Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσωπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσωπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Στο καλό, Νίκη Μαραγκού της Κύπρου του κόσμου



Παρέα με τov γεωμέτρη και τov κηρoπλάστη
φύτεψα φέτoς τριαvταφυλλιές στov κήπo
αvτι vα γράφω πoιήματα
τηv εκατόφυλλη απo τo σπίτι με τo πέvθoς στov Αγιo Θωμά,
τηv εξηvτάφυλλη πoυ έφερε o Μίδας απo τηv Φρυγία,
τηv Μπαγκσιαvή πoυ ήρθε απo τηv Κίvα,
μoσχεύματα απo τη μovαδική μoυσσιέττα πoυ επέζησε
μεσ’τηv παλιά τηv πόλη,
αλλα πρoπαvτώς τηv Rosa Gallica πoυ έφεραv oι σταυρoφόρoι,
πoυ αλλιώς τηv λέμε και δαμασκηvή,
με τo εξαίσιo αρωμά της.
Παρέα με τov γεωμέτρη και τov κηρoπλάστη
αλλά και τov τετράvυχo, τov τίγρη, τov φυλλoδέτη,
τη μηλoλόvθη, τη χρυσόμυγα,
τo αλoγάκι της Παvαγίας πoυ τα τρώει oλα,
θα μoιραστoύμε φύλλα, πέταλα, oυραvό,
στov αφάvταστo αυτό κήπo
κι αυτoί κι εγώ περαστικoί.

(της Νίκης Μαραγκού, οι Τριανταφυλλιές, 3 Γεvvάρη 1993)

από την ιστοσελίδα της ίδιας, εδώ

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Αναχωρήσεις, της Άννας Αχμάτοβα


Η ποιήτρια ζωγραφισμένη από το Νάθαν Αλτμάν το 1915

Αν κι αυτή η γη δεν είναι δική μου

θα θυμηθώ την εσωτερική της θάλασσα

τα παγωμένα της νερά

την άμμο, τόσο άσπρη

σαν τα παλιά κόκαλα, τα πεύκα

περίεργα κόκκινα εκεί που ο ήλιος κατεβαίνει


Δεν μπορώ να πω αν είναι η αγάπη μας

ή η μέρα που τελειώνει.





Πηγή: vakhikon.gr




Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

Πάνω κάτω η Πατησίων, Κατερίνα Γώγου (Οδός Πανός)


του Οδυσσέα Ιωάννου, αναδημοσίευση από protagon.gr



Στις ανθολογίες των ποιητών τις γενιάς του 70 δεν θα την συναντήσουμε- πλην λίγων εξαιρέσεων. Όταν γράφεις την Ιστορία επάνω σε νωπά και ζεστά σώματα, γίνεσαι άδικος, ιδιοτελής, φανατικός. (Και ας δεχτώ πως το ίδιο ισχύει και για όσους θέλουμε να την “διορθώσουμε”)
Για την επίσημη κριτική η Γώγου ήταν ένα ανυπότακτο αγοροκόριτσο που έγραφε θυμωμένα και η ακτίνα της ξεκινούσε από την οδό Τροίας και κατέληγε στην πλατεία Εξαρχείων. Η γραφή του φόβου, της ολικής άρνησης, της τελεσίδικης αποβολής από τους κυρίαρχους, αποδεκτούς κώδικες κοινωνικής συμπεριφοράς και ενσωμάτωσης, ήταν αρκετά για να την εξορίσουν με ευκολία στους “γραφικούς της πλατείας”. Κοντόφθαλμες  και με συγκεκριμένο ιδεολογικό πρόσημο αποτιμήσεις που γκρεμίζονται στην πρώτη σοβαρή ανάγνωση του ποιητικού της έργου. Δεν την διαβάζουν, την βλέπουν. Δεν την αφουγκράζονται, την ακούν να βρίζει. Αν μείνεις σε αυτό το προπέτασμα του ορυκτού θυμού και του κατάγματος που σου προκαλεί ο κάθε στίχος της  - τα οποία όμως έτσι κι αλλιώς είναι δομικά στοιχεία της ποιητικής της- δεν θα περάσεις ποτέ στον πίσω κήπο. Στην πεποίθησή της ότι θα μπορούσαμε να ήμαστε κι αλλιώς. Θα μπορούσαμε να γίνουμε και αλλιώς. Μπορεί να έδειχνε πως δεν είχε αφήσει κανένα πέρασμα ανοιχτό για τον εαυτό της – και όπως αποδείχτηκε δεν είχε- αλλά μάλλον χτίστηκε στα τσιμέντα γιατί κάπως έπρεπε να στεριώσει η γέφυρα. Το πλακόστρωμα της βόλτας για εμάς, τους θυμωμένους του μέσου όρου, που θέλουμε να την αγαπάμε αλλά θέλουμε και να ζήσουμε. Για τους λόγους μας.  Όχι θυσία, μονόδρομος. Τόσο είχε. Και το διένυσε όλο.
Ένα –για πάντα- κορίτσι που φαντάζομαι πως όταν σε έβριζε κρυβόσουν και όταν σε χάιδευε έλιωνες.
Υ.Γ. Για να πω κι εγώ την ελαχιστότατη εμπειρία μου, για την τιμή εκείνου του ματαιόδοξου  “ήμουν κι εγώ εκεί”, το 1986 η Κατερίνα έμενε στην Γ’ Σεπτεμβρίου, λίγα μέτρα πριν την Αγίου Μελετίου. Εγώ- γέννημα θρέμμα της περιοχής ανάμεσα σε Πατησίων και Αχαρνών- ξεκινούσα τότε να γράφω στο περιοδικό “Μουσική” που ήταν στον από κάτω όροφο από το διαμέρισμά της. Κατέβαινε συχνά, ήταν φίλη με τον Γιώργο Κυριαζίδη, εκδότη του περιοδικού. Κάποιο πρωί, μπήκε, με είδε να κάθομαι σε ένα γραφείο και να γράφω. Ήμουν 19 χρονών. “Μπα, φέρατε και ωραίους γκόμενους εδώ μέσα;” είπε. Της είπα πως αν με βρίσκει ωραίο γκόμενο θα την παρακαλούσα να ζευγαρώνει συστηματικά για να μην εξαφανιστεί αυτό το εξαιρετικά σπάνιο είδος γυναίκας που με θεωρεί ωραίο…Την είδα άλλες δυο τρεις φορές.

Κατερίνα Γώγου, Πάνω κάτω η Πατησίων- Οι όψεις της μοναξιάς στην Κατερίνα Γώγου.

Η εξαιρετική έκδοση 96 σελίδων με φωτογραφίες και κείμενα γραμμένα για την Γώγου και 20 ιδιαίτερες μελοποιήσεις ποιημάτων της κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Οδός Πανός.
Υπεύθυνοι της έκδοσης ο Γιώργος Κορδέλλας και ο Άγγελος Σφακιανάκης.
Τις μελοποιήσεις έκαναν οι:
Πάνος Κατσιμίχας, Νίκος Καλλίτσης, Μάκης Σεβίλογλου, Άρης Ζαρακάς, Νίκος Μαϊντάς, Βάσω Αλλαγιάννη, Τάσος Ρωσόπουλος, Κώστας Χαριτάτος, Βαγγέλης Μαρκαντώνης, Λόλεκ, Κωνσταντίνος Βήτα, Παντελής Θεοχαρίδης, Ηλίας Λιούγκος, Εύα Λουκάτου, Μάριος Στρόφαλης, Δημήτρης Βαρελόπουλος, Κώστας Αθυρίδης, Τάκης Γραμμένος, Γιώργος Μάρτος, Βαγγέλης Κοντόπουλος
Ερμηνεύουν οι:
Πάνος Κατσιμίχας, Σωκράτης Μάλαμας, Μάρθα Φριντζήλα, Όλια Λαζαρίδου, Μάκης Σεβίλογλου, Άρης Ζαρακάς, Magic de spell, Σαβίνα Γιαννάτου, Κώστας Χαριτάτος, Βασιλική Καρακώστα, Βαγγέλης Μαρκαντώνης, Λόλεκ, Κωνσταντίνος Βήτα, Παντελής Θεοχαρίδης, Ηλίας Λιούγκος, Εύα Λουκάτου, Ρίτα Αντωνοπούλου, Ματ σε δύο υφέσεις, Σπυριδούλα Μπάκα, Γεωργία Βεληβασάκη, Gaia, Τάκης Γραμμένος, Γιώργος Μάρτος, Βαγγέλης Κοντόπουλος.
Κείμενα έχουν γράψει οι:
Γιώργος Κορδέλλας, Όλια Λαζαρίδου, Γιώργος Δάγλας, Θωμαή Ουζούνη, Γιώργος Μπαλούρδος, Αντώνης Καφετζόπουλος, Λίνα Καρανασοπούλου, Παναγιώτης (Κάιν) Παπαδόπουλος, Άγγελος Σφακιανάκης.

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Για το τραγούδι

του Μάνου Χατζιδάκι*
που γεννήθηκε σαν σήμερα




Το τραγούδι δεν είναι σύνθημα ή πράξη εκτονώσεως. Ούτε μαστίχα για το στόμα αθλητικών εφήβων ή συντροφιά νυχτερινή για οδηγούς ταξί και φορτηγών. Είναι μια σχέση υπεύθυνη, μια πράξη ερωτική ανάμεσά μας που μας αποκαλύπτει. Τελετουργία που απαιτεί, τόσο από σας όσο και από μένα, μια προετοιμασία θρησκευτική, επίμονη άσκηση γνώσης και αθωότητας, αποκαλύψεως και ανιχνεύσεως, μνήμης και προφητείας.

Το τραγούδι είναι μια μαγική στιγμή κι εγώ ένας πανηγυριώτης μάγος εκπρόσωπός σας – αφού γεννήθηκα τον ίδιο καιρό με σας και μες στον ίδιο χώρο – που θα φωτίσω τις κρυφές και αθέατες γωνιές σας, θα σας εκπλήξω, θα σας γεμίσω ερωτήματα και μελωδίες που ίσως γίνουν δικές σας και θα μεταφερθούν στο σπίτι σας, έτσι που να κοπεί ο ύπνος και να χαθεί για πάντα – αν είναι δυνατόν – ο εφησυχασμός σας. Κι ας μην μπορείτε να με τραγουδήσετε. Μήπως τάχα μπορείτε να εξαφανίσετε ένα πουλί ή να το φανερώσετε μέσ’ απ’ το φόρεμα ή από το μαντήλι σας; Κι όμως δεν το ξεχάσατε κι ούτε θα το ξεχάσετε σ’ όλη σας τη ζωή. Και θα το λέτε στα παιδιά σας έτσι όπως το πρωτοείδατε κάποια φορά από έναν μάγο σ’ ένα πανηγύρι – καθώς και το τραγούδι μου.

Θα το θυμάσθε και θα το ‘χετε εντός σας, χωρίς τη δυνατότητα να το γλεντήστε με αυτάρεσκη και δυνατή φωνή. Μόνο να το ψελλίζετε θα είναι δυνατόν, σαν προσευχή ή σαν το «Υπερμάχω».

Δεν είναι το τραγούδι μου απλοϊκό κι ευχάριστο σαν το τενεκεδένιο σήμα μιας πολιτικής παράταξης ή ενός αθλητικού συλλόγου. Δεν κολακεύει τις συνήθειές σας ούτε και διασκεδάζει την αμηχανία σας, την οικογενειακή σας πράξη ή την ερωτική σας ανεπάρκεια.

Δεν είναι το τραγούδι μου μονόφωνη αρτηρία, ούτε μια πολυφωνική και λαϊκή υστερία. Είναι μια μυστική πηγή, μια στάση πρέπουσα και ηθική απέναντι στα ψεύδη του καιρού μας, ένα παιχνίδι ευφάνταστο μ’ απρόβλεπτους κανόνες, μια μελωδία απρόσμενη που γίνεται δική σας, δεμένη αδιάσπαστα με άφθαρτες λέξεις ποιητικές και ξαναγεννημένες. Και μην ξεχάσετε. Σαν φύγετε από δω, δεν σας ανήκει παρά μονάχα το αίσθημα, η σκέψη και τα ερωτήματα, που ολόκληρο το βράδυ σας μετέδωσα μεσ’ απ’ τη μουσική μου. Σε μένα απομένει το τραγούδι, η μαγική στιγμή μου, που είναι μια εξαίσια απάντηση αρκεί να με ρωτήσετε. Ρωτήστε με λοιπόν. Κι ύστερα σας παρακαλώ σωπάστε! Γιατί θα τραγουδήσω!


Πιστεύω πως η τέχνη του τραγουδιού αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα, γιατί το τραγούδι μας ενώνει σ’ ένα μύθο κοινό. Κι όπως στο χορό ενώνουμε τα χέρια μεταξύ μας για ν’ ακολουθήσουμε ίδιες ρυθμικές κινήσεις, έτσι και στο τραγούδι ενώνουμε τις ψυχές μας για ν’ ακολουθήσουμε μαζί, τις ίδιες εσωτερικές δονήσεις. Κι όσο για τον κοινό μύθο που δεν υπάρχει στις μέρες μας, τον σχηματίζουμε καινούριο κι απ’ την αρχή κάθε φορά. Κάθε φορά που νιώθουμε βαθιά την ανάγκη να τραγουδήσουμε. 


*από το βιβλίο "Ο καθρέφτης και το μαχαίρι" 



Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Αντρεάνα Καμπανέλλα, #2


2η ατομική έκθεση της Αντρεάνας Καμπανέλλα
Εγκαίνια: Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012 στις 20:00
μέχρι 22 Ιουνίου 2012
στο Φυτώριο Εικαστικής Καλλιέργειας
(Δημοτικός Κήπος Λευκωσίας, δίπλα από τη Βουλή)
Για πληροφορίες: 22 681088
Περισσότερα εδώ κι εδώ





Τέλη φθινοπώρου, δείλι, η βροχή μόλις σταμάτησε κι είναι το φως γεμάτο επιείκεια. Στο βάθος ο Τσαρούχης απαγγέλλει Καβάφη, διάσπαρτα έργα του Lucian Freud, ένα εξώφυλλο του Pollock, ο Picasso που τα ζωγράφισε όλα, αναφορές στον Ελύτη κι ο Ντοστογιέβσκη που μπόρεσε να βγάλει το μέσα των ανθρώπων έξω.

Το μολύβι της Αντρεάνας χαϊδεύει το χαρτί… σαν προέκταση του χεριού το μολύβι της, σαν προέκταση της ματιάς της το χέρι. Τι κι αν κερματίζονται οι πινελιές, τι κι αν θραύονται τα περιγράμματα… Ανέφελη αρμονία οι κινήσεις της δεν προδίδουν καμιά αγωνία. Σαν λέξεις που χορεύουν με τα νοήματα χωρίς να πληγώνουν τους ήχους… Μόνο κάποιες συσπάσεις στο μέτωπο υπαινίσσονται τον πόνο…

Ό,τι γεννήθηκε θα μείνει μονάχο να ξεκουραστεί. Να πάρει τις πρώτες του αναπνοές, να συνηθίσει τον κόσμο, να διεκδικήσει πορεία σ’ ένα σύμπαν ρευστό… Κι ίσως να μοιάζει με αυτό που ήταν να πει, μα κι ίσως μιλήσει τα λόγια μιας γης ξεχασμένης ή ξένης. Κι ίσως να δώσει απαντήσεις σε κάποια της τέχνης γιατί, ίσως να τ’ ανατρέψει, ίσως και να φέρει άλλα…

Θα σταθώ μπροστά του δειλά. Αμήχανα. Με δέος… Δεν είναι το φως τελικά αυτό που αποκαλύπτει, ούτε που αποκαλύπτεται. Μια συμφωνία σκιών η πραγματικότητα. Τα άρρητα και τα μυστικά – αυτό που είσαι και που είμαι – μια αδιόρατη κλίση του σώματος, ένα τρέμισμα του χεριού, ένας κυματισμός απροσδιόριστος, ένα ψιθύρισμα. Ψηλαφητά ανιχνεύονται αν είναι να υπάρξουν. Και διαβάζονται συλλαβιστά. Σαν σινιάλα μπροστά από σφραγισμένες πόρτες. Που τις ξεκλειδώνουν. Για να διαβείς από το έξω μέσα…

Σ’ ευχαριστώ για τη διαδρομή και για το πέρασμα.

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

Θέλω να 'σαι αετός

σ' αψηλά να πας λημέρια και να κερνάς τ' αστέρια...




Πόσο πιο μόνοι να μείνουμε ακόμα...



Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Μικρό αφιέρωμα για τα δεκαπέντε χρόνια από τον Αύγουστο του δύσκολου θανάτου του...

  
ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
 
Αν φύγεις εκεί που η θάλασσα σμίγει με μουσικές και με φώτα
να θυμάσαι κάνει κρύο σ’ αυτόν τον παράξενο κόσμο
δεν έχω τίποτε άλλο, μόνο δάκρυα
που παίζουν με το μουσκεμένο φως του δρόμου


Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕ ΜΑΣ ΑΛΛΑΖΕΙ

Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή
το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής
η καταχνιά της πόλης σαν βραδιάζει

Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε
δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη

Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση
κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη


ΜΙΑ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΑΔΕΙΑ

Μια πολυκατοικία άδεια κι ασυνάρτητη
επιστρατεύει το λυγμό μου κάθε βράδυ

Βραδυπορεί με το στρατιώτη που ξεπάγιασε
τον άρρωστο πλασιέ που επιστρέφει σπίτι

Ανέραστη σαν τους μικρούς βοσκούς
τα ροζιασμένα όνερα των ορεινών χωριών
με περιμένει


ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Συναντηθήκαμε αργά το απόγευμα κάπου προς τον παλιό σταθμό. Φυσούσε από το πρωί κι η θάλασσα ήταν έρημη στα καφενεία και στα τραμ της αφετηρίας

Κοιτούσα τα χέρια του που έσφιγγαν ήρεμα, με κρυφή συγκατάθεση, τα δικά μου. Μες στο σακίδιο ήταν όλος ο κόσμος του – πουλόβερ, βιβλία, γράμματα… Επρεπε να ‘ρχονταν τα πράγματα αλλιώς, μα το θελήσαμε τάχα

Αχρωμο φως, μια Κυριακή φθινοπωριάτικη, καμιά ελπίδα. Μικρά ταξίδια στις ακτές, όλα χαλάσανε. Θεέ μου, τόση ερημια

Έβρεχε στην επιστροφή και ο αυτοκινητόδρομος γέμισε φωτεινά σήματα, πικρά ολομόναχα φώτα


ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟ ΣΥΝΤΡΙΒΑΝΙ

Μια νύχτα θα ταξιδέψω για πάντα. Θ’ αγκαλιάσω με τα χέρια την πόλη και θα πνιγώ στη δίνη των χρωματιστών νερών

Θα ‘ναι μια νάρκωση ή ο θάνατος, δεν ξέρω να πω. Μέσα στα δάκρυα δε θα καταλαβαίνω πια γιατί το θέλησα ή πού αστόχησα. Οι αποσκευές μου θα παρασύρουν το σώμα μου μέχρι τη θάλασσα, ως τους υφάλους έξω απ’ τον παλιό σταθμό. Άμμος και ξερολίθια

Σφυρίγματα των τρένων κι ο κάμπος ολόγυρα και δε θα μπορέσω να καταλάβω γιατί ήσουν και καταδότης και συνεργός

Μες στη νεροσυρμή δε θα σε ξαναδώ ποτέ. Μια νύχτα θ’ αγαπηθούμε για πάντα. Καθώς θάλασσα και ουρανός

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

Για τον κύριο Νίκο Γκάτσο

O Μάνος Χατζιδάκις δήλωσε πως στον Γκάτσο «οφείλει το λόγο υπάρξεως του τραγουδιού του εκτός από τον λόγο του μέσα στο τραγούδι του».  'Οπως έχει πει, «το τραγούδι βασίζεται στη λέξη όχι τη φθαρμένη, αλλά την ανανεωμένη με την αρχική της δύναμη» και πως «ακόμα και η συλλαβή στο στίχο του Γκάτσου έχει την παντοδυναμία της αρχικής της καταβολής». Έγραψε επίσης: «Έχω δει το Νίκο Γκάτσο να εξαναγκάζει σε αναβολή πρεμιέρες και να ξημερώνεται για μία λέξη. Όχι καν λέξη σε ποιητικό κείμενο. Σε απλό θεατρικό διάλογο προορισμένον να διαρκέσει μερικά δευτερόλεπτα. Τι μπορεί να σημαίνει μια τέτοιου είδους επιμονή; Ευσυνειδησία; σχολαστικότητα; αίσθηση ευθύνης; μανία της τελειότητας; Ερευνήσατε στα εδάφη του Διονύσιου Σολωμού για να βρείτε το μυστικό…» Του Σολωμού που δοκίμαζε «δεκαεννέα φορές τον ίδιο στίχο», για να θυμηθούμε και τον Ελύτη, που βάδιζε με τον Γκάτσο παράλληλα σε όλη τους τη ζωή.

Γιατί θέλησα να γράψω για τον Γκάτσο; Όχι γιατί συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη γέννησή του. Μα γιατί κάθε που ακούω στίχους του – κι άμα αγαπάς το ελληνικό τραγούδι ακούς πολύ συχνά – αισθάνομαι δέος. Όχι σαν εκείνο που σου εκβιάζουν οι περίτεχνοι ναοί των κρύων και απόμακρων θεών. Μα σαν αυτό που σου γεννούν οι εκκλησιές που έχουν το ύψος του ανθρώπου και γνωρίζουν απ’ τα πάθη του. Και που τις έχτισαν χέρια που, ευλαβικά ψηλαφώντας τη σοφία και την ιστορία πέτρα με πέτρα, εποίησαν άθελά τους ομορφιά. Όπως κι εκείνος. Που με λέξεις απλές – όχι φτηνές – έφτιαξε ποίηση. Με λέξεις συστατικές, σαν τα πρωταρχικά υλικά που δημιούργησαν τον κόσμο: τον ουρανό, το φεγγάρι, το νερό, τ’ αεράκι, τον γιαλό, ένα άστρο, ένα δάκρυ, ένα παιδί, το παράπονο, το φονικό, τη λύπη, την αγάπη, την βροχή, την Παναγιά. Λέξεις που τις έβαζε, θαρρείς, στη σωστή κάθε φορά σειρά, όπως τους όριζε η γλώσσα που τις γέννησε κι η μέσα μουσική τους. Και τις έκανε να λένε ιστορίες, όχι αληθοφανείς μα αληθινές σαν κι αυτές που πλάθουν και πιστεύουν τα παιδιά. Μελωδικές ιστορίες, όμοια μ’ εκείνες του Λόρκα της Ανδαλουσίας που αγαπούσε, που μπορούσαν απ’ άκρη σ’ άκρη να τραγουδηθούν, τόσο εύκολα. Όχι με ευκολία. Αλλά με οικειότητα, σαν να ‘τανε γνωστές απ’ την αρχή των εποχών. Κι έτσι να συνεχίσουν να ταξιδεύουν και να μας βρίσκουν και να μένουν, σαν να τους ήτανε γραφτό. Για να αγαπηθούν.

Κατά τα λοιπά, ο Γκάτσος έγραψε μόνο ένα ποίημα, δεν μίλησε ποτέ στην τηλεόραση, δεν ψήφιζε, δεν ταξίδευε, δεν θέλησε να πάει ποτέ του στην Αμοργό. Κι αν τον ρωτούσες τι σήμαινε γι αυτόν πατρίδα θα σου απαντούσε: Η γλώσσα. Και ναι συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη γέννησή του. Και θα ‘χαμε να μάθουμε. Κι ίσως αυτό το ένα: «Μη γίνεσαι ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΝ». Άνκαι εκείνος, που όσοι τον γνώρισαν τον είπαν «δάσκαλο», ο ποιητής κύριος Νίκος Γκάτσος της Ελλάδας, έγινε.

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

«Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ»


Τον Καρυωτάκη τον διάβασα πρώτη φορά πρωτοετής φοιτήτρια. Δεν μπόρεσα να τον καταλάβω. Με απώθησε ο θλιμμένος και συνάμα σαρκαστικός μηδενισμός του σε μια περίοδο που ζητούσα να πιστέψω σε ιδεώδη και σε ήρωες. Με την Πολυδούρη ασχολήθηκα μόλις πέρυσι, στο τέλος του καλοκαιριού, θέλοντας κυρίως να ανιχνεύσω στους στίχους της τα σημάδια που της άφησε ο έρωτάς της για τον ποιητή. Με απογοήτευσαν ο υπέρμετρος λυρισμός της κι η επίμονη εξύμνηση της ματαίωσης. Ό,τι κράτησα απ’ τους δύο ήταν σκόρπια κομμάτια τους από μελοποιήσεις και μια μεγάλη περιέργεια για όσα δεν ξεδιάλυνα απ’ τον καθένα χωριστά κι απ’ το «μαζί» τους.

Η προβολή από τη ΝΕΤ της σειράς «Καρυωτάκης» με βρήκε στο εξωτερικό. Με τις φετινές καλοκαιρινές επαναλήψεις του ΡΙΚ μπόρεσα τελικά την δω κι ήταν αυτό η αφορμή για να αναζητήσω ξανά τους δύο ποιητές. Η σειρά καταφέρνει να απεικονίσει το περίγραμμα των δύο μορφών και της ιστορικής πραγματικότητας που τις περιέβαλλε. Στο βάθος, όμως, της ψυχής τους δεν μπαίνει. Ίσως να μην το επιδιώκει καν, αφού θα ήταν εκ των προτέρων μάταιο: Πώς να διεισδύσει κανείς σ' αυτούς τους τόσο έντονους και συνάμα εύθραυστους και διχασμένους χαρακτήρες που ούτε κι οι πιο κοντινοί τους δεν κατάλαβαν και για τους οποίους τα περισσότερα απ’ όσα έχουν γραφτεί τους προσεγγίζουν μονοδιάστατα, αποσπασματικά και από συγκρουόμενες σκοπιές;

Κι όμως είναι ανάγκη να τους ψάξει κανείς ολοκληρωτικά αν θέλει να τους αισθανθεί. Γιατί όπως σημειώνει ο Τέλλος Άγρας: «Για έναν αληθινό ποιητή, το έργο του, σαρξ εκ της σαρκός του και οστούν εκ των οστών του, δεν είναι άλλο, παρά τυχαία – και μοιραία – έκφραση της ζωής του». Έτσι, όταν γράφει για τον Καρυωτάκη: «Αυτός ερχόταν, μόνος του, απ’ αλλού. Ερχόταν αργά, από δρόμο δικό του», πρέπει κανείς να αποκωδικοποιήσει αυτή τη διαδρομή για να κατανοήσει την εξέλιξη της ζωής και της ποίησής του: Πώς καταγόμενος από μια συντηρητική και αυστηρή οικογένεια, μέρος του δημοσιοϋπαλληλικού συναφιού, ντυμένος πάντα κομψά και με βλέμμα και βάδισμα δίχως αυτοπεποίθηση, έρχεται λιτά και σκωπτικά να αμφισβητήσει και να αποδομήσει προκατασκευασμένες αξίες, όπως τον ηρωισμό, τη γραφειοκρατία, τη μικροκοινωνία, το Θεό, τον άνθρωπο και τον έρωτα και να εκφράσει την ασφυξία της αδιέξοδης εποχής του σε ένα ολοένα εντονότερο διάλογο με το θάνατο.

Και πώς αυτή του η πορεία διασταυρώνεται με αυτήν της Πολυδούρη, φύσει και θέσει διαφορετικής απ’ όσα μοιάζει να είναι ο ίδιος: Μιας γυναίκας σίφουνα, όπως θα γράψει η Λιλή Ζωγράφου, παρορμητικής, τολμηρής, αντισυμβατικής και προκλητικής που δεν την τρομάζει τίποτε και που δραπετεύει από παντού. Που, όμως, τα ποιήματά της πιο πολύ ξεχειλίζουν από ένα άκρατο συναισθηματισμό και μια αιωρούμενη πικρία, παρά φανερώνουν το δυναμικό και ελεύθερο χαρακτήρα της. Και που στο τέλος, κάτω από το βάρος του χαμένου της έρωτα, αφήνεται να πεθάνει.

«Εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για Kείνον», θα γράψει. Κι εκείνος: «Έφυγε; Δε θα ρθει πια; Τελευταία»; «Μια αιώνια παρεξήγηση. Να τι θα μείνει πάντα ανάμεσά τους», θα υποστηρίξει η Ζωγράφου. Μα ίσως και να μην έχει σημασία. Άλλωστε μια παρεξήγηση ό,τι κι εμείς έχουμε κρατήσει απ’ τον καθένα τους: ο μελαγχολικός ποιητής κι η ευαίσθητη ποιήτρια. Όσοι τουλάχιστον δεν είδαμε και δεν νιώσαμε πόσα πιο πολλά υπήρξαν: Τόσο ξένοι και τόσο νέοι στην εποχή τους. Και γι αυτό τόσο σημαντικοί στη δική μας.

(Ο τίτλος είναι στίχος από ποίημα του Καρυωτάκη.
Η φωτογραφία του Καρυωτάκη – Παρίσι, 1928 – έχει παρθεί από εδώ)

Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

Καρέζη

Έφυγε σαν σήμερα...
Ένα τραγούδι, κάτι σαν λυγμός, που τραγούδησε λίγο πριν το τέλος...
Δυστυχώς δεν μπορώ να το ανεβάσω στο blog. Μπορείτε όμως να το ακούσετε εδώ:

YouTube - ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ - Χάθηκα μέσα στη ζωή μου

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

Αλήθειες που φέρνουν πανικό

Δεν μου αρέσουν οι επετειακές αναφορές. Η μνήμη που οριοθετείται και συρρικνώνεται σε μια τυπική και τυποποιημένη επανάληψη. Κι έτσι χάνει τη δυναμική της, τη δυνατότητά της να επηρεάζει συνειδήσεις, να τις κινητοποιεί, να τις εμπνέει και να τις προτρέπει κάθε μέρα να αλλάξουν την επόμενη. Γι αυτό και στέκω καχύποπτη απέναντι στις επετείους: Πιο πολύ μου φαίνονται να λειτουργούν ως άλλοθι γι αυτά που δεν μάθαμε, γι αυτά που δεν έχουμε πετύχει και γι αυτά που δεν θα κάνουμε καλύτερα.

Πιστεύω, όμως, στις συμπτώσεις. Στο τυχαίο, που όπως λέει ο Κούντερα, μπορεί να ερμηνευθεί ως μήνυμα. Κι έτσι έχω κολλήσει στο ότι η ημερομηνία της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου συμπίπτει με εκείνη του θανάτου του Παύλου Σιδηρόπουλου. Πως το παιδί σκοτώθηκε την ίδια μέρα που έφυγε ο πρίγκηπας.

Ο απροσάρμοστος πρίγκηπας που έκανε ροκ κι ένα θρασύ πάτημα στη σκηνή, που όμοιό του δεν αντάμωσε άλλο η Ελλάδα απ’ τον καιρό των ρεμπετών, την αλήθεια. Όχι την αλήθεια των σαλονιών, των γραφείων, των κουστουμιών, των συναλλαγών, των εξουσιών, των νόμιμων ερώτων, των ψεύτικων οργασμών, των ανεκτών συναισθημάτων, των ανέφελων διαδρομών, των καθωσπρέπει συνηθειών, των τακτοποιημένων ζωών. Όχι τη βολική, την εύκολη, την ανώδυνη αλήθεια. Την αποστειρωμένη. Την πασπαλισμένη με λουκουμόσκονη, που λέει κι ο Άσιμος. Όχι αυτήν.

Την άλλη αλήθεια. Την αλήθεια του πάντα πιωμένου κι άνεργου, του ωραίου του Μπάμπη του Φλου. Την αλήθεια του Γέρου Μαθιού, που ζει μοναχός σαν άγιος σωστός. Της Κ. με τη φωνή της κλεισμένη στο ψυγείο και τις αλήθειες της να κείτονται στο πάτωμα νεκρές. Της Άννας που βλέπει την Αθήνα τρελή, τη νύχτα ολοφώτιστη, τη μέρα σκοτεινή. Του Αλί που ματώνει για μας και του Λευτέρη που τον εκλείσαν φυλακή. Την αλήθεια του χαρμάνη κι άφραγκου. Που τον λένε αλήτη και, γελώντας, μαλλιά. Την αλήθεια των σοβαρών κλόουν, που μέσα στα δημόσια σκοτεινά ψυχιατρεία συλλαβίζουν την αλφαβήτα της κραυγής. Των ηρώων του τρόμου, που ‘ναι ένοχοι για κάποια αιτία που δεν την έμαθαν ποτέ. Των κορμιών που ξέρουν πως η αλήθεια είν’ εκεί που η μοναξιά τους τον καθρέφτη κοιτά. Των χαμένων που ψάχνουν στα τυφλά για λίγη ηδονή. Με το φόβο πίσω απ’ το κάθε τους φιλί. Την αλήθεια των ξέμπαρκων θεών που χάσανε το πλοίο. Αυτών που κλατάρουν, δεν αντέχουν πια, τα φτύνουν όλα κι όπου γουστάρουν πάνε. Που σαν παλιά καράβια τρίζουν και βάζουν πλώρη για το πουθενά. Που σκοραρίζουν το θάνατο. Σ’ ένα μονόδρομο αγωνίας, μ’ ένα φιξάκι που γίνεται ολόκληρή τους η ζωή. Αυτών, που όταν οι άλλοι μιλάνε, μαθαίνουν πώς να ψηλαφίζουν τη σιωπή. Ρωτάνε: «Δεν το βλέπεις πως φοβάμαι το σκοτάδι στο κενό, για ποια επανάσταση μιλάμε που προσπαθώ όρθιος να σταθώ;» Κι απαντάνε: «Παυλάκη γύρω σου σωπαίνουν, τους φτάνει που ανασαίνουν, τι ζητάς...»

Ίσως οι συνειρμοί μου να είναι αυθαίρετοι, οι συσχετισμοί μου παρακινδυνευμένοι.

Αλλά, 6 του Δεκέμβρη νιώθω σαν να 'δωσαν ραντεβού οι "απροσάρμοστοι" του πρίγκηπα και του παιδιού. Λες κι όπως ο Παύλος ρόκαρε με τη φωνή όσων έμεναν πληγωμένοι, τσαλακωμένοι κι εξευτελισμένοι στο περιθώριο, έτσι κι η δολοφονία του Αλέξη έγινε η κραυγή αυτών των ίδιων, που δεν χώρεσαν στις μονόπλευρες αλήθειες των υποκριτικών καιρών. Και φανέρωσε μιαν άλλη, πιο κοφτερή, πιο σκοτεινή, πιο επικίνδυνη, πιο αληθινή αλήθεια. Που κρύβει θυμό κι ευαισθησία και μοναξιά κι αξιοπρέπεια κι απελπισία. Κι όνειρα. Που δεν τους δίνουν χώμα να ανθίσουν ή θάλασσα να ξεπλυθούν. Και γίνονται οργή κι ορμή. Και γίνονται αντίδραση και βία. Και γίνονται καταστροφή.

Σαν επαλήθευση εξίσωσης: Η αλήθεια του κόσμου όταν δεν χτίζεται στις αλήθειες όλων είναι καταδικασμένη να καταρρεύσει στο βάρος τους.

(Ο τίτλος κι οι στίχοι που φτιάχνουν την τέταρτη παράγραφο είναι δανεισμένοι απ' τον Παύλο. Το installation "The listerning array" είναι των Megan and Murray McMillan)