Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

The truth

Ή μια (άλλη) ανάγνωση του πορίσματος για το Hillsborough




Στις 15 Απριλίου 1989, στο Γήπεδο Hillsborough του Sheffield, 96 οπαδοί της Liverpool έχασαν τη ζωή τους όταν εγκλωβίστηκαν σε κερκίδα, στην οποία οδηγήθηκε μεγάλος αριθμός φιλάθλων, παρότι ήταν ήδη υπερπλήρης. Το μέγεθος της καταστροφής και οι τεράστιες ευθύνες που θα έπρεπε να αναζητηθούν, καθώς και το γεγονός ότι οι οπαδοί της Liverpool προέρχονταν κυρίως από την εργατική τάξη κι ήταν αριστερών φρονημάτων, ήταν αρκετά για να οδηγήσουν στη διασπορά της είδησης: Η αλήθεια είναι ότι τα γεγονότα  προκάλεσαν οι μεθυσμένοι χούλιγκαν οπαδοί. Η επίσημη εκδοχή υιοθετήθηκε ακόμη και από την η ίδια τη Margaret Thatcher, η οποία ακολούθως κήρυξε τον πόλεμο κατά του χουλιγκανισμού και προώθησε τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση που γνώρισε ποτέ το αγγλικό ποδόσφαιρο.

Στις 12 Σεπτεμβρίου 2012, ειδική Ανεξάρτητη Επιτροπή η οποία είχε συσταθεί για να εξετάσει εκ νέου τα γεγονότα του Hillsborough και μελέτησε 450.000 έγγραφα, που για πρώτη φορά δημοσιοποιήθηκαν, εξέδωσε το δικό της πόρισμα. Σύμφωνα με αυτό, την αποκλειστική ευθύνη για την καταστροφή είχε η Αστυνομία, η οποία απέτυχε τόσο να συντονίσει την είσοδο των φιλάθλων στο γήπεδο, όσο και να ενεργήσει άμεσα και αποτελεσματικά στη συνέχεια. Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και όταν κατέστη προφανές ότι κάτι τρομακτικό συνέβαινε στην κερκίδα, η Αστυνομία καθυστέρησε σημαντικά να ανοίξει το μπροστινό κιγκλίδωμα ώστε να απεγκλωβιστεί το συνωστισμένο πλήθος, για να μην επεκταθούν αυτά που αντιλαμβανόταν ως έκτροπα. Αποδείχθηκε, δε, ότι δεν πέθαναν και τα 96 θύματα πριν από το άνοιγμα της κερκίδας, όπως εθεωρείτο για χρόνια, αλλά 41 πρόσωπα πέθαναν αργότερα και θα μπορούσαν να είχαν σωθεί, εάν τους παρέχονταν  έγκαιρα οι πρώτες βοήθειες. Επιπρόσθετα, η έρευνα αποκάλυψε ότι οι τότε αστυνομικές έρευνες επικεντρώθηκαν στο πώς θα συνδέονταν οι θάνατοι με τη χρήση αλκοόλ, και για το σκοπό αυτό διενεργήθηκαν σχετικές αιματολογικές αναλύσεις στο σύνολο των θυμάτων, μεταξύ των οποίων και παιδιά, ενώ 116 καταθέσεις είχαν παραποιηθεί ώστε να απαλείφονται όλες οι αρνητικές πληροφορίες που αφορούσαν στις ενέργειες της Αστυνομίας.

Χρειάστηκαν 23 χρόνια για έρθει στο φως η πραγματική αλήθεια για το Hillsborough. Αναμένεται τώρα η δικαιοσύνη, για την οποία έχουν δεσμευτεί όλοι.

Σε κάθε περίπτωση, γι άλλη μια φορά η Μεγάλη Βρετανία βρίσκεται αντιμέτωπη με τα φαντάσματά της. Φαντάσματα που αναδείχθηκαν μέσα και από άλλα πρόσφατα πορίσματα, όπως π.χ.  σε σχέση με τις δολοφονίες άοπλων διαδηλωτών στη Βόρεια Ιρλανδία τη «Ματωμένη Κυριακή» του 1972 ή το ρατσιστικό φόνο του έφηβου Stephen Lawrence, του οποίου οι αυτουργοί τιμωρήθηκαν 19 χρόνια μετά. Καλείται, συγκεκριμένα, η χώρα να παραδεχθεί και πάλι τις λειτουργικές αποτυχίες της Αστυνομίας της, την ύπαρξη θεσμικών προκαταλήψεων στους μηχανισμούς απονομής δικαιοσύνης και το ενδεχόμενο η επίσημη εκδοχή των πραγμάτων να είναι αποτέλεσμα συγκάλυψης ή συνωμοσίας. Και ο πρωθυπουργός καλείται ξανά να ζητήσει δημόσια συγγνώμη, όπως και αυτή τη φορά έπραξε.

Κι ενώ εκ πρώτης όψεως τα πιο πάνω φαίνεται να μην τιμούν την Αγγλία, ίσως και να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: Φανερώνουν πως τολμά, έστω κι υπό το βάρος έντονων κοινωνικών πιέσεων και την πάροδο μακρού χρόνου που απαμβλύνει την ένταση και το πολιτικό κόστος, να αναζητά και να παραδέχεται την αλήθεια. Να διερευνά, ειδικότερα, με επαγγελματισμό και αντικειμενικότητα την ορθότητα και επάρκεια των κρατικών αποφάσεων και ενεργειών και ταυτόχρονα να αποδέχεται τα πορίσματα που εξάγονται και να τα αξιοποιεί, αφενός, για τη λογοδοσία και την απόδοση ευθυνών, και, αφετέρου, για την ευρύτερη βελτίωση των θεσμών και των λειτουργιών της. Να σέβεται, εν τέλει, τόσο το δικαίωμα του κοινού γενικά, αλλά και ιδίως των συγγενών θυμάτων, να γνωρίζουν την αλήθεια, όσο και την προσδοκία των πολιτών ότι παρόμοια περιστατικά δεν θα ξανασυμβούν.

Σε μια κυπριακή πραγματικότητα με εγκλήματα να βαφτίζονται «τραγωδίες» για να μην έχουν υποκείμενο και τόσους «ανοιχτούς φακέλους» που δεν προορίζονται να κλείσουν, θα είχαμε να διδαχθούμε πολλά...  




Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Σύγχρονες μορφές δουλείας

Εκατόν πενήντα και πλέον χρόνια από την επίσημη κατάργηση της δουλείας, η απαγόρευση της δουλείας, της υποτέλειας και της αναγκαστικής εργασίας, η οποία συμπεριλαμβάνεται σε σωρεία διεθνών συμβάσεων, μεταξύ των οποίων και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ –άρθρο 4), μοιάζει περιττή.

Ωστόσο, την τελευταία πενταετία, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) διαπίστωσε, σε δύο ξεχωριστές υποθέσεις, παραβίαση της απαγόρευσης αυτής. Συγκεκριμένα, το ΕΔΑΔ, τονίζοντας ότι η Σύμβαση αποτελεί ένα ζωντανό μέσο που πρέπει να ερμηνεύεται δυναμικά υπό το φως των νέων δεδομένων, έχει αποφασίσει ότι η «οικιακή δουλεία» (“domestic slavery”) και η εμπορία προσώπων (“trafficking”) με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση αποτελούν δύο σύγχρονες μορφές δουλείας, οι οποίες προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τις ατομικές ελευθερίες και δεν έχουν θέση στις δημοκρατικές κοινωνίες.

Η πρώτη υπόθεση στρεφόταν εναντίον της Γαλλίας και αφορούσε στην περίπτωση της δεκαπεντάχρονης Siwa-Akofa Siliadin, η οποία είχε φτάσει στη χώρα από το Τόγκο, μετά από συμφωνία του πατέρα της και ενός Γάλλου ότι, θα εργαζόταν σ’ αυτόν ως οικιακή βοηθός μέχρι την εξόφληση του αεροπορικού της εισιτηρίου, θα αποκτούσε άδεια νόμιμης παραμονής και θα πήγαινε στο σχολείο. Η Siliadin κατέληξε στο σπίτι μιας οικογένειας, όπου, για τέσσερα περίπου χρόνια, χωρίς διευθέτηση του καθεστώτος παραμονής της και με τα ταξιδιωτικά της έγγραφα να παρακρατούνται, εξαναγκαζόταν να εργάζεται για δεκαπέντε ώρες την ημέρα καθημερινά, χωρίς μισθό και χωρίς να μπορεί να εξέλθει του σπιτιού, παρά μόνο για να μεταφέρει τα παιδιά της οικογένειας στο σχολείο. Όταν η υπόθεση έφτασε ενώπιον της γαλλικής δικαιοσύνης, επιδικάστηκαν αποζημιώσεις στη Siliadin, χωρίς, όμως, οι «εργοδότες» της να καταδικαστούν και ποινικά. Το ΕΔΑΔ έκρινε ότι η Siliadin είχε τελέσει υπό συνθήκες υποτέλειας και ότι η Γαλλία είχε αποτύχει να της παρέχει πρακτική και αποτελεσματική προστασία, κατά παράβαση των υποχρεώσεων της που πηγάζουν από το άρθρο 4 της ΕΣΔΑ.

Η δεύτερη υπόθεση αφορούσε στις συνθήκες θανάτου της εικοσάχρονης Oxana Rantseva από τη Ρωσία, η οποία ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί ως «καλλιτέχνιδα». Τρεις ημέρες αργότερα εγκατέλειψε την εργασία της δηλώνοντας πως «δεν αντέχει άλλο». Όταν εντοπίστηκε από τον εργοδότη της, αυτός την παρέδωσε στην Αστυνομία ζητώντας την απέλασή της, αλλά λόγω του ότι δεν υπήρχε νόμιμος λόγος απέλασης, η Αστυνομία «του την επέστρεψε». Μετά από δύο ώρες, η Rantseva βρέθηκε νεκρή στο πεζοδρόμιο μπροστά από το διαμέρισμα στο οποίο είχε οδηγηθεί. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, αποφάσισε ότι ο θάνατός της οφειλόταν σε ατύχημα που προκλήθηκε από πτώση στην προσπάθειά της να δραπετεύσει. Το ΕΔΑΔ, ωστόσο, έκρινε πως η Κυπριακή Δημοκρατία όχι μόνο είχε παραλείψει να διερευνήσει κατά τρόπο ικανοποιητικό και αποτελεσματικό το θάνατό της, όπως επιβάλλει το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ που προστατεύει το δικαίωμα στη ζωή, αλλά είχε, επίσης, παραβιάσει το άρθρο 4. Θεώρησε, συγκεκριμένα, πως δεδομένων των σοβαρών ενδείξεων ότι στην Κύπρο υπήρχε γενικό πρόβλημα trafficking, η Αστυνομία θα έπρεπε να είχε οδηγηθεί σε βάσιμη υποψία ότι η Rantseva ήταν θύμα trafficking και να λάβει κατάλληλα μέτρα για να την προστατεύσει. Το Δικαστήριο έκρινε, επιπρόσθετα, πως το γενικό νομικό και διοικητικό πλαίσιο και η μεταναστευτική πολιτική της χώρας παρουσίαζαν σημαντικές αδυναμίες και δεν ανταποκρίνονταν στην υποχρέωσή της για πρόληψη και αποτροπή τέτοιων φαινομένων.

Σχετική νομοθεσία που θεσπίστηκε στην Κύπρο το 2007, καθιστά ποινικό αδίκημα την εμπορία και την εκμετάλλευση προσώπων για σκοπούς εργασίας ή εκπόρνευσης και ρυθμίζει την υποχρέωση του κράτους να προστατεύει τα θύματα αυτών των αδικημάτων. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, τα αδικήματα αυτά συμβαίνουν καθημερινά δίπλα μας, συχνά με την ανοχή ή και τη συμμετοχή μας. Έχουν να κάνουν με τις συνθήκες εργασίας των οικιακών βοηθών, με τις υπηρεσίες που παρέχονται από γυναίκες στους διάφορους «χώρους αναψυχής», με τους μισθούς των αλλοδαπών εργατών, τους χώρους φιλοξενίας τους, τα μέτρα προστασίας της υγείας και της ζωής τους...

Η διαφορά μεταξύ νόμιμης σχέσης εργασίας και εκμετάλλευσης σπάνια είναι δυσδιάκριτη. Εστιάζεται πάντα στο σεβασμό της αξιοπρέπειας, της προσωπικότητας και των δικαιωμάτων. Όπου αυτός καταπατείται, οι πολίτες οφείλουν να αντιδρούν και το κράτος οφείλει να παρεμβαίνει. Στην περίπτωση, μάλιστα, των σύγχρονων δουλεμπορίων μόνο με αυτή τη συλλογική κινητοποίηση μπορεί να αποδειχθεί στην πράξη ότι ο δημοκρατικός και ο ατομικός πολιτισμός μας έχει εξελιχθεί και εδραιωθεί χωρίς πισωγυρίσματα.

(Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής, 17/1/2010)

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009

Η νομιμότητα της αστυνομικής παρέμβασης στη Φανερωμένη

Επίκαιρη αφορμή για το κείμενο αυτό αποτέλεσε η συμπλοκή αστυνομικών και νέων οι οποίοι διασκέδαζαν στην πλατεία της Φανερωμένης το βράδυ του προηγούμενου Σαββάτου. Η παρέμβαση της Αστυνομίας και η χρήση βίας εγείρει μια έντονη προβληματική για τη συμβατότητα της με αρχές δικαίου. Κυρίαρχο ερώτημα το κατά πόσο είναι νομικά θεμιτή η ενεργοποίηση των κρατικών κατασταλτικών μηχανισμών σε μορφές κοινωνικών δραστηριοτήτων, οι οποίες, άνκαι ενδεχομένως ήπια παραβατικές, αποτελούν άσκηση δικαιωμάτων των φορέων τους.

Ας ξεκινήσουμε από τη θεμελιώδη αρχή ότι Κράτος Δικαίου δεν είναι το κράτος οποιουδήποτε δικαίου, αλλά είναι το κράτος των δικαιωμάτων του ανθρώπου (Μορίς Ντιβερζέ). Είναι, δηλαδή, το κράτος εκείνο που ανέχεται και αποδέχεται τους κινδύνους που ενδέχεται να περιέχει η άσκηση διάφορων ατομικών δικαιωμάτων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η προστασία των δικαιωμάτων είναι απόλυτη. Σημαίνει, όμως, ότι η κρατική παρέμβαση όταν καλείται να ρυθμίσει συγκρουόμενα δικαιώματα πρέπει να είναι θεσπισμένη και έλλογη, να επιδιώκει, δηλαδή, την αρμονία του μέσου προς το σκοπό ώστε να εξισορροπείται με το λιγότερο επαχθή τρόπο η ελευθερία όλων.

Η ποινική καταστολή θεωρείται ως ο πλέον επώδυνος μηχανισμός ελέγχου που διαθέτουν οι έννομες τάξεις και συνεπώς η καταφυγή σε αυτήν θα πρέπει να γίνεται μόνο όταν είναι πραγματικά αναπόφευκτη και εφόσον έχει την απολύτως αναγκαία ένταση. Παράλληλα, πρέπει να τονιστεί ότι αντικείμενο της ποινικής καταστολής είναι η άδικη πράξη και όχι το φρόνημα ή η απόκλιση. Όταν η καταστολή επεκτείνεται από την πραγματική αντιμετώπιση του εγκλήματος στην ιδεολογική χειραγώγηση και τον αποφασιστικό έλεγχο των μαζών, τη δημιουργία «αποδιοπομπαίων τράγων» του κοινωνικού χώρου για την περιθωριοποίηση και τελική εξόντωση των στοιχείων που την απειλούν «εκ των έσω» και τον εκφοβισμό των δυσαρεστημένων ή των μη φρόνιμων πολιτών, γίνεται λόγος πια για «κατάχρηση της ποινικής καταστολής». (Ι. Μανωλεδάκης, «Ασφάλεια κράτους ή ελευθερία;», στο Α. Μανιτάκη, Α. Τάκη, «Τρομοκρατία και Δικαιώματα, Από την ασφάλεια του κρατους στην ανασφάλεια δικαίου», Εκδόσεις Σαββάλας).

Όσον αφορά στα συγκεκριμένα επεισόδια, οι νέοι της Φανερωμένης δηλώνουν ότι αυτό που διεκδικούν είναι την πλατεία, ως ένα δημόσιο χώρο δημιουργικής συναναστροφής, επικοινωνίας και έκφρασης, έξω από τα στεγανά των σπιτιών και των προκαθορισμένων χώρων και τρόπων διασκέδασης. Η θέση αυτή φαίνεται να εκπήγαζει από πραγματικές ανάγκες που δημιουργεί ένας τρόπος ζωής, που τον χαρακτηρίζει η κοινωνική απομόνωση και ο ψυχαγωγικός μανιχαϊσμός, και να ανταποκρίνεται στο βασικό χαρακτηριστικό της εφηβείας και της πρώτης νεότητας: αυτό της αμφισβήτησης κατεστημένων κοινωνικών αξιών και μορφών και της αναζήτησης καινούριων. Αν παραγνωριστούν (απαξιωθούν) αυτές οι ανάγκες και αγωνίες των νέων ανθρώπων υπάρχει ο κίνδυνος οξύνσεων σε μια κοινωνία και σε μια πόλη που δεν τις έχουν καθόλου ανάγκη.

Η Αστυνομία, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι η παρουσία και η επέμβασή της δικαιολογούνταν από το γεγονός ότι στο χώρο επροκαλείτο ανησυχία. Η απόλαυση ενός περιβάλλοντος ελεύθερου από οχληρία αποτελεί, ομολογουμένως, δικαίωμα των κατοίκων της περιοχής και προστατεύεται εξίσου. Εντούτοις, από τα όσα έχουν δημοσιευθεί σε σχέση με τα γεγονότα, δεν προκύπτει ότι η Αστυνομία αναζήτησε ηπιότερα μέσα αντίδρασης, καταβάλλοντας, ας πούμε, κάποια προσπάθεια συνεννόησης για μείωση της έντασης της μουσικής ή για διευθέτηση του θέματος με άλλο τρόπο. Παράλληλα, ο εκπρόσωπος της Αστυνομίας σε δηλώσεις του στο ΚΥΠΕ ανέφερε, ότι κάποιοι από αυτούς που βρίσκονταν στην πλατεία «παρουσιάζονται ως αντιεξουσιαστές ή και συμμετέχουν σε κάποιες κινήσεις. Δεν ξέρω αν αυτή η συγκέντρωση ήταν υποκινούμενη, καθοδηγούμενη ή προγραμματισμένη ή εξελίχθηκε στην πορεία. Αυτά τα πράγματα πρέπει να μας ανησυχήσουν ως Αστυνομία και παρακαλουθούμε την κατάσταση συνεχώς.»

Από τα πιο πάνω, δημιουργείται η εντύπωση ότι η Αστυνομία επιτελούσε κυρίως ρόλο επιτηρητή της συγκέντρωσης, εξαιτίας των χαρακτηριστικών ή της ιδεολογίας των προσώπων που συμμετείχαν, περιμένοντας κάποια – ενδεχομένως νόμιμη – αφορμή για να την διαλύσει. Η κατά πρόφαση, ωστόσο, χρησιμοποίηση της ποινικής καταστολής για την εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων, όπως του ελέγχου της κοινωνικής δράσης ή του φρονήματος των πολιτών, δεν συμβιβάζεται με τη λογική του Κράτους Δικαίου. Αντίθετα, σε μια δικαιοκρατούμενη πολιτεία αυτό που επιδιώκεται είναι η επίτευξη ισορροπίας μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας, όχι η επικράτηση της μιας επί της άλλης, καθώς και η δημιουργία συνθηκών όπου η ασφάλεια και ελευθερία των πολιτών θα κατοχυρώνεται και έναντι εκείνων που έχουν ταχθεί να την προστατεύουν.

(Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής, 18/10/2009)

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

Οδός Τρικούπη

«Γιατί γουμάρια; Γιατί κουρμπάτσι; Εκεί που είναι ο πόνος κι ο ιδρώτας και τα δάκρυα, εκεί δεν είναι ο άνθρωπος; Γιατί λοιπόν σκάβετε ένα χαντάκι και χωρίζεστε;»

(ΑΡΙΑΓΝΗ, Στρατή Τσίρκα)

Να δεις πώς το ‘παν οι Γερμανοί… «Θέλαμε μετανάστες εργαζόμενους, αλλά μας ήρθαν άνθρωποι». Έτσι ακριβώς! Άνθρωποι! Άνθρωποι με τις δικές τους μυρωδιές, τις γεύσεις τους, τις μουσικές τους, τις συνήθειές τους, άνθρωποι με τις αγάπες, τις ανάγκες, τις συμπεριφορές, τις αντιδράσεις τους, άνθρωποι με τα καλά και τα κακά τους, άνθρωποι με τα δικά τους. Άνθρωποι φυσιολογικοί. Σαν όλους τους ανθρώπους. Που προχωρούν ή δεν προχωρούν ή προχωρούν αλλιώς. Πάντα το «αλλιώς» σε συνάρτηση με τους «άλλους». Οι οποίοι εξίσου φυσιολογικά μπορούν να κατανοούν ή να συμμερίζονται τα δικά των άλλων ή και όχι.

Αυτονόητα τα πιο πάνω θα μου πεις. Προφανώς. Μόνο που ξαφνικά ανακαλύψαμε ότι στη Λευκωσία υπάρχει η οδός Τρικούπη με τα «χαλάλ» κρεοπωλεία, τις αραβικές επιγραφές και τους μελαχρινούς ανθρώπους, που δεν πολυνοιάζονται αν θα απλώνουν τις μπουγάδες τους σε σχοινιά πάνω απ’ το δρόμο ή αν θα φορούν δεύτερη μέρα τα ίδια ρούχα. Και πως πιο πέρα υπάρχει το τέμενος Ομεριέ στο οποίο προσεύχονται στο Θεό τους. Και πως αυτός ο Θεός - σαν όλους τους θεούς όλων των ανθρώπων - μπορεί να ξυπνήσει πάθη, ένστικτα, συμφέροντα και συμπλέγματα εξουσίας και να οδηγήσει στη σύγκρουση και στη βία.

Και ξαφνικά εξαγριώθηκαμε! Γιατί αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν στ’ αλήθεια. Και μπορούν – σαν όλους τους ανθρώπους – να γίνουν επικίνδυνοι. Ιδίως σε μια κοινωνία που τους συμπεριφέρεται σαν να είναι αόρατοι, που τους προσπερνά αδιάφορα, τους ανοίγει τις πόρτες μόνο αν είναι για να καθαρίσουν ή να «εξυπηρετήσουν» γενικώς, που τους ανέχεται. Και σε μια πολιτεία που τους αντιμετωπίζει σαν να είναι αναλώσιμοι, που δεν τους έχει συμπεριλάβει σε κανένα διάλογο, δεν τους έχει εμπλέξει σε καμιά διαδικασία λήψης αποφάσεων και που με διάφορα νομικά και γραφειοκρατικά τερτίπια τους στερεί τη δυνατότητα απόκτησης καθεστώτων μονιμότητας και δικαιωμάτων. Και σε ένα τόπο ευρύτερα που τους χρησιμοποιεί και τους διώχνει, προτρέποντας τους ουσιαστικά να κάνουν κι αυτοί το ίδιο: να τον χρησιμοποιήσουν και να φύγουν, χωρίς να τον μάθουν, χωρίς να τον αγαπήσουν, χωρίς να τον σεβαστούν.

Μόνο που δίχως να αναπτύξουν δεσμούς με τον τόπο, δεν θα αναπτύξουν και ευθύνες έναντι του. Κι εμείς – μάταια – θα αναζητούμε τις ευθύνες σ΄αυτούς που τους νοικιάζουν τα σπίτια, τους παίρνουν στις δουλειές και τους πουλούνε τα χρειαζούμενα. Και θα αναθέτουμε – ακόμη πιο μάταια – την προστασία μας στην Αστυνομία. Κι ας μην υπάρχει μεγαλύτερη ένδειξη για τη χρεωκοπία μιας κοινωνίας από το όταν εγκαταλείπει την ειρήνη και τη συνοχή της στα χέρια των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους.

Πιο θλιβερό, εν προκειμένω, είναι που μια «αριστερή» δήμαρχος είναι αυτή που ζητά την αύξηση και την εντατικοποίηση της αστυνόμευσης της παλιάς Λευκωσίας, χρησιμοποιώντας το πιο «δεξιό» επιχείρημα: πως οι λύσεις επείγουν, ενώ οι μακροπρόθεσμες πολιτικές αργούν. Είναι, όμως, φορές που «το μακροπρόθεσμο επείγει», που λέει κι ο δάσκαλος ο Παρασκευόπουλος (Ελευθεροτυπία, 15/4/09).

Κι είναι κρίμα που αυτά τα κάπως οξύμωρα, τα λίγο πιο σύνθετα, τα σίγουρα πιο δύσκολα, τα ουσιαστικά, τ’ αποφεύγουμε σ’ αυτό τον τόπο. Αναπαράγοντας, έτσι, τους φαύλους κύκλους του αποκλεισμού, της βίας και του φόβου.

(Το έργο Shibboleth της Doris Salcedo – London’s Tate Modern, 2007 - αναφέρεται, σύμφωνα με τη δημιουργό του, στην ιστορία του ρατσισμού)

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2009

Φασισμός

«Εγώ λοιπόν διακηρύσσω πως ο Σαίξπηρ κι ο Ραφαήλος στέκονται ψηλότερα από την απελευθέρωση των χωρικών, ψηλότερα απο τα έθνη, ψηλότερα από το σοσιαλισμό, ψηλότερα από τη νέα γενιά, ψηλότερα από τη χημεία, ψηλότερα σχεδόν απ’ όλη την ανθρωπότητα, γιατί αυτοί είναι ήδη ένας καρπός, πραγματικός καρπός όλης της ανθρωπότητας και ίσως ο ανώτερος καρπός απ’ όσους μπορούν να γίνουν! Είναι η επιτευγμένη μορφή του ωραίου, χωρίς την επίτευξη της οποίας δε θα δεχόμουνα καν να ζήσω... Μα το ξέρετε, το ξέρετε λοιπόν πως (...) η ανθρωπότητα (...) χωρίς ομορφιά είναι αδύνατο να ζήσει γιατί τότε δε θα μας μείνει τίποτε να κάνουμε σ’ αυτόν τον κόσμο!»

(ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ, Φιόντορ Ντοστογιέβσκη)


Διαμένω στην περιοχή του παλιού Στροβόλου, αυτήν που εκτείνεται περιμετρικά της εκκλησίας της Παναγίας της Χρυσελεούσας. Της παλαιότερης εκκλησίας του Στροβόλου που αποτελεί σημείο αναφοράς της γειτονιάς και του κόσμου της. Μιας εκκλησίας, συνάμα, που κουβαλά τον αέρα μιας άλλης εποχής της πόλης της Λευκωσίας, τότε που τα κτίσματα φτιάχνονταν από υλικά στο χρώμα του χώματος κι είχαν το μέγεθος του ανθρώπου, κι άρα μιας εκκλησίας που αποτελεί μέρος της ιστορίας και των αναμνήσεων του τόπου μας.

Πριν από μερικά βράδια κάποιοι συμπολίτες μου (προφανώς μέλη μιας συγκεκριμένης οργάνωσης) αποφάσισαν να δηλώσουν τα πιστεύω τους γράφοντας με σπρέι σύμβολα και συνθήματα σε τοίχους σπιτιών και καταστημάτων της περιοχής. Το ίδιο έκαναν και στους εξωτερικούς τοίχους της εκκλησίας, τους φτιαγμένους από πουρόπετρα, καθώς και στη μαρμάρινη κολώνα, αρχαιοελληνικού τύπου, που βρίσκεται στο προαύλιό της.

Δεν κρίνω τις απόψεις που ενστερνίζονται αυτοί οι άνθρωποι. Πιστεύω απόλυτα στο δικαίωμα καθενός να πρεσβεύει ό,τι θέλει κι είμαι έτοιμη να υπερασπιστώ το δικαίωμα αυτό με κάθε δύναμη. Πιστεύω, επίσης, πως όλες οι ιδέες, είτε ταυτίζονται με τις δικές μας είτε όχι, είναι ισότιμες και άξιες σεβασμού και πρέπει να εκφράζονται ελεύθερα, ώστε ελεύθερα να αξιοποιούνται ή να αντικρούονται από κάθε κοινωνία που διεκδικεί από τον εαυτό της να μην μένει στατική και στείρα, αλλά επαναπροσδιορίζοντας τα όρια και τις δυνατότητές της, να βρίσκει διαρκώς την ταυτότητά της.

Αυτό, όμως, που δεν μπορώ να δεχτώ και που με κάθε δύναμή μου θα πολεμώ, σε κάθε εκδοχή και έκφανσή του, είναι το φασισμό των πράξεων: την ιδεολογία, ανεξαρτήτως ονόματος, που μεταχειρίζεται τους ανθρώπους και τα πράγματα ως μέσα και ως εργαλεία και δεν σέβεται την κοινή βάση του πολιτισμού τους και τις βασικές αρχές που την θεμελιώνουν. Την κάθε ιδεολογία που λειτουργεί ισοπεδωτικά κι αδυνατεί ή αρνείται να προβεί σε αξιολογήσεις και διαχωρισμούς. Που εξισώνει αθώους κι ενόχους. Που δεν εξαντλεί τις δυνατότητες του λόγου, του αντιλόγου και του διαλόγου και δεν ενδιαφέρεται για ηπιότερα μέτρα. Που θεωρεί ότι κατέχει τη μόνη αλήθεια και θέλει να την επιβάλει αδιαφορώντας για τις συνέπειες.

Η αναγραφή με σπρέι στην εκκλησία της Χρυσελεούσας είναι μια τέτοια πράξη: φασιστική. Όχι εξαιτίας των όποιων ιδεών των προσώπων που την διέπραξαν, αλλά εξαιτίας της ανικανότητάς τους να διακρίνουν μεταξύ ενός τοίχου μιας οικοδομής και αυτού ενός πολιτιστικού ή και, για κάποιους, θρησκευτικού μνημείου, η αποκατάσταση του οποίου ενδεχομένως να μην επέλθει ποτέ πλήρως. Μια ανικανότητα που προδίδει πόσο ανεύθυνα κι ανόητα τα πρόσωπα αυτά είναι. Και πόσο άρα επικίνδυνα.

(Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής στις 23 Αυγούστου 2009)