«Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ’ έναν μικρόψυχο καιρό;» (Φρήντριχ Χαίλντερλιν)
![]() |
| Από τη Γέννηση της Αφροδίτης του Botticelli (1485-86) |
Κείμενα για το επικείμενο τέλος του βιβλίου στη νέα ψηφιακή εποχή έχουν γραφτεί κι έχω διαβάσει πολλά. Μου προκαλούν πάντα την ίδια μελαγχολία, μιαν ήδη νοσταλγία για όσα πρόκειται να χαθούν –τις σιωπηλές περιπλανήσεις στους διαδρόμους των βιβλιοπωλείων, το διάβασμα μερικών τυχαίων αράδων απ’ το τέλος, το πρώτο άνοιγμα και τη μυρωδιά των ατσαλάκωτων σελίδων, τις στοίβες στο κομοδίνο και το ταίριασμα καθενός στη βιβλιοθήκη, την ανταλλαγή με φίλους και το χάρισμα στους αγαπημένους, τις σημειώσεις στο περιθώριο, το ξάφνιασμα από μια ετεροχρονισμένη αποκάλυψη, αναμνήσεις από ταξίδια κι εποχές κι άλλα τόσα…
Το τελευταίο, όμως, κείμενο, του βιβλιοκριτικού της Guardian, Ewan Morrison, που εκφωνήθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Βιβλίου του Εδιμβούργου δεν μου ξύπνησε απλώς μελαγχολία, αλλά τρόμο. Κι αυτό γιατί δε μίλησε μόνο για το τέλος του βιβλίου με την παραδοσιακή του μορφή, αλλά και για το τέλος του επαγγέλματος του συγγραφέα. Αρκεί μόνο να αναλογιστεί κανείς πόσοι από τους κορυφαίους της παγκόσμιας λογοτεχνίας επαγγέλλονταν συγγραφείς: ο Ντοστογέβσκη, ο Ντίκενς, ο Σαίξπηρ, και από τους σύγχρονούς μας, ο Κούντερα, ο Ροθ και πολλοί άλλοι… «Είναι σαν να ρωτάμε αν ο Μιχαήλ Άγγελος θα είχε ζωγραφίσει την Καπέλα Σιστίνα χωρίς την οικονομική στήριξη του Πάπα Ιουλίου ΙΙ», υποδεικνύει ο Morrison. Και ξετυλίγοντας μια σειρά παραδειγμάτων, καταλήγει στο πώς η ψηφιοποίηση των βιβλίων θα οδηγήσει σε μαζικού τύπου παραγωγή, όπου το «περιεχόμενο», κι αυτό που ονομάζουμε σήμερα «πολιτισμός», θα είναι άνευ σημασίας, αφού το αληθινό προϊόν για τις μεγάλες εταιρίες – διαδικτυακούς παροχείς δεν θα είναι το βιβλίο, αλλά η διαφήμιση μέσω του βιβλίου, και κατ’ επέκταση, οι ίδιοι οι καταναλωτές, ιδανικά, δε, όταν παράγουν μόνοι τους πολιτισμό δωρεάν.
Για να γίνει κατανοητό το κείμενο και τα επιχειρήματα του συγγραφέα στην ολότητά τους, καλό είναι να διαβαστεί αυτούσιο.
Αυτό που, εν πάση περιπτώσει, θα ‘θελα να πω είναι πως δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ‘ταν η ζωή μου αν δεν είχα διαβάσει Ντοστογέβσκη ή Κούντερα. "Μια φυσιολογική ζωή θα ήταν", θα μπορούσε να μου πει κάποιος. Ναι, δεν λέω… Κι η άνοιξη θα συνεχίσει να έρχεται μια φορά το χρόνο, έστω κι αν «ξεμείναμε από χελιδόνια», όπως έγραφε τις προάλλες σ' ένα άρθρο του «Πολίτη». Μόνο που τι σόι άνοιξη θα ‘ναι αυτή, χωρίς τις τρελές, τις χαμηλές πτήσεις των χελιδονιών, χωρίς την ομορφιά; Τι σόι ζωή, χωρίς την τέχνη, χωρίς τα ερωτήματα που γεννά, τις απαντήσεις που χαρίζει, τις αλήθειες που χαράζει; Πόσο πιο επιβίωση να γίνει πια η ζωή;
Ξέρω, σε τέτοιους καιρούς σακάτικους που ζούμε, η τέχνη κι η ομορφιά θεωρούνται είδη πολυτελείας για ρομαντικούς, ονειροπόλους ή πρίγκιπες. Ίσως, όμως, να ‘ναι κι απ' τις μόνες αξίες που μπορούν να κάνουν τούτους τους καιρούς λίγο λιγότερο δυσβάστακτους για όλους κι όλους μας λίγο λιγότερο μικρόψυχους. Γι αυτό ας μην τις δώσουμε τόσο εύκολα – αντισταθείτε, που θα 'λεγε κι ο ποιητής (στο μέσα κυρίως εαυτό που απελπίζεται κι εγκαταλείπει).
Υ.Γ. Μια απόπειρα απάντησης στο κείμενο της προηγούμενης ανάρτησής μου και στην απαισιοδοξία που μας πλάκωσε!
Κι οι στίχοι του Χαίλντερλιν συμπληρωμένοι έχουν ως εξής:
"Στο μεταξύ πολλές φορές μου φαίνεται
πως είναι πιο καλά να κοιμηθείς
παρά να βρίσκεσαι έτσι χωρίς σύντροφο
και να επιμένεις τόσο.
Και τι να κάνεις μέσα στην αναμονή,
και τι να πεις;
Δεν ξέρω. Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ' έναν μικρόψυχο καιρό;
Οι Ποιητές [ωστόσο] σαν τους ιερείς του Βάκχου τους
σεβασμίους
χρεωστούν να φανερώνονται από Χώρα εις Χώραν,
εν μέσω των ιερών νυχτών."


