Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Χαλασμένη πρίζα



του Χρόνη Μπότσογλου
Η είδηση της αυτοκτονίας δύο προσώπων από ταράτσα πολυκατοικίας στην πλατεία Βάθη με βρήκε εντελώς απροετοίμαστη. Όχι πως δεν έχω πια συνηθίσει την απόγνωση (κοιτώ στο λεξικό: χωρίς πληθυντικό, συνώνυμο η απελπισία, στη διπλανή σελίδα η λέξη αποβαρβάρωση ακούγεται επίσης οικεία), καθόλου γι αυτό, αντιθέτως. Μα γιατί θα μπορούσε να μιλά για κάτι τόσο κοινότυπο, ας πούμε ανεβαίνω στην ταράτσα για να απλώσω τα ρούχα ή πηγαίνω τις Τετάρτες στη λαϊκή ή πλένω μαρούλι για τη σαλάτα. Μια απόφαση θανάτου σαν κάθε άλλη ενέργεια ζωής, καθημερινή, αυτονόητη κι επαναλαμβανόμενη, θα έγραφα, αν επαναλαμβανόταν ο θάνατος. Χωρίς πολλά πολλά, χωρίς μεγάλη σημασία, χωρίς κάποια ιδιαίτερη αξία. Σαν κάτι που τι να γίνει, έτσι έτυχε, συμβαίνουν αυτά τα πράγματα, όπως την πρίζα του πλυντηρίου που χάλασε, την αλλάξαμε, πήραμε άλλη.

Από πού παίρνουν άλλη ζωή, θα ‘θελα να ρωτήσω, αλλά ποιος μπορεί να πει; Σίγουρα όχι ο κύριος Αντώνης. Αυτός πήρε μόνο τη μάνα του απ’ το χέρι – τελευταία πράξη αφοσίωσης – κι  έτσι, σαν να της σιάζει την πιέτα στο καλό της το φουστάνι, ανέβηκαν μαζί τα σκαλιά ένα ένα.       
  
Από πού παίρνουν άλλη ζωή, ρε μαλάκες, θέλω να ουρλιάξω σαν λυμένο σκυλί με αφρούς στο στόμα!

Αλλά όχι, δεν μου επιτρέπει κάτι τέτοιο η θέση κι η ανατροφή μου. Εμείς αδυνατούμε να δούμε πώς θα μπορούσαμε να παρέμβουμε. Στον καθρέφτη μας παρελαύνει ο Άκης κι υποκλινόμαστε - ξορκίζουμε έναν ανομολόγητο φόβο: μην ξυπνήσουμε κι έχει κι η δική μας η ζωή αξία μικρότερη από μιας χαλασμένης πρίζας. Κι όχι τίποτ’ άλλο, μα δεν θα ‘χουμε καν τη στοιχειώδη αξιοπρέπεια να πηδήξουμε έξω απ’ αυτό το τσίρκο. 


Υ.Γ. Σαν σήμερα, ένα χρόνο πριν, έφυγε ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης. Η τελευταία του ποιητική συλλογή, με τίτλο «Βαθέος γήρατος», μιλά για την υπερήλικη μητέρα του. Χαρισμένοι λίγοι στίχοι στον κύριο Αντώνη κι αν είναι κάπου τώρα, ας είναι κάπου καλύτερα. Τους δικούς του τελευταίους στίχους μπορείτε να τους διαβάσετε εδώ.     


Αυτός ο κόσμος ο μικρός

Τίτλοι πηχυαίοι εφημερίδων
αισθήματα οπερέτας, σήριαλ επικά
ό,τι έμεινε απ' το ρεστοράν να γίνει πακετάκι
πόλεμοι και κινήματα, εκλογές, δικτατορίες
πάντοτε με τους νικητές

δεν ήρθαν στη γιορτή μας
γιατί κι εμείς να πάμε στη δική τους
γάμοι, βαφτίσια, κούλουμα, οβελίες
πάντα εκεί
κηδείες μονάχα κατ' εξαίρεση

τέλος, έτσι μισός αυτός ο Παρθενώνας
κάπως σαν να χαλάει το ηλιόλουστο τοπίο.


Αναδρομικό νήπιο

Καθώς κοιτάζω τώρα
φωτογραφίες μου μες στην κολυμπήθρα
παρατηρώ το βλέμμα μου έντρομο
θα  ‘ξερα φαίνεται το τι με περιμένει.
Κι όμως αμαχητί ηττήθηκε το φίλτρο σου
μόνον εσύ μπορούσες
να πάρεις το παιδί από τα χέρια τους
να βγεις στους δρόμους.


Κλινική

Μου είπε επί λέξει:
- Άμα πεθάνω
πώς θα ζήσω
χωρίς εσένα;

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012


Ο Μάνος Κατράκης στο "Ταξίδι στα Κύθηρα"


Όμως, υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στην «προσαρμοστική πολιτική» και στη δουλοπρέπεια! Αυτό είναι το πιο ευαίσθητο σημείο του ελληνικού λαού, «το τιμιώτατόν του»! Και αυτό του καταπατούν συνεχώς, κατά τον εξοργιστικότερο τρόπο, οι εκπρόσωποί του στην επίσημη διεθνή σκηνή!
(…)
Γιατί αυτός ο λαός, που την έννοια του την έχουν παραμορφώσει σε σημείο να μην την αναγνωρίζουμε, αυτός έχει φτιάξει ό,τι καλό υπάρχει – αν υπάρχει κάτι καλό σ’ αυτόν τον τόπο! Και αυτός, στις ώρες του κινδύνου, και στο πείσμα της συστηματικής ηττοπάθειας των αρχηγών του, αίρεται, χάρη σ’ έναν αόρατο, ευλογημένο μηχανισμό, στα ύψη που απαιτεί το θαύμα!

Όσο, λοιπόν, και αν είναι λυπηρό, πρέπει να το πω: ο Ελληνισμός, για την ώρα τουλάχιστον, επέτυχε ως γένος, αλλ’ απέτυχε ως κράτος! Και παρακαλώ νύχτα μέρα το Θεό, και το μέλλον, να με διαψεύσουν.

(Οδυσσέας Ελύτης,
εφημερίδα Ελευθερία, 15 Ιουνίου 1958
– Συν τοις άλλοις, ύψιλον / βιβλία)



Σάββατο 8 Μαΐου 2010

Την Ελλάδα θέλομεν

Εμείς αλλιώς τη μάθαμε την Ελλάδα. Στα σχολικά μας βιβλία ήταν πάντα γεμάτη φως, ήρωες και ποιητές και πρώτη τη δική της ιστορία διδαχθήκαμε. Η δική μας, όλη κι όλη, ένα σύνθημα στον τοίχο: «Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν πέτρες». «Όμως αντισταθμίζει που γράφουμε ελληνικά» έγραφε ο Μόντης κι μας συγκινεί ακόμη ο στίχος του Βαγορή «Την Ελλάδα αγαπώ, αλλά κι εσένα». Τα πρώτα μας ταξίδια είχαν το γαλάζιο του Αιγαίου κι εκεί πρωτοανταμώσαμε την ομορφιά. Εκεί μοιραστήκαμε τα πιο ανέμελα καλοκαίρια μας με φίλους που ήξεραν τι θα πει φιλοξενία. Εκεί μας δίδαξαν το μέτρο, το λόγο και την υποψία σπουδαίοι δασκάλοι. Κι οι άνθρωποι στους δρόμους πώς να διεκδικούμε τα δίκια μας. Πιστέψαμε σ’ αυτούς, στη σπιρτάδα, στη ζωντάνια και στην προκλητική όρεξή τους να χαίρονται. Με τις δικές τους μουσικές ντύσαμε τους έρωτες και τους χωρισμούς μας, τα δικά τους λόγια έδωσαν μορφή στις αναζητήσεις μας, με τα δικά τους κατορθώματα ξεδιψάσαμε την ανυδρία μας. Και στην ανάγκη εκεί στρεφόμασταν, εκεί κι όταν τολμούσαμε να παραδεχτούμε πως η οικονομική μας ευμάρεια απλώς δεν αρκούσε.

Ύστερα κάποιος ρώτησε τι θα πει «λαμόγιο». Η αποκαθήλωση πολιτικών και ολυμπιονικών. Η χώρα μια απέραντη συναλλαγή. Δημοσιογράφοι, γιατροί, μοναχοί, δικαστές, ψηφοφόροι... Όλα πωλούνται κι όλα χτίζονται. Λίμνες, δάση, αρχαία... Κι άνθρωποι ακόμη στη φωτιά. Εγκαταλελειμμένα πανεπιστήμια και μυαλά κλειστά. Ο πολιτισμός της Γιουροβίζιον και της Τζούλιας. Η γενιά των 700 ευρώ δίχως ύπνο. Δίχως όνειρα. Ξενιτιά. Καθένας για την πάρτη του. Δε βαριέσαι... Ζαρντινιέρες να χτυπούν φοιτητές, εξοστρακισμένες σφαίρες να πετυχαίνουν παιδιά, προφυλακίσεις για το λάθος χρώμα παπούτσια και τα θλιμμένα μπλε μάτια της Κούνεβα καμένα. Τιμωρία καμιά. Μόνο κάτι αυτόκλητα φασιστοειδή που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τις βιτρίνες απ’ τους ανθρώπους. Η χώρα στο χείλος της αβύσσου, κι ίσως στο βάθος της. Χωρίς ντροπή, χωρίς κάθαρση, χωρίς ελπίδα.

Όχι, εμείς μιαν άλλη Ελλάδα αγαπήσαμε. Κι αν τώρα είμαστε οργισμένοι δεν είναι από υπεροψία, ούτε γιατί σκλήρυνε η καρδιά μας. Είναι γιατί πονούμε. Και γιατί δεν θα ‘χουμε πού να κοιτάζουμε κάθε που θα θέλουμε να ψηλώνουμε λίγο.

(Το Αφιέρωμα στους τοίχους της Αθήνας είναι του Βλάση Κανιάρη)

Υ.Γ. Η σημείωση αυτή προστίθεται εκ των υστέρων για να παραπέμψει στην πιο συγκινητική αναφορά που έγινε από άλλο μπλόγκερ σε κείμενό μου.

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Μεγάλη Παρασκευή

Άνοιξη, 33 μ.Χ., Ιερουσαλήμ - Η Παναγία κατά την ταφή του Χριστού:
«Ω γλυκύ μου έαρ,
γλυκύτατόν μου τέκνον,
πού έδυ σου το κάλλος;
Ω φως των οφθαλμών μου,
γλυκύτατόν μου τέκνον,
πώς τάφω νυν καλύπτη;»
(Από τον Επιτάφιο Θρήνο)

Μάης του 1936, Θεσσαλονίκη - Μια μάνα, καταμεσίς του δρόμου, μοιρολογάει το σκοτωμένο, σε διαδήλωση καπνεργατών, παιδί της:
«Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,
πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;»
(Από τον Επιτάφιο, του Γιάννη Ρίτσου)

Μάρτης 2010, Αθήνα: Η μάνα του δεκαπεντάχρονου Αφγανού, Χαμίντ Ναζαφί, που σκοτώθηκε από έκρηξη βόμβας στα Πατήσια:
«Αμιντούλα ζωή μου
Θεέ μου τι θα κάνω;
Πώς θα ζήσω χωρίς εσένα;
Μακάρι να πέθαινα εγώ»
(Από το Αστυνομικό Δελτίο της Ελευθεροτυπίας)


Μεγάλη Παρασκευή - Ας θυμηθούμε τις μανάδες των αθώων νεκρών του κόσμου.