Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξίδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξίδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Βρυξέλλες


René Magritte, Le beau monde (Ο όμορφος κόσμος), 1962 
Στο ένα φθινόπωρο κι ένα χειμώνα που έζησα στις Βρυξέλλες, παρατηρούσα συχνά τα δέντρα – τους ψηλούς γυμνούς κορμούς με τα λεπτά κλαδιά στα οποία κάθονταν, θαρρείς σαν κι εμένα σκεφτικά, τα πουλιά της πόλης. 

Επιστρέφοντας, τέσσερα σχεδόν χρόνια μετά, μπόρεσα στον ελάχιστο μου χρόνο να δω τα έργα του διασημότερου Βέλγου ζωγράφου, του René Magritte. Να δω τα δικά του δέντρα, τα ψάρια και τις κουκουβάγιες του, τους αντεστραμμένους καθρέφτες του, τους ανθρώπους με τις καμπαρντίνες, τις γυναικείες φιγούρες του, τους γαλανούς ουρανούς του με τα λευκά συννεφάκια. Να δω εκείνα που κρύβονται, μα και κείνα που είναι, και που, κατά τον ίδιο τον καλλιτέχνη, δεν σημαίνουν κάτι, επειδή και το μυστήριο  δεν σημαίνει κάτι – είναι απλά άγνωστο.

Βγαίνοντας απ’ το μουσείο, κοίταξα το βρυξελλιώτικο ουρανό κι ήταν σαν να αντίκριζα κάποιον απ’ τους πίνακες του Magritte και μια ψηφίδα απ’ τη φυσιογνωμία της πόλης. Που παραμένει, συλλογίστηκα, άγνωστη σ’ εμάς τουλάχιστον τους περαστικούς διαβάτες κι όσους την έχουν ταυτίσει με το απρόσωπο τετράγωνο της Schuman και τους ατσαλάκωτους τεχνοκράτες που το κατακλύζουν. 

Αφού δεν είναι αυτό οι Βρυξέλες ή μάλλον δεν είναι μόνο αυτό. Είναι μια πόλη με γωνιές και γειτονιές, με μεγάλους δρόμους, πλατείες και στενοσόκακα, με μικρά μαγαζιά που επιδιορθώνουν παπούτσια ή πουλούν τσάι, με υπαίθριες αγορές και τέχνη, με χαλάλ κρεοπωλεία και γυναίκες με μαντίλες, με παιδάκια με χαριτωμένα σκουφιά, με λουλούδια στα παρτέρια, με κίνηση, με άθλια τουριστικά μέρη, με διαρρήξεις, με απεργίες, με άλυτα προβλήματα, με ανθρώπους που κυνήγησαν το όνειρό τους, με ανθρώπους απογοητευμένους ή σκυθρωπούς, με ανθρώπους που ερωτεύονται, κουράζονται ή υποφέρουν, με συνηθισμένους, τέλος πάντων, ανθρώπους, εν πολλοίς άγνωστων λοιπών στοιχείων, οπτικών και προοπτικών.

Που κι αυτοί, σαν και ‘μας στην άλλη άκρη της Ευρώπης, ίσως αγνοούν ή αδυνατούν να συλλάβουν σε πόσο μεγάλο βαθμό οι «Βρυξέλλες» – όχι ο τόπος τους, οι άλλες του ευρωπαϊκού ιδεώδους – διαμορφώνουν κι επηρεάζουν, άλλοτε θετικά κι άλλοτε αρνητικά, τις ζωές τους. Κι είναι ίσως κι αυτοί το ίδιο ανυποψίαστοι ή το ίδιο σαστισμένοι μπροστά σε αυτό που φαίνεται, σ’ εκείνο που κρύβεται ή στο άλλο που σημαίνει. Κι ίσως νιώθουν κι αυτοί καμιά φορά το ίδιο ξένοι προς τις ζωές τους, τις τόσο ετερόκλητες, τις τόσο ετεροκαθορισμένες.        

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Παράκαιρα


Balloon girl, Banksy

Παράκαιρα πρωτοβρόχια ξημερώνοντας του Άη Νικόλα. Δυο χρόνια πριν στην Κολωνία, υπαίθριες χριστουγεννιάτικες αγορές, φαναράκια στα δέντρα, ζεστό κρασί και τοσοδούλια στολίδια με αγγελάκια που έπαιζαν βιολιά και φλάουτα. Κόσμος πολύς να συνωστίζεται, να μη δυσανασχετεί, να αγγίζεται, να ανταλλάζει λόγια, να γελά. Γιορτινή ατμόσφαιρα από απλά υλικά, χωρίς φτιασίδια και μαλάματα. Αίσθημα ευφορίας να πλανιέται στον αέρα και λίγο πιο μέσα κάποιες δειλές νιφάδες αθωότητας να αναπνέουν: ο κόσμος μπορεί να είναι κι αλλιώς.

Το ίδιο βράδυ σκοτώσανε τον Αλέξη. Επιστροφή σε μια αμετανόητη πραγματικότητα που δεν έχει το νου της στο παιδί, που δολοφονεί την ελπίδα. Ή που στην καλύτερη περίπτωση την κοστολογεί, την κόβει σε πατρόν, τη μοιράζει με δόσεις και απαιτεί προκαταβολικά το αντίτιμο. Κουτσουρεμένο μέλλον που το μάθανε να φοβάται και να φυλάγεται. Τα όνειρα τρυπώνουν μόνο σαν λωποδύτες και καταδιώκονται. Στην εξορία τα πιο όμορφα, τα πιο άδολα συναισθήματα. Στη φωτιά οι ευαισθησίες και τα υγρά βλέμματα. Μόνο ό,τι κόβει επιβιώνει κι ό,τι αντέχει να κοιτά.

«Όμως εγώ δεν ήθελα, ούτε τσακάλι ουτ’ αρνί
ούτε τσακάλι ούτε σκυλί δεν ήθελα να γίνω
ήθελα μόνο ένα δέντρο να είχα γεννηθεί»,
τραγουδάνε οι Κατσιμίχες της εφηβείας μου.

Έρχονται και πάλι Χριστούγεννα και μοιάζει φορτική τούτη η ανούσια επανάληψή τους. Το φωτεινό αστέρι δεν οδηγεί πουθενά κι ο Ηρώδης όλο και σιμώνει το βρέφος. Μόνο το γερμένο έξω από το φωτεινό παράθυρο κοριτσάκι με τα σβησμένα σπίρτα ζωντανεύει ξανά και ξανά κάθε χρόνο. Κι ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων που δεν έχει τέλος.

Παράκαιρη απαισιοδοξία σχεδόν χριστουγεννιάτικα. Ζητείται ελπίς, λοιπόν! Τα υπόλοιπα δώρα περιττεύουν.

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2009

Παίξε γέλασε!


«Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά»


(ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ, Ναζίμ Χικμέτ)


Την προηγούμενη εβδομάδα πέρασα ένα γεμάτο τριήμερο στη Θεσσαλονίκη και, ανάμεσα σε ένα συνέδριο στη Νομική, βόλτες στις αγαπημένες μου πλατείες, καφέδες με θέα το Θερμαϊκό, ξενύχτια με μεζεδάκια και κρασί και κουβέντες υπέροχες με δικούς μου ανθρώπους, κατάφερα να στριμώξω μια επίσκεψη στην έκθεση του Τελλόγλειου Ιδρύματος Τεχνών, «Ο Mirό της Μαγιόρκα». Η έκθεση φιλοξενεί κυρίως τα έργα του Joan Mirό στην ωριμότητά του, τα οποία, όπως αναφέρεται και στο σχετικό ενημερωτικό φυλλάδιο, «έχουν ως θέματα βιόμορφες σουρεαλιστικές μορφές – σύμβολα, η γυναίκα, τα πουλιά, τοπία, ο κόσμος του ουρανού, ο ήλιος, το φεγγάρι, οι αστερισμοί». Χωρίς να έχω ειδικές γνώσεις στην τέχνη, η αίσθηση που αποκόμισα παρατηρώντας τα έργα ήταν ενός καλλιτέχνη που συνειδητοποιημένα και ελεύθερα έπαιζε! Έπαιζε με τα χρώματα, με τις πινελιές, με τα υλικά και με τα σχήματα σαν μικρό παιδί που γνώριζε πρώτη φορά τον κόσμο, τον εξερευνούσε και τον έπλαθε όπως αυτό ήθελε. Γι αυτό και η περιήγησή μου στην έκθεση μου δωσε μια χαρά όμοια με κείνη που νιώθεις σαν μιλάς με ένα παιδί και ψελλίζεις κι εσύ τις ίδιες λέξεις – τις δικές του – όχι μόνο για να συνεννοηθείτε, μα και γιατί είναι πιο όμορφες.

Σ’ αυτό το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, μπόρεσα, επίσης, να επισκεφθώ για πρώτη φορά το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, που παρόλα τα καλά πράγματα που είχα ακούσει γι αυτό, η «μουσειοφοβία» μου μ’ είχε κρατήσει μακριά του. Αφορμή υπήρξε ένα «παιχνίδι ρόλων» στο οποίο κανονίσαμε να παίξουμε με την παρέα μου. Το παιχνίδι με τίτλο «Η μαγεία της πίστης», το οποίο στήθηκε από τη δημιουργική ομάδα Gamecraft, συμπεριλαμβανόταν στη σειρά εκδηλώσεων με τις οποίες το Μουσείο συμμετείχε στις Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Οι ρόλοι μας ήταν αυτοί κάποιων πολιτών του Βυζαντίου που η μοίρα τους ένωσε σε μια κοινή αποστολή: να ανακαλύψουν την αιτία και τους αίτιους διάφορων περίεργων θανάτων που συνέβαιναν στην πόλη και να διασώσουν την ίδια την αυτοκρατορία. Κι έτσι περιπλανηθήκαμε στη μόνιμη έκθεση του Μουσείου, λύνοντας γρίφους κι ξεδιαλύνοντας μυστικά, και ταυτόχρονα γνωρίζοντας τους πραγματικά υπέροχους χώρους του Μουσείου και τα ξεχωριστά του εκθέματα. Μια επαφή με την ιστορία και παράδοση της βυζαντινής Θεσσαλονίκης ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική, χωρίς καμιά υπόνοια διδακτισμού και χωρίς τη μυρωδιά κλεισούρας και στασιμότητας που συχνά συνοδεύει τους μουσειακούς χώρους.

Ο Χικμέτ συνεχίζει το ποίημά του:
«Τόσο μα τοσο σοβαρά
Που θα φυτεύεις, σα να πούμε, ελιές ακόμα στα εβδομήντα σου
Όχι καθόλου για να μείνουν στα παιδιά σου
Μα έτσι γιατί το θάνατο δε θα τονε πιστεύεις»

Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλος τρόπος να παλέψεις το θάνατο, παρά μέσα από τη δημιουργία και μέσα από τη γνώση της. Αυτές τις μέρες στη Θεσσαλονίκη συνειδητοποίησα πόσο χαρούμενες εμπειρίες μπορεί να ναι κι οι δυο, παραμένοντας την ίδια στιγμή ανέμελες χωρίς να ναι επιπόλαιες και σοβαρές χωρίς να ναι σοβαροφανείς. Μακριά από στερεοτυπικές θέσεις και δεδομένα, έξω από καλούπια και προσχεδιασμένες φόρμες, πέρα από πρέπει κι αυτολογοκρισίες. Κι έτσι πιο κοντά στην αλήθεια που κουβαλά ο καθένας, πιο κοντά στον κόσμο του με τις δικές του προσλήψεις, τις δικές του ερμηνείες, τους δικούς του χρωματισμούς. Κι έχω την αίσθηση πως όσο πιο ανόθευτα κι αβίαστα ανακαλύπτει κανείς τον εαυτό του, τόσο πιο ουσιαστικά τον γνωρίζει και τον αγαπά. Κι έτσι μπορεί πιο εύκολα να κατανοεί και να χαίρεται τη ζωή την ίδια.

Υ.Γ. Στη Θεσσαλονίκη παρακολούθησα και τη συναυλία-αφιέρωμα στο Στέλιο Καζαντζίδη. Για να μην ξεχνώ πως κάποια πράγματα είναι αμιγώς σοβαρά, όπως η φτώχεια, η ξενιτιά κι η προσφυγιά. Κι όπως ο έρωτας κι ας τον περνούν πολλοί για παιχνίδι.

(Ο κόκκινος ήλιος είναι του Joan Miró)

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

Πάμε ξανά!



"Πιστέψτε με: η ζωή έχει δίκιο παντού και πάντα"

(ΓΡΑΜΜΑΤΑ Σ' ΕΝΑ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ, Ράινερ Μαρία Ρίλκε)




Τίποτε δεν ήρθε όπως το φαντάστηκες αυτό το καλοκαίρι, τίποτε όπως το σχεδίασες. Το ‘ξερες, βέβαια, απ’ την ίδια τη στιγμή που ξεδίπλωνες όνειρα και κατάστρωνες διαδρομές, που εξηγούσες τα φαινόμενα και προέβλεπες τα μελλούμενα, που εμπιστευόσουν τον καιρό και τους ανθρώπους, πως η ζωή σνομπάρει τις ερμηνείες και τα σχήματα και πως συνήθως τους ξεφεύγει. Το ‘ξερες, αλλά γι άλλη μια φορά πίστεψες πως τούτη τη φορά βρήκες το μυστικό κλειδί των νοημάτων και πως είχες στο χέρι το μίτο που θα σε ‘βγαζε σώα στην άλλη άκρη του λαβυρίνθου. Κι άφησες να ξεχάσεις πως δεν είναι έτσι που γίνεται και πως έτσι κι αλλιώς έτσι δεν έχει πλάκα.

Δεν λέω πως δεν απογοητεύθηκες απ’ τη ματαίωση των ταξιδιών, πως δεν τρόμαξες απ’ την άλλη όψη που γνώρισες του εαυτού σου και ανθρώπων, πως δεν ξαφνιάστηκες από βράδια σουρεαλιστικά κι απρόσμενα. Και απογοητεύθηκες και τρόμαξες και ξαφνιάστηκες. Κι έκατσες πάλι και γύρεψες απαντήσεις σε κάτι επιπόλαια «γιατί», λες κι η ζωή χρωστά να σου δώσει λογαριασμό και πως κι αν σου δώσει θα πατσίσετε. Ευτυχώς, στο τέλος θυμήθηκες πως απλή φιλοξενούμενή της είσαι ανάμεσα σε τόσους άλλους και πως αυτή είναι που κάνει κουμάντο. Και πως δεν μπορείς να την κερδίσεις, μπορείς μόνο να την εμπιστεύεσαι. Να της κλείνεις το μάτι. Κι αυτή ξέρει. «Πάμε ξανά», θα σου πει. Και θα πας!

Οι κακές εκτιμήσεις κι ο κακός καιρός, λοιπόν, σ’ έφεραν στη Βεργίνα. Εκεί, εκτός απ’ τους επιβλητικούς τάφους των νεκρών και τα πλούσια και περίτεχνα νεκρικά δώρα των ζωντανών που θαύμασες, έμαθες πως ο Φίλιππος ο Β΄, προτού μπει στο θέατρο των Αιγών και δολοφονηθεί από τον Παυσανία, ζήτησε και στήθηκαν στο χώρο 13 μνημεία που απεικόνιζαν τις μορφές των 12 θεών του Ολύμπου και τη δική του. Η ύβρης όταν διαπράττεται τιμωρείται, θυμάσαι. Είτε οφείλεται στη δύναμη που σου δίνει η εξουσία, είτε σ’ αυτή που σου δίνει ο έρωτας. Κι οι οποιεσδήποτε βεβαιότητες γι αυτά που θα ‘ρθουν, αλλά ακόμη και γι αυτά που έφυγαν, υπεροψία είναι. Που θα ταπεινωθεί για να βρεις την ισορροπία σου. Και να πας μπροστά.

Καλοκαίρι, λοιπόν, με σαντάλια και συννεφιασμένο ουρανό. Διαφορετικό το σκηνικό ή διαφορετικά το χες φανταστεί. Όμορφα πάλι. Χαμογελάς και σφυρίζεις το τραγούδι του Σαββόπουλου: «Καλοκαίρι, μες τα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει». Κι η ζωή μας, σκέφτεσαι. Ξανά και ξανά!

(Ο πίνακας είναι του Kandinsky)

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2009

Μπέλφαστ

«Τόσος πόνος
τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό
για μιαν Ελένη»

(ΕΛΕΝΗ, Γιώργου Σεφέρη)


Το Μπέλφαστ με στεναχώρησε. Σαν ζαλισμένη πλανήθηκα στις γειτονιές των Καθολικών και των Προτεσταντών και βάδισα μες τα μνημεία και τα διαχωριστικά τους, άγγιξα το τείχος τους, είδα τις πύλες που ανοιγοκλείνουν κι ένιωσα μες σε μια στιγμή τον παραλογισμό της πατρίδας μου κι όλων των σκοτωμών.

Ποιος έμαθε το μίσος στους ανθρώπους, αναρρωτήθηκα. Κι αν ήταν ίσως η φωτιά του Προμηθέα, τόσα χρόνια μετά, τόσοι θεοί καλύτεροι, ένα ξόρκι, ένα αντίδοτο δεν βρέθηκε; Ένα κύμα, έστω, λίγες σταγόνες βροχής, μια χούφτα χώμα να πρασινίσει και να γίνει πράσινο στ’ αλήθεια κι όχι γραμμές, όχι άλλες κόκκινες γραμμές, τόσες χαμένες ζωές και τόσα μνημεία στους νεκρούς μας.

Κι ούτε ένα μνημείο στον άνθρωπο που ξύπνησε το πρωί κι είπε «Καλημέρα» και δεν φορτώθηκε τα μίση και τα πάθη των θεών στις στημένες παρτίδες των ανθρώπων. Κι ούτε ένα μνημείο πάνω απ’ τις γραμμές, πάνω απ’ τις πόλεις με το ίδιο όνομα και τους ζωντανούς δίχως όνομα να λέει πόσο όμορφη είν’ η ζωή, και πόσο είναι μικρή, πολύ μικρή για τόσο μίσος.

Ιούνιος ‘08