αναλύσεις αίματος

- Ένα τσιμπηματάκι
μη φοβάσαι δεν είσαι πια παιδί
μερικές σταγόνες
λίγη υπομονή
και την ίδια μέρα τα αποτελέσματα:
εντάξει κι ο σίδηρος και τ’ ασβέστιο κι η αιμοσφαιρίνη
τίποτε να ανησυχείς.
Όχι, δεν δικαιολογείται η χλομάδα σου
τα θολά σου μάτια
η δυσκολία σου να αναπνεύσεις.
Καμιά ευαισθησία δεν εντοπίζεται.
Το οξυγόνο κυκλοφορεί κανονικά.

The empire of light, René Magritte

Στο βάθος έπαιζε μουσική,
μια αγαπημένη φωνή
ράγιζε τις απαντοχές.
Έξω βοούσε ο αέρας
- μάλλον δεν είχε κοπάσει ποτέ -
και στα δάχτυλά μου
έφτανε υπόκωφο το ρίγος των φύλλων.
Ήξερα
πως σκοτείνιαζε στα μάτια των ανθρώπων
κι η παγωνιά τρύπωνε.
Σε λίγο θα ξεσπούσε
μια άστοχη
καταιγίδα.
Τα πουλιά και τα χρώματα
είχαν κιόλας μεταναστεύσει.
Οι αράχνες είχαν κουραστεί.
Σ’ ένα αργόσυρτο βασίλεμα
της ελπίδας
το δέος των μικρών θαυμάτων
που με είχε συγκλονίσει κάποτε
έδυε.
Ακινητούσα
στο μεταίχμιο μιας νύχτας
και μιας διαψευσμένης προσμονής.
Σκορπίζοντας βουβά
τις τελευταίες σταλαγματιές
άνοιξης
έκλεινα
σε ένα φυλακτό
τα ελάχιστα που μπόρεσε η ανθρωπότητα
τα ελάχιστα που μπόρεσε η ψυχή μου.
Έξω φωτιές.
Στο βάθος μια μελωδία
- εκείνα που μπορούσαν
μα δεν έγιναν.


- Το οξυγόνο κυκλοφορεί κανονικά. Καμιά ευαισθησία δεν εντοπίζεται. Δεν εξηγείται να μην αναπνέεις.

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

Της παρακμής*

Έκτακτη είδηση:
Lucian Freud, Leigh on a green sofa, 1993
Οι οίκοι αξιολόγησης
κι οι αγορές
υποτίμησαν
τον άνθρωπο.
Βρέθηκαν
νέες αξίες
να τον αντικαταστήσουν.

Κι εσύ μιλάς για ανθρωπότητα..

Μας έλαχε το βήμα πίσω,
σωστά τα είπε ο συναγωνιστής.
Είμαστε η γενιά της παρακμής.

Έντιμη μοιάζει μόνο η σιωπή
σε καιρούς που πολυλόγησαν.

Κι εσύ μιλάς για ποίηση..

Αγνοείται η πανσέληνος,
δεν το 'μαθες;


*Με αφορμή μια κουβέντα με φίλους

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

Αλήθεια αράγιστη



The three ages of woman
(detail),
Gustav Klimt

Φουστάνι λευκό
Κυριακής μελαγχολικά απογεύματα
Λέξεις που ταξίδευαν για να ανταμώσουν
Οι ποιητές
Κι η βροχή.

Η βροχή πάντα
Ένα όνειρο κυνηγώντας
Δυσερμήνευτη γραφή
Που εξηγήθηκε
Κι άξαφνα χάθηκε
Σαν άγαλμα
Ασάλευτα
Αναιρώντας
Το ποτέ και το πάντα.

Πολύ με παίδεψες ανώφελο.

Πια το κλάμα ενός μωρού
Μου γέμισε τα χέρια.
Αλήθεια μου αράγιστη
Μονάκριβη
Και μόνη.

Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2010

Η θλίψη

Αλλάζει πρόσωπα η θλίψη
Μα εσύ κοιμάσαι.
Κυλά αργά αργά στις φλέβες
Χρωματίζει το βλέμμα γκρίζο
Χαράζει μια ακόμα ρυτίδα
Στη γωνιά του ματιού
Κι άλλη μια ρινίδα αθωότητας
Αφανίζεται.
Εσύ υποκρίνεσαι
Πως δεν ακούς τη σιωπή
Κι ενοχοποιείς βραχνές φωνές
Μελαγχολικούς ποιητές
Και πληγές γιατρεμένες από καιρό.
Σαν ξυπνήσεις
Στο πάτωμα
Χνάρια
Ενός αλλόκοτου χορού
Και ίχνη σκόνης
Από ένα φάντασμα που έγινε άνθρωπος
Κι ύστερα πάλι
Εξαΰλώθηκε.

(Το κορίτσι είναι του Egon Schiele)

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

'Αλλη εποχή

Δευτέρα πρωί.
Άλλη μέρα.

Το σκουπιδιάρικο πέρασε.
Μάζεψε
Φθαρμένα ψάθινα καπέλα
Πολύχρωμα μαντήλια
Ληγμένα αντηλιακά.
Πήρε μαζί τους
Καμένες φωτογραφίες
Από ταξίδια που έγιναν
Κι απ’ άλλα που άργησαν.
Ανάκατες κονσέρβες
Μ’ ανέμελες αλκοολικές κουβέντες
Σκουλαρίκια από κοράλια
Και μπουκάλια με μηνύματα
Που ρίξαμε στο νερό
Και πνίγηκαν.
Σε κάποια χωματερή
Θα λιώνουν
Τενεκεδάκια από μπύρες
Κι από ελπίδες
Χωνάκια παγωτό.
Ο κόσμος πια
Χωρίς
Γυαλιά ηλίου
Πιο φωτεινός
Κι ας συννεφιάζει.

Δευτέρα πρωί.
Άλλη εποχή.

Καλημέρα.


(Η φωτογραφία είναι του Νίκου Χρυσικάκη)

Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

Τα αν τα παίρνει ο άνεμος

Η Άνοιξη
κι οι ανοιχτοί δρόμοι
των ανέμελων βεβαιοτήτων
δε θα ξανάρθουν.
Μπορεί και
να μην υπήρξαν ποτέ.
Γιατί με τα «αν»
δε γίνεται
ζωή.

Τα «αν» τα παίρνει
ο άνεμος
σαν βήματα
που χοροπηδούν
ανυποψίαστα
και μένουν μετέωρες
οι στέγες των ονείρων.

Και παίρνεις να χτίζεις πάλι
δοκάρια
από κάτι στάλες
κόκκινες
που ξέμειναν στο πάτωμα
και να μπαλώνεις
πανιά
από μαδημένα φτερά
ηλιοτροπίων.

Με τις πρόκες
που καρφώνεις
αδέξια
παράθυρα
στο σκοτάδι
γίνεται η ζωή.
Γίνεται
όταν θάβεις
την πιθ-αν-ότητα
για να φυτρώσουν
άστρα.

(Ο άντρας που διασκελίζει
είναι του Alberto Giacometti)

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

Νίκη όπου έχω νικηθεί

Θα ξεντυθώ τα φτερά
και θα ακουμπήσω τα κουπιά στην άκρη της θάλασσας
θα θυμηθώ τη διάλεκτο της γης
και θα μάθω απ’ την αρχή να τη μιλάω
θα κρατάω σφικτά ένα μίτο
στους λαβυρίνθους μου
και μια ομπρέλα
σαν βρέχει περιττές προσδοκίες
θα πετώ τα λουλούδια όταν μαραίνονται
κι όλα τα άχρηστα τιμαλφή της μουσειακής κάμαράς μου
δε θα μετρώ τα αστέρια
δε θα μιλώ στις γάτες
δε θα γνέφω στα κύματα
θα αφήσω τα όνειρα να ξεκουραστούν
και τους ανέμους έξω απ’ τα παράθυρα
θα το πιστέψω πως ο κόσμος είναι απλός
πως είναι κάποιες βεβαιότητες βέβαιες
και κάποιες ήττες που ηττήθηκαν
θα παραφυλάω τα βράδια
μη χαθούν τα ακριβά μου
μισή αγρίμι μισή αερικό
κι ολόκληρη άνθρωπος
που φοβάται
μην κυλήσει η ζωή σαν αφρός
και δε μείνουν στα δάχτυλα
παρά σκόρπιες λέξεις ματαιοδοξίας.

Μόνο αν σωπαίνω καμιά φορά
μην τρομάζεις.
Μια λαβωματιά
ό,τι απέμεινε
από ένα πόλεμο νικημένο πια.

(Ο τίτλος είναι από το Μονόγραμμα του Ελύτη.
Η μπλε ανθρωπομετρία είναι του Yves Klein.)