Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αστυνομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αστυνομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

The truth

Ή μια (άλλη) ανάγνωση του πορίσματος για το Hillsborough




Στις 15 Απριλίου 1989, στο Γήπεδο Hillsborough του Sheffield, 96 οπαδοί της Liverpool έχασαν τη ζωή τους όταν εγκλωβίστηκαν σε κερκίδα, στην οποία οδηγήθηκε μεγάλος αριθμός φιλάθλων, παρότι ήταν ήδη υπερπλήρης. Το μέγεθος της καταστροφής και οι τεράστιες ευθύνες που θα έπρεπε να αναζητηθούν, καθώς και το γεγονός ότι οι οπαδοί της Liverpool προέρχονταν κυρίως από την εργατική τάξη κι ήταν αριστερών φρονημάτων, ήταν αρκετά για να οδηγήσουν στη διασπορά της είδησης: Η αλήθεια είναι ότι τα γεγονότα  προκάλεσαν οι μεθυσμένοι χούλιγκαν οπαδοί. Η επίσημη εκδοχή υιοθετήθηκε ακόμη και από την η ίδια τη Margaret Thatcher, η οποία ακολούθως κήρυξε τον πόλεμο κατά του χουλιγκανισμού και προώθησε τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση που γνώρισε ποτέ το αγγλικό ποδόσφαιρο.

Στις 12 Σεπτεμβρίου 2012, ειδική Ανεξάρτητη Επιτροπή η οποία είχε συσταθεί για να εξετάσει εκ νέου τα γεγονότα του Hillsborough και μελέτησε 450.000 έγγραφα, που για πρώτη φορά δημοσιοποιήθηκαν, εξέδωσε το δικό της πόρισμα. Σύμφωνα με αυτό, την αποκλειστική ευθύνη για την καταστροφή είχε η Αστυνομία, η οποία απέτυχε τόσο να συντονίσει την είσοδο των φιλάθλων στο γήπεδο, όσο και να ενεργήσει άμεσα και αποτελεσματικά στη συνέχεια. Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και όταν κατέστη προφανές ότι κάτι τρομακτικό συνέβαινε στην κερκίδα, η Αστυνομία καθυστέρησε σημαντικά να ανοίξει το μπροστινό κιγκλίδωμα ώστε να απεγκλωβιστεί το συνωστισμένο πλήθος, για να μην επεκταθούν αυτά που αντιλαμβανόταν ως έκτροπα. Αποδείχθηκε, δε, ότι δεν πέθαναν και τα 96 θύματα πριν από το άνοιγμα της κερκίδας, όπως εθεωρείτο για χρόνια, αλλά 41 πρόσωπα πέθαναν αργότερα και θα μπορούσαν να είχαν σωθεί, εάν τους παρέχονταν  έγκαιρα οι πρώτες βοήθειες. Επιπρόσθετα, η έρευνα αποκάλυψε ότι οι τότε αστυνομικές έρευνες επικεντρώθηκαν στο πώς θα συνδέονταν οι θάνατοι με τη χρήση αλκοόλ, και για το σκοπό αυτό διενεργήθηκαν σχετικές αιματολογικές αναλύσεις στο σύνολο των θυμάτων, μεταξύ των οποίων και παιδιά, ενώ 116 καταθέσεις είχαν παραποιηθεί ώστε να απαλείφονται όλες οι αρνητικές πληροφορίες που αφορούσαν στις ενέργειες της Αστυνομίας.

Χρειάστηκαν 23 χρόνια για έρθει στο φως η πραγματική αλήθεια για το Hillsborough. Αναμένεται τώρα η δικαιοσύνη, για την οποία έχουν δεσμευτεί όλοι.

Σε κάθε περίπτωση, γι άλλη μια φορά η Μεγάλη Βρετανία βρίσκεται αντιμέτωπη με τα φαντάσματά της. Φαντάσματα που αναδείχθηκαν μέσα και από άλλα πρόσφατα πορίσματα, όπως π.χ.  σε σχέση με τις δολοφονίες άοπλων διαδηλωτών στη Βόρεια Ιρλανδία τη «Ματωμένη Κυριακή» του 1972 ή το ρατσιστικό φόνο του έφηβου Stephen Lawrence, του οποίου οι αυτουργοί τιμωρήθηκαν 19 χρόνια μετά. Καλείται, συγκεκριμένα, η χώρα να παραδεχθεί και πάλι τις λειτουργικές αποτυχίες της Αστυνομίας της, την ύπαρξη θεσμικών προκαταλήψεων στους μηχανισμούς απονομής δικαιοσύνης και το ενδεχόμενο η επίσημη εκδοχή των πραγμάτων να είναι αποτέλεσμα συγκάλυψης ή συνωμοσίας. Και ο πρωθυπουργός καλείται ξανά να ζητήσει δημόσια συγγνώμη, όπως και αυτή τη φορά έπραξε.

Κι ενώ εκ πρώτης όψεως τα πιο πάνω φαίνεται να μην τιμούν την Αγγλία, ίσως και να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: Φανερώνουν πως τολμά, έστω κι υπό το βάρος έντονων κοινωνικών πιέσεων και την πάροδο μακρού χρόνου που απαμβλύνει την ένταση και το πολιτικό κόστος, να αναζητά και να παραδέχεται την αλήθεια. Να διερευνά, ειδικότερα, με επαγγελματισμό και αντικειμενικότητα την ορθότητα και επάρκεια των κρατικών αποφάσεων και ενεργειών και ταυτόχρονα να αποδέχεται τα πορίσματα που εξάγονται και να τα αξιοποιεί, αφενός, για τη λογοδοσία και την απόδοση ευθυνών, και, αφετέρου, για την ευρύτερη βελτίωση των θεσμών και των λειτουργιών της. Να σέβεται, εν τέλει, τόσο το δικαίωμα του κοινού γενικά, αλλά και ιδίως των συγγενών θυμάτων, να γνωρίζουν την αλήθεια, όσο και την προσδοκία των πολιτών ότι παρόμοια περιστατικά δεν θα ξανασυμβούν.

Σε μια κυπριακή πραγματικότητα με εγκλήματα να βαφτίζονται «τραγωδίες» για να μην έχουν υποκείμενο και τόσους «ανοιχτούς φακέλους» που δεν προορίζονται να κλείσουν, θα είχαμε να διδαχθούμε πολλά...  




Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009

Η νομιμότητα της αστυνομικής παρέμβασης στη Φανερωμένη

Επίκαιρη αφορμή για το κείμενο αυτό αποτέλεσε η συμπλοκή αστυνομικών και νέων οι οποίοι διασκέδαζαν στην πλατεία της Φανερωμένης το βράδυ του προηγούμενου Σαββάτου. Η παρέμβαση της Αστυνομίας και η χρήση βίας εγείρει μια έντονη προβληματική για τη συμβατότητα της με αρχές δικαίου. Κυρίαρχο ερώτημα το κατά πόσο είναι νομικά θεμιτή η ενεργοποίηση των κρατικών κατασταλτικών μηχανισμών σε μορφές κοινωνικών δραστηριοτήτων, οι οποίες, άνκαι ενδεχομένως ήπια παραβατικές, αποτελούν άσκηση δικαιωμάτων των φορέων τους.

Ας ξεκινήσουμε από τη θεμελιώδη αρχή ότι Κράτος Δικαίου δεν είναι το κράτος οποιουδήποτε δικαίου, αλλά είναι το κράτος των δικαιωμάτων του ανθρώπου (Μορίς Ντιβερζέ). Είναι, δηλαδή, το κράτος εκείνο που ανέχεται και αποδέχεται τους κινδύνους που ενδέχεται να περιέχει η άσκηση διάφορων ατομικών δικαιωμάτων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η προστασία των δικαιωμάτων είναι απόλυτη. Σημαίνει, όμως, ότι η κρατική παρέμβαση όταν καλείται να ρυθμίσει συγκρουόμενα δικαιώματα πρέπει να είναι θεσπισμένη και έλλογη, να επιδιώκει, δηλαδή, την αρμονία του μέσου προς το σκοπό ώστε να εξισορροπείται με το λιγότερο επαχθή τρόπο η ελευθερία όλων.

Η ποινική καταστολή θεωρείται ως ο πλέον επώδυνος μηχανισμός ελέγχου που διαθέτουν οι έννομες τάξεις και συνεπώς η καταφυγή σε αυτήν θα πρέπει να γίνεται μόνο όταν είναι πραγματικά αναπόφευκτη και εφόσον έχει την απολύτως αναγκαία ένταση. Παράλληλα, πρέπει να τονιστεί ότι αντικείμενο της ποινικής καταστολής είναι η άδικη πράξη και όχι το φρόνημα ή η απόκλιση. Όταν η καταστολή επεκτείνεται από την πραγματική αντιμετώπιση του εγκλήματος στην ιδεολογική χειραγώγηση και τον αποφασιστικό έλεγχο των μαζών, τη δημιουργία «αποδιοπομπαίων τράγων» του κοινωνικού χώρου για την περιθωριοποίηση και τελική εξόντωση των στοιχείων που την απειλούν «εκ των έσω» και τον εκφοβισμό των δυσαρεστημένων ή των μη φρόνιμων πολιτών, γίνεται λόγος πια για «κατάχρηση της ποινικής καταστολής». (Ι. Μανωλεδάκης, «Ασφάλεια κράτους ή ελευθερία;», στο Α. Μανιτάκη, Α. Τάκη, «Τρομοκρατία και Δικαιώματα, Από την ασφάλεια του κρατους στην ανασφάλεια δικαίου», Εκδόσεις Σαββάλας).

Όσον αφορά στα συγκεκριμένα επεισόδια, οι νέοι της Φανερωμένης δηλώνουν ότι αυτό που διεκδικούν είναι την πλατεία, ως ένα δημόσιο χώρο δημιουργικής συναναστροφής, επικοινωνίας και έκφρασης, έξω από τα στεγανά των σπιτιών και των προκαθορισμένων χώρων και τρόπων διασκέδασης. Η θέση αυτή φαίνεται να εκπήγαζει από πραγματικές ανάγκες που δημιουργεί ένας τρόπος ζωής, που τον χαρακτηρίζει η κοινωνική απομόνωση και ο ψυχαγωγικός μανιχαϊσμός, και να ανταποκρίνεται στο βασικό χαρακτηριστικό της εφηβείας και της πρώτης νεότητας: αυτό της αμφισβήτησης κατεστημένων κοινωνικών αξιών και μορφών και της αναζήτησης καινούριων. Αν παραγνωριστούν (απαξιωθούν) αυτές οι ανάγκες και αγωνίες των νέων ανθρώπων υπάρχει ο κίνδυνος οξύνσεων σε μια κοινωνία και σε μια πόλη που δεν τις έχουν καθόλου ανάγκη.

Η Αστυνομία, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι η παρουσία και η επέμβασή της δικαιολογούνταν από το γεγονός ότι στο χώρο επροκαλείτο ανησυχία. Η απόλαυση ενός περιβάλλοντος ελεύθερου από οχληρία αποτελεί, ομολογουμένως, δικαίωμα των κατοίκων της περιοχής και προστατεύεται εξίσου. Εντούτοις, από τα όσα έχουν δημοσιευθεί σε σχέση με τα γεγονότα, δεν προκύπτει ότι η Αστυνομία αναζήτησε ηπιότερα μέσα αντίδρασης, καταβάλλοντας, ας πούμε, κάποια προσπάθεια συνεννόησης για μείωση της έντασης της μουσικής ή για διευθέτηση του θέματος με άλλο τρόπο. Παράλληλα, ο εκπρόσωπος της Αστυνομίας σε δηλώσεις του στο ΚΥΠΕ ανέφερε, ότι κάποιοι από αυτούς που βρίσκονταν στην πλατεία «παρουσιάζονται ως αντιεξουσιαστές ή και συμμετέχουν σε κάποιες κινήσεις. Δεν ξέρω αν αυτή η συγκέντρωση ήταν υποκινούμενη, καθοδηγούμενη ή προγραμματισμένη ή εξελίχθηκε στην πορεία. Αυτά τα πράγματα πρέπει να μας ανησυχήσουν ως Αστυνομία και παρακαλουθούμε την κατάσταση συνεχώς.»

Από τα πιο πάνω, δημιουργείται η εντύπωση ότι η Αστυνομία επιτελούσε κυρίως ρόλο επιτηρητή της συγκέντρωσης, εξαιτίας των χαρακτηριστικών ή της ιδεολογίας των προσώπων που συμμετείχαν, περιμένοντας κάποια – ενδεχομένως νόμιμη – αφορμή για να την διαλύσει. Η κατά πρόφαση, ωστόσο, χρησιμοποίηση της ποινικής καταστολής για την εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων, όπως του ελέγχου της κοινωνικής δράσης ή του φρονήματος των πολιτών, δεν συμβιβάζεται με τη λογική του Κράτους Δικαίου. Αντίθετα, σε μια δικαιοκρατούμενη πολιτεία αυτό που επιδιώκεται είναι η επίτευξη ισορροπίας μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας, όχι η επικράτηση της μιας επί της άλλης, καθώς και η δημιουργία συνθηκών όπου η ασφάλεια και ελευθερία των πολιτών θα κατοχυρώνεται και έναντι εκείνων που έχουν ταχθεί να την προστατεύουν.

(Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής, 18/10/2009)