Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάλογοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάλογοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011

The Return



Η υποσημείωση αυτή προστίθεται για να παραπέμψει στη μετουσίωση του τραγουδιού σε εικόνες και λέξεις ψυχής από το Αερικό, εδώ.
Με ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Σάββατο 8 Μαΐου 2010

Την Ελλάδα θέλομεν

Εμείς αλλιώς τη μάθαμε την Ελλάδα. Στα σχολικά μας βιβλία ήταν πάντα γεμάτη φως, ήρωες και ποιητές και πρώτη τη δική της ιστορία διδαχθήκαμε. Η δική μας, όλη κι όλη, ένα σύνθημα στον τοίχο: «Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν πέτρες». «Όμως αντισταθμίζει που γράφουμε ελληνικά» έγραφε ο Μόντης κι μας συγκινεί ακόμη ο στίχος του Βαγορή «Την Ελλάδα αγαπώ, αλλά κι εσένα». Τα πρώτα μας ταξίδια είχαν το γαλάζιο του Αιγαίου κι εκεί πρωτοανταμώσαμε την ομορφιά. Εκεί μοιραστήκαμε τα πιο ανέμελα καλοκαίρια μας με φίλους που ήξεραν τι θα πει φιλοξενία. Εκεί μας δίδαξαν το μέτρο, το λόγο και την υποψία σπουδαίοι δασκάλοι. Κι οι άνθρωποι στους δρόμους πώς να διεκδικούμε τα δίκια μας. Πιστέψαμε σ’ αυτούς, στη σπιρτάδα, στη ζωντάνια και στην προκλητική όρεξή τους να χαίρονται. Με τις δικές τους μουσικές ντύσαμε τους έρωτες και τους χωρισμούς μας, τα δικά τους λόγια έδωσαν μορφή στις αναζητήσεις μας, με τα δικά τους κατορθώματα ξεδιψάσαμε την ανυδρία μας. Και στην ανάγκη εκεί στρεφόμασταν, εκεί κι όταν τολμούσαμε να παραδεχτούμε πως η οικονομική μας ευμάρεια απλώς δεν αρκούσε.

Ύστερα κάποιος ρώτησε τι θα πει «λαμόγιο». Η αποκαθήλωση πολιτικών και ολυμπιονικών. Η χώρα μια απέραντη συναλλαγή. Δημοσιογράφοι, γιατροί, μοναχοί, δικαστές, ψηφοφόροι... Όλα πωλούνται κι όλα χτίζονται. Λίμνες, δάση, αρχαία... Κι άνθρωποι ακόμη στη φωτιά. Εγκαταλελειμμένα πανεπιστήμια και μυαλά κλειστά. Ο πολιτισμός της Γιουροβίζιον και της Τζούλιας. Η γενιά των 700 ευρώ δίχως ύπνο. Δίχως όνειρα. Ξενιτιά. Καθένας για την πάρτη του. Δε βαριέσαι... Ζαρντινιέρες να χτυπούν φοιτητές, εξοστρακισμένες σφαίρες να πετυχαίνουν παιδιά, προφυλακίσεις για το λάθος χρώμα παπούτσια και τα θλιμμένα μπλε μάτια της Κούνεβα καμένα. Τιμωρία καμιά. Μόνο κάτι αυτόκλητα φασιστοειδή που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τις βιτρίνες απ’ τους ανθρώπους. Η χώρα στο χείλος της αβύσσου, κι ίσως στο βάθος της. Χωρίς ντροπή, χωρίς κάθαρση, χωρίς ελπίδα.

Όχι, εμείς μιαν άλλη Ελλάδα αγαπήσαμε. Κι αν τώρα είμαστε οργισμένοι δεν είναι από υπεροψία, ούτε γιατί σκλήρυνε η καρδιά μας. Είναι γιατί πονούμε. Και γιατί δεν θα ‘χουμε πού να κοιτάζουμε κάθε που θα θέλουμε να ψηλώνουμε λίγο.

(Το Αφιέρωμα στους τοίχους της Αθήνας είναι του Βλάση Κανιάρη)

Υ.Γ. Η σημείωση αυτή προστίθεται εκ των υστέρων για να παραπέμψει στην πιο συγκινητική αναφορά που έγινε από άλλο μπλόγκερ σε κείμενό μου.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

'Ωστε θέλεις να γίνεις συγγραφέας;

του ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ
(από τη συλλογή «Να περιφέρεσαι στην τρέλλα»
εκδόσεις Ηλέκτρα)

«Aν δεν βγει από μέσα σου με ορμή σε πείσμα όλων, μην το κάνεις.
Αν δεν έρθει απρόσκλητο απ΄ την καρδιά κι από το μυαλό κι απ΄ το στόμα και από τα σωθικά σου, μην το κάνεις.
Αν κάθεσαι μπρος στην οθόνη του υπολογιστή σου και την κοιτάζεις με τις ώρες και γέρνεις σαν καμπούρης πάνω από την γραφομηχανή σου γυρεύοντας με κόπο τις λέξεις που δεν έρχονται, μην το κάνεις.
Αν το κάνεις για τα λεφτά ή για την δόξα ασ' το καλύτερα.
Αν το κάνεις γιατί νομίζεις πως θα ρίξεις γυναίκες ή άντρες στο κρεβάτι σου, μην το κάνεις.
Αν κάθεσαι εκεί πέρα και γράφεις τα ίδια και τα ίδια, μην το κάνεις.
Αν προσπαθείς να γράψεις όπως κάποιος άλλος, ξέχνα το, άσ΄ το καλύτερα.
Αν μπορείς να περιμένεις να βγει από μέσα σου μουγκρίζοντας, τότε περίμενε υπομονετικά.
Κι αν δεν βγει με βαθύ βρυχηθμό, κάνε κάτι άλλο.
Αν πρέπει πρώτα να το δείξεις στη γυναίκα, στην γκόμενα, στον γκόμενο, στους γονείς σου ή σε οποιοδήποτε άλλο, δεν είσαι έτοιμος.
Μη γίνεις σαν όλους αυτούς τους γραφιάδες, μη γίνεις σαν τόσους και τόσους που αυτοαποκαλούνται "συγγραφείς", μην γίνεις γελοίος, πληκτικός, φαντασμένος.
Μην αφήσεις την αυταρέσκεια να σε κατασπαράξει.
Οι βιβλιοθήκες του κόσμου έχουν τρελαθεί στο χασμουρητό με το σινάφι σου.
Μην προστεθείς κι εσύ σ' αυτούς.
Μην το κάνεις, αν δεν πετάγεται απ΄ την ψυχή σου σαν πύραυλος, ασ' το καλύτερα.
Κάν΄ το μονάχα όταν νιώσεις πως αν δεν το κάνεις, θα τρελαθείς, θα αυτοκτονήσεις ή θα σκοτώσεις, αλλιώς μην το κάνεις.
Αν δεν νιώσεις πως ο ήλιος σου καίει μέσα σου τα σπλάχνα, μην το κάνεις.
Όταν στ' αλήθεια έρθει η ώρα κι αν έχεις το χάρισμα θα γίνει από μόνο του και θα συνεχίσει να γίνεται, ώσπου να σβήσει ή να σβήσει.
Άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Δεν υπήρξε ποτέ!»


υ.γ.: Τους στίχους του Μπουκόσφκι
συμπληρώνουν εξαίσια οι σκέψεις του ΔemΩΝ.

Κυριακή 30 Αυγούστου 2009

Εκτός γραμμών


«Το να προδώσεις, σημαίνει να βγεις απ’ τη γραμμή και να φύγεις στο άγνωστο»

(Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΕΛΑΦΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ, Μίλαν Κούντερα)

Με αφορμή το κείμενο του Ξενή Ξενοφώντος στο http://xenisxenofontos.blogspot.com/2009/08/blog-post_27.html

Η συζήτησή μας των ημερών μου θύμισε, συναγωνιστή, τον αγαπημένο Μανόλη Αναγνωστάκη: «Είστε υπέρ ή κατά; / Έστω απαντήστε μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι». Η αδυναμία μου να απαντήσω, να πάρω θέση, όπως εσύ την όρισες, με έφερε, ξανά, σε αμηχανία.

Θυμήθηκα πως μαζί τον γνωρίσαμε τον Αναγνωστάκη. Μαζί πρωτοψελλίσαμε «Έστω. / Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς» κι έτσι έμαθες ποιανού ήταν οι στίχοι στο κάδρο του πατρικού σου. Μαζί, οι δυο μας μόνοι, μοιράσαμε εκείνα τα φυλλάδια στα φώτα του Προεδρικού: «Το τι δεν πρόδωσες ε σ ύ να μου πεις / εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια...» Μαζί πιστέψαμε πολύ, μαζί ξενυχτήσαμε πάνω από σχέδια και όνειρα, μαζί στη διαδρομή Αθήνα-Θεσσαλονίκη (μου χες φέρει ένα μαξιλαράκι και γω το ‘χασα), μαζί στο τηλεφώνημα στον Αλκίνοο, μαζί στο Μαρκόπουλο, μαζί στο πρώτο τραπεζάκι στο προξενείο, μαζί στο οδόφραγμα παραμονές Χριστουγέννων, μαζί στο αμφιθέατρο τη νύχτα των 93 ψήφων που ο Νικόλας έκλαιγε τον έρωτα που έχανε κι εμείς μαζί για όσους δεν εκτίμησαν τα όσα είχαμε κάνει.

Κι ύστερα άρχισαν οι χωριστές μας διαδρομές. Οι «προδοσίες» μου. Που ποτέ σου δε μου συγχώρεσες, κάνοντας με πάντα να αισθάνομαι πως με αδικείς και πως δεν με καταλαβαίνεις. Χρειάστηκαν πολλές μοναχικές πορείες, πολλές ρήξεις με αυτό που υπήρξα κι αυτό που γινόμουνα, πολλές οδυνηρές μάχες με τις ιδέες και τα συναισθήματά μου, πολλές «προδοσίες» ακόμη και των πιο αγαπημένων μου, πολλοί αποχωρισμοί, για να αποδεχτώ πως δεν είναι δυνατό, αλλά ούτε κι αναγκαίο, να με καταλαβαίνουν. Πως πάντα θα υπάρχουν κι αυτοί που δεν θα μπορούν και θα ναι αυτοί που θα μου χουν γυρέψει μια δήλωση, ένα ναι ή ένα όχι, και δεν θα μπορώ εγώ.

Το αστείο ξέρεις ποιο ειναι; Πως κάτι τέτοιες δηλώσεις είναι κι οι πιο ανέξοδες. Ένα υπέρ ή ένα κατά, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις, χωρίς αναλύσεις, χωρίς αντίληψη της πολυπλοκότητας και την έντασης των πραγμάτων, των πτυχών και των δυνατοτήτων τους, χωρίς συναίσθηση του βάρους και του βάθους τους. Κι είναι, συχνά, κι οι πιο ανώδυνες.

Μόνο που απ’ τη ζωή μου διεκδίκησα (και συνεχίζω να διεκδικώ, αφού ποτέ δεν φτάνουμε) κάτι άλλο, κάτι που να μην εξαντλείται σε συμψηφιστικά διλήμματα, σε ομολογίες πίστης και σε ταμπέλες που αναβαφτίζουν, θαρρείς, την κάθε μας ανικανότητα. Διεκδίκησα να μην εγκλωβίζομαι ούτε στα ίδια μου τα πιστεύω, να μπορώ να αμφισβητώ πρώτ' απ' όλα το δικό μου τον εαυτό, να ζω τη ζωή όχι σαν να την έχω καταλάβει, αλλά ζητώντας να την καταλαβαίνω ξανά απ’ την αρχή. Κι ας μην μπορούν να με καταλάβουν όσοι περιμένουν από μένα να ονοματίσω τα πράγματα, να τους δώσω ένα σχήμα, να τα βάψω με ένα χρώμα, να τα χωρέσω και να χωρέσω κι εγώ στη μια τους τη διάσταση. Όσοι αναμένουν ότι θα πορεύομαι με συγκεκριμένο τρόπο σε συγκεκριμένες γραμμές.

Φοβάμαι, συναγωνιστή, πως θα συνεχίσω να σε απογοητεύω αν δεν νιώσεις πως πίσω από το σπαρακτικό «Πνίγομαι» της Στέλλας δεν βρίσκεται κανένα γυναικείο υπαρξιακό ζήτημα, αλλά η αγωνία ενός ανθρώπου για ελευθερία. Η προδοσία της και το βάδισμά της στο μαχαίρι είναι, για μένα, η απόλυτη ενσάρκωση τούτης της ελευθερίας – της ελευθερίας που αν δεν κατακτηθεί σε ατομικό επίπεδο δεν έχει κανένα νόημα, καμιά σημασία και καμιά προοπτική σε συλλογικό.


(Το έργο "Empirical Construction, Istanbul" είναι της Julie Mehretu και εκτίθεται στο MοMA)