Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Το τέλος;

«Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ’ έναν μικρόψυχο καιρό;» (Φρήντριχ Χαίλντερλιν)

Από τη Γέννηση της Αφροδίτης του Botticelli (1485-86)

Κείμενα για το επικείμενο τέλος του βιβλίου στη νέα ψηφιακή εποχή έχουν γραφτεί κι έχω διαβάσει πολλά. Μου προκαλούν πάντα την ίδια μελαγχολία, μιαν ήδη νοσταλγία για όσα πρόκειται να χαθούν –τις σιωπηλές περιπλανήσεις στους διαδρόμους των βιβλιοπωλείων, το διάβασμα μερικών τυχαίων αράδων απ’ το τέλος, το πρώτο άνοιγμα και τη μυρωδιά των ατσαλάκωτων σελίδων, τις στοίβες στο κομοδίνο και το ταίριασμα καθενός στη βιβλιοθήκη, την ανταλλαγή με φίλους και το χάρισμα στους αγαπημένους, τις σημειώσεις στο περιθώριο, το ξάφνιασμα από μια ετεροχρονισμένη αποκάλυψη, αναμνήσεις από ταξίδια κι εποχές κι άλλα τόσα…

Το τελευταίο, όμως, κείμενο, του βιβλιοκριτικού της Guardian, Ewan Morrison, που εκφωνήθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Βιβλίου του Εδιμβούργου δεν μου ξύπνησε απλώς μελαγχολία, αλλά τρόμο. Κι αυτό γιατί δε μίλησε μόνο για το τέλος του βιβλίου με την παραδοσιακή του μορφή, αλλά και για το τέλος του επαγγέλματος του συγγραφέα. Αρκεί μόνο να αναλογιστεί κανείς πόσοι από τους κορυφαίους της παγκόσμιας λογοτεχνίας επαγγέλλονταν συγγραφείς: ο Ντοστογέβσκη, ο Ντίκενς, ο Σαίξπηρ, και από τους σύγχρονούς μας, ο Κούντερα, ο Ροθ και πολλοί άλλοι… «Είναι σαν να ρωτάμε αν ο Μιχαήλ Άγγελος θα είχε ζωγραφίσει την Καπέλα Σιστίνα χωρίς την οικονομική στήριξη του Πάπα Ιουλίου ΙΙ», υποδεικνύει ο Morrison. Και ξετυλίγοντας μια σειρά παραδειγμάτων, καταλήγει στο πώς η ψηφιοποίηση των βιβλίων θα οδηγήσει σε μαζικού τύπου παραγωγή, όπου το «περιεχόμενο», κι αυτό που ονομάζουμε σήμερα «πολιτισμός», θα είναι άνευ σημασίας, αφού το αληθινό προϊόν για τις μεγάλες εταιρίες – διαδικτυακούς παροχείς δεν θα είναι το βιβλίο, αλλά η διαφήμιση μέσω του βιβλίου, και κατ’ επέκταση, οι ίδιοι οι καταναλωτές, ιδανικά, δε, όταν παράγουν μόνοι τους πολιτισμό δωρεάν.

Για να γίνει κατανοητό το κείμενο και τα επιχειρήματα του συγγραφέα στην ολότητά τους, καλό είναι να διαβαστεί αυτούσιο.

Αυτό που, εν πάση περιπτώσει, θα ‘θελα να πω είναι πως δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ‘ταν η ζωή μου αν δεν είχα διαβάσει Ντοστογέβσκη ή Κούντερα. "Μια φυσιολογική ζωή θα ήταν", θα μπορούσε να μου πει κάποιος. Ναι, δεν λέω… Κι η άνοιξη θα συνεχίσει να έρχεται μια φορά το χρόνο, έστω κι αν «ξεμείναμε από χελιδόνια», όπως έγραφε τις προάλλες σ' ένα άρθρο του «Πολίτη». Μόνο που τι σόι άνοιξη θα ‘ναι αυτή, χωρίς τις τρελές, τις χαμηλές πτήσεις των χελιδονιών, χωρίς την ομορφιά; Τι σόι ζωή, χωρίς την τέχνη, χωρίς τα ερωτήματα που γεννά, τις απαντήσεις που χαρίζει, τις αλήθειες που χαράζει; Πόσο πιο επιβίωση να γίνει πια η ζωή;

Ξέρω, σε τέτοιους καιρούς σακάτικους που ζούμε, η τέχνη κι η ομορφιά θεωρούνται είδη πολυτελείας για ρομαντικούς, ονειροπόλους ή πρίγκιπες. Ίσως, όμως, να ‘ναι κι απ' τις μόνες αξίες  που μπορούν να κάνουν τούτους τους καιρούς λίγο λιγότερο δυσβάστακτους για όλους κι όλους μας λίγο λιγότερο μικρόψυχους. Γι αυτό ας μην τις δώσουμε τόσο εύκολα – αντισταθείτε, που θα 'λεγε κι ο ποιητής (στο μέσα κυρίως εαυτό που απελπίζεται κι εγκαταλείπει).


Υ.Γ. Μια απόπειρα απάντησης στο κείμενο της προηγούμενης ανάρτησής μου και στην απαισιοδοξία που μας πλάκωσε! 

Κι οι στίχοι του Χαίλντερλιν συμπληρωμένοι έχουν ως εξής:

"Στο μεταξύ πολλές φορές μου φαίνεται
πως είναι πιο καλά να κοιμηθείς
παρά να βρίσκεσαι έτσι χωρίς σύντροφο
και να επιμένεις τόσο.
Και τι να κάνεις μέσα στην αναμονή,
και τι να πεις;

Δεν ξέρω. Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ' έναν μικρόψυχο καιρό;

Οι Ποιητές [ωστόσο] σαν τους ιερείς του Βάκχου τους
σεβασμίους
χρεωστούν να φανερώνονται από Χώρα εις Χώραν,
εν μέσω των ιερών νυχτών."

Σάββατο 6 Μαρτίου 2010

"La tristesse durera toujours"

Χαλεποί οι καιροί, ασφυκτικά γκρίζοι. «Νιώθω πως έχουμε πέσει σε συλλογική κατάθλιψη», μου λέει η φίλη απ’ τη Θεσσαλονίκη. «Κι εδώ μια απ’ τα ίδια», απαντώ, «θάβουμε με τα χέρια μας μία μία τις ελπίδες». Κι ο κόσμος παραπέρα σε μια δυστυχία που μοιάζει δίχως τέλος να μετρά τους νεκρούς πολέμων και καταστροφών, που εξοντώνουν σαν με μαθηματική ακρίβεια τους απανταχού φτωχούς. Σαν να «γεράσαμε φρικτά μονομιάς», που λέει κι ο Céline. Πώς να μιλήσω για τέχνη; Κι η ποίηση, «σε τι βοηθά λοιπόν;», ενοχλητικά ρωτά ο Αναγνωστάκης. Δεν έχω στέρεες απαντήσεις κι έτσι στρέφομαι ξανά στον Εγγονόπουλο: «Η τέχνη κι η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε: η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε να πεθάνουμε».

Ο Picasso έγραψε όταν ακόμα ζωγράφιζε την Guernica του: «Μα τι θαρρείτε πως είναι ένας καλλιτέχνης; Ένας ηλίθιος που έχει μόνο μάτια αν είναι ζωγράφος, μόνο αυτιά αν είναι μουσικός ή μόνο μια λύρα σε κάθε γωνιά της καρδιάς του αν είναι ποιητής ή μόνο μπράτσα αν είναι πυγμάχος; Κάθε άλλο! Ο καλλιτέχνης είναι ταυτόχρονα ένα πολιτικό ον, το οποίο ζει έχοντας βαθιά επίγνωση των καταστροφικών, δραματικών ή χαρμόσυνων γεγονότων που συμβαίνουν στον κόσμο και διαμορφώνεται με βάση αυτά ακριβώς τα γεγονότα». Συμφωνώ. Και καταλαβαίνω πως η τέχνη, σε όλες τις μορφές της, μπορεί να γίνει «έκκληση προς το λαό», όπως έλεγε ο Picasso, πως έχει τη δύναμη να ευαισθητοποιήσει, να αφυπνίσει, να κινητοποιήσει τις μάζες, πως είναι ικανή να συμβάλει σε μια αλλαγή. Γι αυτό και σέβομαι τους καλλιτέχνες, που δεν απέστρεψαν το πρόσωπο από τις ιστορικές ανάγκες της εποχής τους, αλλά ανταποκρίθηκαν μέσω της τέχνης τους σ' αυτές.

Μα τι γίνεται με εκείνους, που αποκομμένοι σχεδόν απ' την πραγματικότητα, δεν υπηρέτησαν παρά μόνο την τέχνη; Εκείνους που δεν δημιούργησαν επαναστατική μουσική, δεν ζωγράφισαν δυνατά αλληγορικούς πίνακες, δεν έγραψαν επικούς στίχους ή ποίηση, έστω, της ήττας; Ο Βukowski επαναλάμβανε στις συνεντεύξεις του πως, δεν έγραφε για να σώσει τον κόσμο, αλλά τον εαυτό του. Αυτό, νομίζω, πως ίσχυε και για το Van Gogh, στον οποίο παρότι δεν έλειπε η αγάπη για την ανθρωπότητα, που φανερώνεται κυρίως στις απεικονίσεις του της δύσκολης ζωής των αγροτών, υπερτερούσε η αγάπη για την ίδια την τέχνη. Μια αγάπη σαν πανίσχυρη ανάγκη, που τον ζωοδοτούσε και τον εξουθένωνε κι ήταν το μοναδικό νόημα της ύπαρξής του. Σε τούτη τη βασανιστικά ταγμένη στην τέχνη ζωή και σ’ όλη την ένταση των χρωμάτων, των κυματισμών και των πινελιών του οφείλεται η αδυναμία, στα όρια της λατρείας, που του έχω. Και γι αυτό με συγκινεί καθετί που σχετίζεται μαζί του – όπως η είδηση ότι πριν από μερικές μέρες ένας νέος πίνακας, με τίτλο “Le Blute-Fin Mill”, ταυτοποιήθηκε ως δικός του.

Και το ξέρω καλά πως κάθε που χάνομαι στις εικόνες του ή αφήνομαι στη μουσική του Χατζιδάκι ή συγκλονίζομαι διαβάζοντας το «Μονόγραμμα», δραπετεύω. Λιποτακτώ από ένα κόσμο που σφαδάζει και που ζητά να τον σώσουμε. Ίσως πάλι να 'ναι η μόνη αντίσταση που μπορώ σ' αυτή τη θλίψη που κρατάει αιώνια.


(Ο τίτλος είναι η τελευταία φράση που είπε πριν πεθάνει ο Vincent van Gogh. Σημαίνει «Η θλίψη θα διαρκέσει για πάντα». Ο πίνακας είναι ο “Le Blute-Fin Mill”)

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2009

Παίξε γέλασε!


«Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά»


(ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ, Ναζίμ Χικμέτ)


Την προηγούμενη εβδομάδα πέρασα ένα γεμάτο τριήμερο στη Θεσσαλονίκη και, ανάμεσα σε ένα συνέδριο στη Νομική, βόλτες στις αγαπημένες μου πλατείες, καφέδες με θέα το Θερμαϊκό, ξενύχτια με μεζεδάκια και κρασί και κουβέντες υπέροχες με δικούς μου ανθρώπους, κατάφερα να στριμώξω μια επίσκεψη στην έκθεση του Τελλόγλειου Ιδρύματος Τεχνών, «Ο Mirό της Μαγιόρκα». Η έκθεση φιλοξενεί κυρίως τα έργα του Joan Mirό στην ωριμότητά του, τα οποία, όπως αναφέρεται και στο σχετικό ενημερωτικό φυλλάδιο, «έχουν ως θέματα βιόμορφες σουρεαλιστικές μορφές – σύμβολα, η γυναίκα, τα πουλιά, τοπία, ο κόσμος του ουρανού, ο ήλιος, το φεγγάρι, οι αστερισμοί». Χωρίς να έχω ειδικές γνώσεις στην τέχνη, η αίσθηση που αποκόμισα παρατηρώντας τα έργα ήταν ενός καλλιτέχνη που συνειδητοποιημένα και ελεύθερα έπαιζε! Έπαιζε με τα χρώματα, με τις πινελιές, με τα υλικά και με τα σχήματα σαν μικρό παιδί που γνώριζε πρώτη φορά τον κόσμο, τον εξερευνούσε και τον έπλαθε όπως αυτό ήθελε. Γι αυτό και η περιήγησή μου στην έκθεση μου δωσε μια χαρά όμοια με κείνη που νιώθεις σαν μιλάς με ένα παιδί και ψελλίζεις κι εσύ τις ίδιες λέξεις – τις δικές του – όχι μόνο για να συνεννοηθείτε, μα και γιατί είναι πιο όμορφες.

Σ’ αυτό το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, μπόρεσα, επίσης, να επισκεφθώ για πρώτη φορά το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, που παρόλα τα καλά πράγματα που είχα ακούσει γι αυτό, η «μουσειοφοβία» μου μ’ είχε κρατήσει μακριά του. Αφορμή υπήρξε ένα «παιχνίδι ρόλων» στο οποίο κανονίσαμε να παίξουμε με την παρέα μου. Το παιχνίδι με τίτλο «Η μαγεία της πίστης», το οποίο στήθηκε από τη δημιουργική ομάδα Gamecraft, συμπεριλαμβανόταν στη σειρά εκδηλώσεων με τις οποίες το Μουσείο συμμετείχε στις Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Οι ρόλοι μας ήταν αυτοί κάποιων πολιτών του Βυζαντίου που η μοίρα τους ένωσε σε μια κοινή αποστολή: να ανακαλύψουν την αιτία και τους αίτιους διάφορων περίεργων θανάτων που συνέβαιναν στην πόλη και να διασώσουν την ίδια την αυτοκρατορία. Κι έτσι περιπλανηθήκαμε στη μόνιμη έκθεση του Μουσείου, λύνοντας γρίφους κι ξεδιαλύνοντας μυστικά, και ταυτόχρονα γνωρίζοντας τους πραγματικά υπέροχους χώρους του Μουσείου και τα ξεχωριστά του εκθέματα. Μια επαφή με την ιστορία και παράδοση της βυζαντινής Θεσσαλονίκης ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική, χωρίς καμιά υπόνοια διδακτισμού και χωρίς τη μυρωδιά κλεισούρας και στασιμότητας που συχνά συνοδεύει τους μουσειακούς χώρους.

Ο Χικμέτ συνεχίζει το ποίημά του:
«Τόσο μα τοσο σοβαρά
Που θα φυτεύεις, σα να πούμε, ελιές ακόμα στα εβδομήντα σου
Όχι καθόλου για να μείνουν στα παιδιά σου
Μα έτσι γιατί το θάνατο δε θα τονε πιστεύεις»

Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλος τρόπος να παλέψεις το θάνατο, παρά μέσα από τη δημιουργία και μέσα από τη γνώση της. Αυτές τις μέρες στη Θεσσαλονίκη συνειδητοποίησα πόσο χαρούμενες εμπειρίες μπορεί να ναι κι οι δυο, παραμένοντας την ίδια στιγμή ανέμελες χωρίς να ναι επιπόλαιες και σοβαρές χωρίς να ναι σοβαροφανείς. Μακριά από στερεοτυπικές θέσεις και δεδομένα, έξω από καλούπια και προσχεδιασμένες φόρμες, πέρα από πρέπει κι αυτολογοκρισίες. Κι έτσι πιο κοντά στην αλήθεια που κουβαλά ο καθένας, πιο κοντά στον κόσμο του με τις δικές του προσλήψεις, τις δικές του ερμηνείες, τους δικούς του χρωματισμούς. Κι έχω την αίσθηση πως όσο πιο ανόθευτα κι αβίαστα ανακαλύπτει κανείς τον εαυτό του, τόσο πιο ουσιαστικά τον γνωρίζει και τον αγαπά. Κι έτσι μπορεί πιο εύκολα να κατανοεί και να χαίρεται τη ζωή την ίδια.

Υ.Γ. Στη Θεσσαλονίκη παρακολούθησα και τη συναυλία-αφιέρωμα στο Στέλιο Καζαντζίδη. Για να μην ξεχνώ πως κάποια πράγματα είναι αμιγώς σοβαρά, όπως η φτώχεια, η ξενιτιά κι η προσφυγιά. Κι όπως ο έρωτας κι ας τον περνούν πολλοί για παιχνίδι.

(Ο κόκκινος ήλιος είναι του Joan Miró)